«O Vangelis ως μουσικός αποτελούσε ένα παράδοξο: ανέπτυξε έναν εκλεπτυσμένο μηχανισμό επιβίωσης, χάρη στον οποίο, και με πλήρη αδιαφορία για τη μόδα, οι συνθέσεις του αντέχουν στον χρόνο περισσότερο από πολλά νέα, νεανικά και δυναμικά είδη μουσικής, τα οποία αναδύονται σπινθηροβολώντας, πριν εξαφανιστούν στη λήθη των καλαθιών προσφορών των δισκοπωλείων».
Αυτές οι λέξεις στην αρχή της βιογραφίας «Vangelis: Ο άγνωστος άνθρωπος», την οποία υπογράφει ο Μαρκ Γκρίφιν, δίνουν στον αναγνώστη μια πρώτη ιδέα για τον εμβληματικό συνθέτη, του οποίου η μουσική ταξίδεψε μέχρι το Διάστημα.
«Ο Vangelis ως άνθρωπος ήταν ήσυχος και εσωστρεφής. Σωματώδης, ζυγίζοντας πάνω από 90 κιλά, μελαχρινός και γενειοφόρος, έδινε την εντύπωση ενός πολύ επιβλητικού χαρακτήρα», σημειώνει ο συγγραφέας, που επισημαίνει λίγο πιο κάτω: «Ηταν κατά κάποιον τρόπο ερημίτης και απεχθανόταν την εγωπάθεια που εκτρέφει η μουσική βιομηχανία». Οπως έλεγε ο ίδιος, «είμαι άνθρωπος που αποφεύγει τη δημοσιότητα, γιατί δεν πιστεύω ότι η προσωπική ζωή έχει ιδιαίτερη σημασία… Είναι μια περιττή πολυτέλεια…».
Από παιδί στις νότες
Οι γονείς του κατάλαβαν από πολύ νωρίς ότι ο μικρός Βαγγέλης λάτρευε τις νότες, γράφει ο Γκρίφιν στη βιογραφία του διάσημου συνθέτη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μπαρμπουνάκη. «Οταν άρχισα να συνθέτω ήμουν σχεδόν τεσσάρων ετών, οπότε δεν είχα καμία ανάμνηση μουσικής – ήταν πολύ νωρίς. Αλλά καθόμουν στο πιάνο και χρησιμοποιούσα ό,τι μπορούσα να βρω στο σπίτι ως κρουστά. Δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να μη συνθέτει. Δεν θυμάμαι ποτέ να ζω χωρίς μουσική». Μεγαλώνοντας και λίγο μετά την εφηβεία έρχεται η ώρα για το πρώτο γκρουπ και μια επιτυχία για την οποία δεν ήταν προετοιμασμένος.
«Οι Forminx ήταν ένα συγκρότημα στο σχολείο που πήγαινα και ήμουν πολύ μικρός. Επαιζαν κυρίως για πλάκα και με πήραν μαζί τους. Τελικά γίναμε αστέρες σε όλη την Ελλάδα χωρίς να συνειδητοποιούμε πραγματικά τι συνέβαινε». Οπως είπε αργότερα, αυτό που έκαναν τότε δεν είχε καμία σχέση με τη μουσική, παρότι το συγκρότημα έγινε γρήγορα το πιο δημοφιλές στην ελληνική επικράτεια.
Τα «παιδιά της Αφροδίτης»
Μετά τη διάλυσή τους το 1966, γνωρίζει τον μελλοντικό του μάνατζερ Γιάννη Ζωγράφο, που θυμάται ότι «ο Vangelis ήταν ο πρώτος άνθρωπος στην Ελλάδα που είχε όργανο Hammond… Ηταν πολύ καλύτερος μουσικός από εμένα που σταμάτησα να παίζω».
Στις αρχές του 1967 σχηματίζονται οι Aphrodite’s Child με μπασίστα και τραγουδιστή τον ξάδερφο του Vangelis, Ντέμη Ρούσσο, κιθαρίστα τον Αργύρη Κουλούρη και ντράμερ τον Λουκά Σιδερά. Με την έλευση της δικτατορίας το γκρουπ αποφασίζει να πάει στο Λονδίνο, αφού στην Ελλάδα οι συνθήκες εργασίας γίνονται δύσκολες για τον Vangelis και τα άλλα μέλη, αλλά τελικά λόγω μιας απεργίας των μέσων μεταφοράς στη Γαλλία εγκλωβίζονται στο Παρίσι. Εκεί όπου θα μεγαλουργήσουν τα επόμενα χρόνια.
