Γιατί αποφασίσατε να γράψετε βιβλίο για την περίοδο που μείνατε στη φυλακή και ποια μηνύματα θελήσατε να περάσετε;
Θεωρώ ότι έτσι γυρίζω μια σελίδα, ή κλείνω ένα κεφάλαιο της ζωής μου. Ότι έτσι μπορώ να πάω μπροστά. Πέρα από αυτό είναι μια ευκαιρία να δει το αναγνωστικό κοινό μια μαρτυρία για ένα θέμα που δεν ασχολούνται πολλοί μαζί του, είναι ελάχιστα τα βιωματικά κείμενα που αφορούν στη φυλακή. Όμως δεν είναι μόνο αυτοί οι λόγοι. Θυμάμαι όταν βρισκόμουν στην Τρίπολη, που σκεφτόμουν το πόσο χρήσιμο θα ήταν να έβγαινε κάποιος και να μίλαγε γι’ αυτή την εμπειρία, να δώσει φωνή σε κάποιους. Κι όταν λέω κάποιους, ας έχουμε στο μυαλό μας ότι προσωπικά γνώρισα πάνω από 20 άτομα που τελικά αθωώθηκαν είτε στο πρωτόδικο δικαστήριο είτε στο Εφετείο. Πάνω από 20 άτομα που τελικά υπήρξαν θύματα και δεν είχαν φωνή. Συνεπώς το κεντρικό μήνυμα είναι να μην γίνονται τόσο εύκολα πιστευτά αυτά που ακούγονται ή γράφονται, να υπάρχει υπομονή μέχρι την τελική έκβαση της υπόθεσης. Με δυο λόγια να τηρείται το τεκμήριο της αθωότητας. Το δεύτερο μήνυμα είναι πως κάθε άνθρωπος πρέπει να πιστέψει στις εσωτερικές του δυνάμεις, αυτές της επιβίωσης και της επιμονής, δυνάμεις που δεν θα φανταζόταν καν ότι είχε.
Πόσο επώδυνο ήταν να επαναφέρετε στη μνήμη και να διατυπώσετε όσα περάσατε;
Δεν ήταν τόσο οδυνηρό, όσο ίσως θα περίμενε κανείς. Κι αυτό γιατί κατάφερα να αποστασιοποιηθώ συναισθηματικά και ψυχολογικά και να το αντιμετωπίσω ως μια δουλειά που έπρεπε να γίνει. Το ίδιο είχα κάνει και καθ’ όλη τη διάρκεια της περιπέτειάς μου. Στην αρχή δεν ήθελα να γράψω το βιβλίο, πίστευα ότι θα μου έφερνε μνήμες. Όταν όμως το ξεκίνησα, συνέβη αυτό που δεν έχει συμβεί με κανένα άλλο βιβλίο μου: Το σκεφτόμουν συνεχώς, ακόμα και στον ύπνο. Έτσι βγήκε εξαιρετικά αυθόρμητο, σαν να ήθελαν οι σκέψεις και κυρίως οι αναμνήσεις να καταγραφούν, προτού αρχίσουν να ξεθωριάζουν.
Είναι διαφορετικό να γράφει κάποιος για καταστάσεις που του έχουν συμβεί και τις έχει νιώσει και διαφορετικό να αναπτύσσει μία υπόθεση μυθοπλασίας;
Προφανώς και είναι. Δεν θα μπορούσα να έχω γράψει το ίδιο βιβλίο αν απλά μου μεταφέρονταν πληροφορίες. Το ότι έχω ζήσει κάποια πράγματα το κάνει εξ’ ορισμού διαφορετικό, πιο αληθινό. Άλλωστε αυτή είναι και η διαφορά της μαρτυρίας από το μυθιστόρημα, είναι δύο εντελώς διαφορετικά είδη. Στη μυθοπλασία είναι ελεύθερος ο συγγραφέας να οδηγήσει την πλοκή εκεί που αυτός θέλει, στη μαρτυρία όλα είναι βιωμένα και δεν γίνεται να ξεφύγει ο συγγραφέας από τα βιωματικά πλαίσια.
