Δευτέρα19.01.2618:35
Ο Βαρδής Μαρινάκης βρέθηκε καλεσμένος στο «Στούντιο 4» και μίλησε στη Νάνσυ Ζαμπέτογλου και στον Θανάση Αναγνωστόπουλο για το στοίχημα της «Μεγάλης Χίμαιρας», καθώς και για τον θόρυβο γύρω από τις ερωτικές σκηνές της σειράς.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
«Το στοίχημα στη “Μεγάλη Χίμαιρα” ήταν να παραδώσουμε το έργο και να νιώσουμε, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, τη συγκίνηση και τον ηλεκτρισμό που ένιωσε διαβάζοντας το βιβλίο», είπε ο σκηνοθέτης, διευκρινίζοντας πως στόχος δεν ήταν η «εικονοποίηση» του μυθιστορήματος, αλλά κάτι πιο σύνθετο: «Θέλαμε να κάνουμε κάτι που να έχει αυτό που λέω τελευταία “λογοτεχνική κινηματογραφικότητα”. Ενώ βλέπεις μια σειρά, είναι σαν να διαβάζεις ένα βιβλίο».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο Βαρδής Μαρινάκης εξήγησε ότι αντιμετώπισαν τη «Μεγάλη Χίμαιρα» ως ενιαίο έργο και όχι ως σκόρπια επεισόδια: «Το πρώτο και το δεύτερο επεισόδιο είναι η εισαγωγή. Το τρίτο και το τέταρτο είναι το ταβάνι των γεγονότων. Και στο πέμπτο και το έκτο ξεκινάει η κάθοδος στα τάρταρα της ηρωίδας». Όπως αποκάλυψε, τα γυρίσματα κράτησαν τέσσερις μήνες, με 10 ημέρες γύρισμα ανά επεισόδιο: «Είναι πολυτέλεια για κάποιες σειρές, σφιχτό για μια τέτοια σειρά. Είχαμε τη φιλοτιμία να το τηρήσουμε. Ήταν ένα project τρομερά ζωντανό. Γίνονταν συμβούλια κάθε δύο μέρες, τελειώναμε τα γυρίσματα και ξανασυζητούσαμε τα πάντα».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η μεγαλύτερη δυσκολία, όπως είπε, δεν ήταν τα μεγάλα σκηνικά ή οι απαιτητικές σκηνές στην Τεργέστη, «με 100% κόσμο, σκηνικά που χτίζονταν από την αρχή, αυτό εμένα με φτιάχνει», αλλά κάτι πιο άυλο: «Η μεγαλύτερη μάχη ήταν να κρατήσουμε το ποιητικό και μυστικιστικό κλίμα και την προσωπική μου ματιά μέσα σε ένα σφιχτό πρόγραμμα και ένα ακριβό project. Να μην παραδώσω τα όπλα». Ιδιαίτερη σημασία έδωσε και στο κλίμα συνεργασίας στο σετ: «Έπρεπε να πείσω παραγωγούς, ηθοποιούς, συντελεστές γι’ αυτό που φαντάζομαι, και να κρατήσουμε μια ατμόσφαιρα χαράς. Αυτό μας το είπαν και οι Ιταλοί στα γυρίσματα: “Τι γίνεται εδώ; Εδώ χαμογελάτε”».
Στο πιο συζητημένο κομμάτι της σειράς, τις ερωτικές σκηνές, ο Βαρδής Μαρινάκης στάθηκε στον τρόπο με τον οποίο τις προσλαμβάνει το κοινό: «Αν πας να δεις κάτι με την οικογένειά σου, με το τσαγάκι σου, και λες “είναι εποχής, θα φοράνε ωραία ρούχα, σε ωραία μέρη” και ξαφνικά, μετά από έναν γάμο, βλέπεις, κατ’ εμέ, ένα υπέροχο σεξ, ενσταντικό, τρυφερό, διονυσιακό, αυτό σου στρίβει λίγο το στομάχι. Είναι ακόμα ταμπού το σεξ». Τόνισε ότι για τον ίδιο οι σκηνές ήταν αναπόσπαστο μέρος της αφήγησης: «Ήταν απαραίτητες. Δεν έγιναν ηδονοβλεπτικά. Είχαμε intimacy coordinator στο σετ, καμία σκηνή δεν έγινε για να δούμε γυμνή την πρωταγωνίστρια. Όταν το ερωτικό ένστικτο και το ασυνείδητο οδηγούν τους ήρωες, είναι ο βασικός άξονας του βιβλίου».
Ο σκηνοθέτης δεν έκρυψε την ενόχλησή του για την επιλεκτική αυστηρότητα απέναντι στο γυμνό: «Μου λένε ότι είναι ok να σφάζουμε έναν άνθρωπο ή να πυροβολούμε, αλλά το να δούμε δύο ανθρώπους να ενώνονται, με τα σώματά τους ελεύθερα, είναι κάτι που πρέπει να καταγγείλουμε. Ο κόσμος είναι πουριτανός». Θύμισε μάλιστα ότι «τη δεκαετία του ’80 και του ’90» και πως σήμερα «ενώ μπορείς να βρεις στο άλλο άκρο τα πάντα online, το γυμνό στη μυθοπλασία σκανδαλίζει».
Ο Μαρινάκης αναφέρθηκε και στην 12χρονη κόρη του, η οποία είδε τις επίμαχες σκηνές στην πρεμιέρα: «Είχαμε πει να κλείσει τα μάτια της, τελικά δεν το κάναμε. Θεωρώ πως χίλιες φορές να δει αυτό, από το να δει, που θα το δει αργά ή γρήγορα στο κινητό».