«Μετακόμισα στο Παρίσι όπου ανελίχθηκα στη μουσική βιομηχανία, για να βγάλω αρκετά χρήματα ώστε να ξεκινήσω ένα στούντιο», δήλωσε δεκαετίες μετά ο Παπαθανασίου. «Είχαμε έναν δίσκο με εκατομμύρια πωλήσεις, μετά έναν άλλο… Εκανα κάποια πράγματα που δεν άντεχα τότε, αλλά δεν το μετανιώνω».
Ηδη στα τέλη των 60s και στις αρχές των 70s ηχογραφεί τα πρώτα του προσωπικά άλμπουμ, όπως το «L’ apocalypse des animaux», ένας προπομπός της new age μουσικής. Στα τέλη του 1970 οι Aphrodite’s Child ηχογραφούν το τελευταίο και πιο εμβληματικό τους άλμπουμ με τίτλο «666», όμως οι καλλιτεχνικές διαφορές των μελών της μπάντας διευρύνονται.
Το περιεχόμενο του άλμπουμ προκάλεσε ανησυχία στη Mercury Records λόγω του σατανικού του χαρακτήρα και η εταιρεία ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένη με το κομμάτι «Infinity» (στο οποίο συμμετείχε η ηθοποιός Ειρήνη Παπά), καθώς το εξέλαβε ως βλάσφημο. «Αυτό ήταν το τελευταίο άλμπουμ», είπε ο συνθέτης, επισημαίνοντας παράλληλα: «Στην πραγματικότητα θα ήθελα να ήταν το πρώτο, αλλά πρώτα έπρεπε να περάσουμε από αυτή τη διαδικασία των hit parade για να αποδείξουμε ότι μπορούσαμε να είμαστε εμπορικοί, να πουλάμε και να τα έχουμε καλά με τη δισκογραφική εταιρεία. Για μένα οι Aphrodite’s Child ήταν ένα όχημα για να μπω στον χώρο και να βγάλω αρκετά χρήματα ώστε να αποκτήσω το δικό μου στούντιο αργότερα». Η διάλυσή τους λίγους μήνες αργότερα αποτέλεσε σημείο καμπής στην καριέρα του Vangelis, καθώς «σηματοδότησε την αρχή μιας γόνιμης και πειραματικής περιόδου».
H τοξοβολία
Το πόσο απόμακρος χαρακτήρας ήταν ο Ελληνας συνθέτης φαίνεται από τα λόγια του Κιθ Γκούντγουιν, ο οποίος ανέλαβε υπεύθυνος Τύπου του καλλιτέχνη για μια δεκαετία: «Δεν είναι εύκολο να λειτουργείς ως υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων, όταν ο πελάτης σου είναι υπερβολικά κλειστός χαρακτήρας». Τόσο κλειστός που ακόμη και το πάθος του για την τοξοβολία το εξασκούσε στο σπίτι του Παρισιού, όπου έστησε έναν στόχο κανονικού μεγέθους στη μία άκρη του μεγάλου σαλονιού του.
«Αποσυρόταν στην άλλη άκρη του δωματίου», λέει ο Γκούντγουιν, «διάλεγε ένα τόξο και εκτόξευε το ένα βέλος μετά το άλλο. Στα αριστερά του στόχου υπήρχε ένας πολύ μεγάλος γυμνός τοίχος γεμάτος σημάδια, στα δεξιά ένα παράθυρο που τις περισσότερες φορές έμενε ανοιχτό για να αποφευχθεί ο θόρυβος από τα σπασμένα τζάμια».
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 παντρεύτηκε με την τραγουδίστρια Βάνα Βερούτη, με την οποία συνεργάστηκε σε διάφορα έργα τα επόμενα χρόνια, ενώ το 1973 ηχογραφεί το ψυχεδελικό άλμπουμ «Earth», τον τελευταίο δίσκο που έκανε στη Γαλλία, σφόδρα απογοητευμένος από τη στάση της εγχώριας δισκογραφικής βιομηχανίας απέναντι στη μουσική.
Το Λονδίνο
«Ηταν μια σπουδαία εποχή στη ζωή μου», θα δηλώσει χρόνια αργότερα ο οσκαρικός συνθέτης που έχοντας υπογράψει συμβόλαιο για τέσσερις δίσκους με την RCA παίρνει μια προκαταβολή που τον βοηθάει να στήσει στο Γουέστ Εντ το δικό του στούντιο.