Η αδικία που σας έγινε, το βίωμα του εγκλεισμού ή οι συνθήκες στις φυλακές βάρυναν περισσότερο στην εμπειρία σας;
Αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να το απαντήσω με ευκολία. Βλέπετε, ο κάθε φυλακισμένος θεωρεί ότι όλα γύρω του είναι βουνά που πρέπει να ανέβει και να κατέβει, συνεπώς όσο περνά ο καιρός βρίσκεται και σε διαφορετικό σημείο, που φαντάζει εξίσου δύσκολο και τρομακτικό όπως και το προηγούμενο. Το βίωμα του εγκλεισμού ήταν αφόρητο τότε, τώρα όμως έχει ξεθωριάσει. Τις συνθήκες εγκλεισμού τις αντιμετώπισα πιο φιλοσοφημένα, έλεγα στον εαυτό μου ότι αυτό είναι, πρέπει να αντέξω, το έχουν περάσει κι άλλοι αυτό. Η αδικία όμως παραμένει, επειδή ακόμα και σήμερα συντηρείται. Υπάρχουν πάρα πολλές ιστοσελίδες που δεν έχουν προβεί σε διόρθωση ή σε γνωστοποίηση της είδησης αθώωσης. Αρκετές μάλιστα επιμένουν να έχουν ανεβασμένα όλα τα φρικτά που γράφονταν αβίαστα τότε, χωρίς να έχει υπάρξει τότε η παραμικρή πληροφορία ή επιβεβαίωση. Υπάρχουν επίσης κάποια μεμονωμένα άτομα και κλίκες εντός του χώρου του βιβλίου ή πέριξ αυτού, που συνεχίζουν να συντηρούν τις συκοφαντίες, σε άλλη μορφή βέβαια. Σαν να μην με ήξεραν πιο πριν και σαν να μην υπήρξε αθώωση και αποζημίωση από το κράτος γι’ αυτή την αδικία. Κοινώς, προσπαθούν να εφαρμόσουν ένα είδος περιθωριοποίησης, η οποία δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει υπό κανονικές (εννοώ τις προηγούμενες) συνθήκες. Φυσικά υπάρχουν και άτομα από τον χώρο του βιβλίου που με υποστηρίζουν και μάλιστα είναι πολύ περισσότερα από αυτά που θα φανταζόταν κανείς. Τους είμαι ευγνώμων.
Στη δυσάρεστη κατάσταση που βρεθήκατε τι ήταν αυτό που σας βοήθησε περισσότερο να σταθείτε όρθιος;
Φαντάζομαι η ακλόνητη πεποίθηση για την αθωότητά μου. Το γεγονός ότι είχα κάνει πιο πριν έρευνα σε διεθνείς συνθήκες και ευρωπαϊκές οδηγίες, που εξαιρούν από το ποινικά κολάσιμο τα επίδικα αρχεία εάν πρόκειται για συγκεκριμένους επαγγελματικούς λόγους, όπως ιατρικοί, καλλιτεχνικοί, ερευνητικοί, δικαστικοί. Αυτό το ήξερα, άσχετα αν είχα μπλοκάρει στις αρχές και δεν θυμόμουν κάτι πιο συγκεκριμένο. Στο Εφετείο όπως, που είχα τη δυνατότητα να ψάξω πριν το δικαστήριο, έψαξα από την αρχή και βρήκα όλα τα νομικά στοιχεία εντός δέκα ημερών. Φυσικά μεγάλη εσωτερική δύναμη πήρα από την ανάγκη να βρεθώ πάλι δίπλα στους δικούς μου. Ανακάλυψα δυνάμεις που δεν πίστευα ότι είχα. Αποστασιοποιήθηκα και άρχισα να οργανώνομαι σχεδόν από την πρώτη στιγμή.
Μετά την εμπειρία σας στη φυλακή ποια είναι η γνώμη σας για το δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα της χώρας;
Θα πω κάτι, για πρώτη φορά, που ακούγεται κάπως παράδοξο: Όλοι οι υπόδικοι έχουν αναλογικά (και τονίζω το αναλογικά) καλύτερη εικόνα για το σύστημα απ’ ότι έχουν οι έξω. Γνωρίζουν τη θέση τους. Θα έρθουν αντιμέτωποι με δικαστική κρίση και δεν έχουν την πολυτέλεια ανέξοδων αφορισμών, από αυτούς που γράφονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης απλά και μόνο για να διοχετευθούν κάπου οι όποιες ναρκισσιστικές τάσεις του καθενός. Το σύστημα είναι σαν μια πυραμίδα. Όσο πηγαίνει προς τα πάνω, τόσο οι δικαστές είναι πιο έμπειροι και η υπόθεση εξετάζεται σε μεγαλύτερο βάθος. Σίγουρα όμως οι προφυλακίσεις που γίνονται είναι υπερβολικά πολλές. Τρίπολη και Γρεβενά έχουν συντριπτικά το μεγαλύτερο ποσοστό αθωώσεων από κάθε άλλο Κατάστημα Κράτησης. Επαναλαμβάνω, μόνο εγώ γνώρισα σε έντεκα μήνες πάνω από 20 αθώα άτομα που είχαν προφυλακιστεί. Το γεγονός, επίσης, ότι έπρεπε να ψάξω και να προσκομίσω εγώ τα νομικά στοιχεία, τα οποία ναι, παραδέχομαι πως αφορούν πολύ εξειδικευμένες περιπτώσεις, αλλά μου δόθηκε η εντύπωση πως δεν ήταν καν γνωστά στους αρμόδιους, αυτό πάλι λέει κάτι. Καταλήγω στο ότι έχω αμφίσημη άποψη για το δικαστικό σύστημα, αλλά με επιχειρήματα και προτάσεις, όχι με αφορισμούς. Αυτό είναι το δικαστικό σύστημα, είναι πολύ εύκολο να το πετροβολάμε, αλλά αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Προτάσεις χρειάζονται. Για το σωφρονιστικό σύστημα πάλι έχω αμφίσημη γνώμη. Η Τρίπολη είναι πολύ ήρεμο μέρος, πολύ πιο λίγοι οι κρατούμενοι και εκεί φαίνονται οι προσπάθειες σωφρονισμού. Για τον Κορυδαλλό, όμως, δεν έχω την ίδια άποψη. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι ναι μεν ο σωφρονισμός βρίσκεται στα χέρια της Πολιτείας, αλλά το μετά τον σωφρονισμό, η επανένταξη δηλαδή, ένα διεθνώς κατοχυρωμένο δικαίωμα των φυλακισμένων, είναι στα χέρια της κοινωνίας κυρίως. Του καθενός δηλαδή από εμάς ξεχωριστά. Κι εδώ υπάρχει τεράστιο κενό.