Αν ήταν στο χέρι του, δεν θα κυκλοφορούσε καθόλου τα έργα του, γράφει ο Γκρίφιν, που αφήνει τα λόγια του συνθέτη να εξηγήσουν γιατί το έκανε: «Η μόνη στιγμή που ένιωσα ότι η μουσική θα γινόταν καριέρα ήταν όταν συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος να επιβιώσω και να έχω το δικό μου στούντιο, τα δικά μου όργανα και όλα τα σχετικά. Βρέθηκα υποχρεωμένος να εμπλακώ με τη μουσική βιομηχανία, διαφορετικά νομίζω ότι θα συνέχιζα να κάνω ακριβώς το ίδιο πράγμα χωρίς να κυκλοφορώ καθόλου μουσική».
«Η μόνη στιγμή που ένιωσα ότι η μουσική θα γινόταν καριέρα ήταν όταν συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος να επιβιώσω και να έχω το δικό μου στούντιο, τα δικά μου όργανα και όλα τα σχετικά»
Φανατικός συλλέκτης των πιο παράξενων μουσικών οργάνων, ο Vangelis ανακάλυπτε και δικά του, ακόμη κι όταν πήγαινε μια βόλτα για ψώνια σε ένα Habitat, το γνωστό κατάστημα με είδη σπιτιού. Ο Παπαθανασίου εντυπωσιάστηκε από κάποια βαριά μεταλλικά καπέλα φωτιστικών, τα οποία άρχισε να χτυπάει για να ακούσει τον ήχο που έβγαζαν!
Το βιβλίο αποκαλύπτει πως ο ο δικός μας Vangelis παραλίγο να γίνει μέλος των Yes, όταν ο τραγουδιστής του συγκροτήματος Τζον Αντερσον, με τον οποίο γνωρίζονταν από τα χρόνια του Παρισιού, τον προσέγγισε για να πάρει τη θέση του κιμπορντίστα Ρικ Γουέικμαν, που μόλις είχε αποχωρήσει.
«Ο μπασίστας Κρις Σκουάιρ είπε ότι όλοι ανεξαιρέτως ήταν πολύ ενθουσιασμένοι με την πιθανή συνεργασία, αν και τις επόμενες τρεις εβδομάδες ο Ελληνας αποδείχτηκε πολύ δύσκολη περίπτωση».
«Οι Yes ήταν καλοί, αλλά…»
Σύμφωνα με τον κιθαρίστα Στιβ Χάου, ο συνθέτης ήταν αρκετά επιβλητικός, αλλά απέφευγε να δεσμευτεί και, όπως είπε, «δεν ήμασταν πολύ σίγουροι αν ήθελε να μείνει».
Εχοντας μπει σε άλλους μουσικούς δρόμους, ο Παπαθανασίου δεν ήταν πια συνηθισμένος να δουλεύει με συγκρότημα, ενθουσιαζόταν με τα τύμπανα, π.χ., και τα κοπάναγε δαιμονισμένα ως δεξιοτέχνης, ενώ οι άλλοι τον περίμεναν για να προβάρουν τραγούδια.
Μετά από τρεις εβδομάδες, αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν ότι η σύμπραξη δεν θα έβγαζε πουθενά και, όπως ακούστηκε, «ο Vangelis δεν ήθελε επίσης να κάνει εκπτώσεις στο έργο του ή να αντιμετωπίσει τις πιέσεις της φήμης, οπότε αποχώρησε».
Καιρό μετά ο συνθέτης δήλωσε ότι «ποτέ δεν ένιωσα συμβατός μαζί τους. Οι Yes ήταν πολύ καλοί, αλλά ποτέ δεν ένιωσα ότι η μουσική τους ταίριαζε καλά με τον τρόπο που σκέφτομαι».
Εν αντιθέσει με τους Yes, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου ταίριαξε απόλυτα με τους δικούς μας Socrates, αφού εκτός από παραγωγός του άλμπουμ «Phos» έπαιξε πλήκτρα και κρουστά, ενώ συνέγραψε και ένα από τα τραγούδια του άλμπουμ.
Στην προσωπική του ζωή είχε μπει πλέον η φωτογράφος Βερονίκ Σκαβίνσκα, με την οποία συζούσε στο Λονδίνο, αλλά ήταν τόσο απασχολημένος με τη μουσική του, που δεν είχε χωρίσει με τη Βάνα Βερούτη, κάτι που έγινε στα τέλη του 1976.