Τα γεγονότα που συνέβησαν και κατέληξαν στην άδικη προφυλάκισά σας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η δουλειά του συγγραφέα είναι επικίνδυνη από πολλές απόψεις;
Θα έλεγα ότι υπάρχει ένας σημαντικός βαθμός επικινδυνότητας, που δεν είναι ευρύτερα γνωστός. Ο οργανισμός PEN INTERNATIONAL δημοσιεύει κάθε χρόνο λίστα με υπόδικους συγγραφείς. Η συντριπτική πλειονότητα έχει φυλακιστεί για τις ιδέες της, όπως αυτές εκφράζονται στα γραπτά τους. Σε άλλους έχουν προσάψει αντεθνικές δραστηριότητες, τρομοκρατία, σύνδεση με καρτέλ, κλπ. Κατά βάση όλοι αυτοί διώκονται είτε για τις ιδέες τους, είτε για τα γραπτά τους, είτε για την έρευνά τους. Ο PEN Αμερικής επίσης δημοσίευσε το 2013 (αν θυμάμαι καλά) ερωτηματολόγιο προς τα μέλη του, πολλά εκ των οποίων εξέφρασαν φόβους ότι παρακολουθούνται όταν ψάχνουν στο διαδίκτυο πληροφορίες -επί παραδείγματι- για οπλικά συστήματα, εκρηκτικά, τράφικινγκ και άλλα θέματα που επιθυμούν να εντάξουν στα βιβλία τους. Έτσι, οι περισσότεροι καταλήγουν σε επώδυνο συμβιβασμό, στο να εγκαταλείψουν δηλαδή την μυθοπλαστική ιδέα τους. Και φυσικά αυτό είναι ένα πρόβλημα λογοκρισίας που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Αυτά τα αναφέρω, γιατί ο κόσμος πιστεύει πως το να γράφονται βιβλία είναι εξαιρετικά εύκολο, απλά κάθεσαι στο γραφείο σου και το γράφεις. Λίγοι γνωρίζουν τις ερευνητικές απαιτήσεις που ενδέχεται να έχει ένα βιβλίο.
Πώς νιώθετε ότι σας έχουν επηρεάσει αρχικά ως άνθρωπο και συνακόλουθα και ως συγγραφέα οι 343 μέρες στη φυλακή, που καταγράφονται στο βιβλίο σας;
Με έχουν κάνει πιο δυνατό θα έλεγα. Είμαι πάντα σε εγρήγορση να οργανώνω πράγματα. Επίσης μου έχουν εμφυσήσει ένα μεγαλύτερο βαθμό ενσυναίσθησης, όταν γνωρίζω άτομα που υπέφεραν, που έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι τους και τελικά αθωώθηκαν. Νοιάζομαι για τα δικαιώματα των φυλακισμένων, όχι μόνο των υπόδικων. Γενικά είμαι πιο συνειδητοποιημένος. Αλλά το πιο σημαντικό είναι πως πλέον δεν βιάζομαι να βγάζω συμπεράσματα από τα πρώτα ακούσματα των ειδήσεων και από τους τίτλους των sites. Kαι πιστεύω ότι αυτό το τελευταίο πρέπει να το ακολουθήσουν και άλλοι, αντιστεκόμενοι στον πειρασμό να χτίσουν ένα αρεστό προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο τίτλος του βιβλίου «Σπασμένος χρόνος» πως προέκυψε;
Όταν μπαίνεις στη φυλακή ο χρόνος παγώνει. Όπως συμβαίνει με ένα ρολόι που σπάει και οι δείκτες του μένουν ακινητοποιημένοι. Η ζωή σου σπάει σε πολλά κομμάτια και η προσπάθεια είναι να ξανακολλήσεις τα συντρίμμια. Η αίσθηση αυτή του χρόνου που κυλάει πιο αργά είναι μια μεγάλη διαφορά στην καθημερινότητα του μέσα και του έξω.