Εχοντας πάθος με τα συνθεσάιζερ, όταν κυκλοφόρησε το πολυφωνικό CS-80 από τη Yamaha, το παρήγγειλε απευθείας από την Ιαπωνία και το όργανο ταξίδεψε ακόμη και με τρένο που διέσχισε τη Ρωσία, για να καταλήξει στο Λονδίνο και να χρησιμοποιηθεί κατά κόρον στο επερχόμενο τότε άλμπουμ του Vangelis «Spiral». Παρά τις επιρροές του από την ξένη μουσική, ο Παπαθανασίου δεν ξέχασε ποτέ τις ελληνικές του ρίζες και το 1978 αποφάσισε να κάνει έναν δίσκο με ηλεκτρονικές διασκευές παραδοσιακών ελληνικών τραγουδιών.
Κάθε χρόνο ερχόταν για τρεις μήνες στην Αθήνα και για το συγκεκριμένο εγχείρημα επιστράτευσε τη φίλη του Ειρήνη Παπά, προκειμένου να ερμηνεύσει κομμάτια όπως το «Σαράντα παλικάρια».
Με την Ειρήνη Παπά στις Κάννες το 1991
«Ηχογράφησε τα φωνητικά της στο εκπληκτικά σύντομο διάστημα των δύο ημερών, καθισμένη δίπλα στον Vangelis στην κονσόλα μείξης, με χαμηλωμένα φώτα στο στούντιο για τη δημιουργία ατμόσφαιρας, ενώ ο Vangelis διατήρησε τις γραμμές των συνθεσάιζερ απλές για να ενισχύσει την παραδοσιακή αίσθηση».
Το 1981 ο συνθέτης δέχεται την ανάθεση του soundtrack μιας ταινίας χαμηλού προϋπολογισμού με παραγωγό τον Ντέιβιντ Πάτναμ και σκηνοθέτη τον Χιου Χάντσον.
Η ταινία με τίτλο «Chariots of Fire» (Οι δρόμοι της φωτιάς) πραγματεύεται τον ηρωικό αγώνα δύο Βρετανών αθλητών να κερδίσουν το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στην κούρσα των 100 μέτρων στους Αγώνες του Παρισιού το 1924.
Ο σκηνοθέτης αναθέτει το κύριο θέμα στον Vangelis, ο οποίος όταν βλέπει μια συγκεκριμένη σκηνή -την εναρκτήρια της ταινίας- το εμπνεύστηκε και το ολοκλήρωσε σχετικά γρήγορα. Σύμφωνα με τον Πάτναμ, όμως, «παραπονιόταν συνεχώς ότι ήθελε να κάνει κάτι καλύτερο, αλλά τα πράγματα είχαν φτάσει σε ένα στάδιο όπου η ταινία είχε ολοκληρωθεί, είχε γίνει μια επιλογή και η συγκινητική εναρκτήρια σκηνή στην παραλία είχε επενδυθεί με ένα άλλο κομμάτι του Vangelis που λεγόταν “L’ Enfant”».
Οταν ο συνθέτης τού τηλεφώνησε, άφησε στη μέση το φαγητό του σε ένα εστιατόριο του Λονδίνου και βρέθηκε μέσα σε μια Rolls-Royce, η οποία διέθετε και κασετόφωνο.
Ο θρίαμβος και η «πόρτα»
Ο Παπαθανασίου πάτησε το play και ο παραγωγός ανατρίχιασε ολόκληρος ακούγοντας τη μελωδία με το πιάνο, η οποία προστέθηκε αμέσως στους τίτλους της ταινίας, στην αρχή και στο τέλος.
Το φιλμ που κόστισε μόλις 2 εκατ. λίρες προβλήθηκε στους κινηματογράφους την άνοιξη του 1981 αποσπώντας πολύ καλές κριτικές, ενώ προτάθηκε για επτά Οσκαρ.
Στις 29 Μαρτίου του 1982 κέρδισε τέσσερα, ανάμεσά τους και αυτό της καλύτερης πρωτότυπης μουσικής, που πήγε στον Vangelis την ημέρα που έκλεινε τα 39 του χρόνια.
Οπως είπε πολύ αργότερα ο Vangelis, «αυτό που βλέπω δημιουργεί ένα συναίσθημα που βγαίνει αμέσως προς τα έξω. Μπορεί να είναι το σωστό -το πρώτο- ενώ το δεύτερο και το τρίτο είναι πολύ πιο εγκεφαλικά, κάτι που αποτελεί υποδεέστερη επιλογή».
Σε ό,τι αφορά το θέμα του πιάνου, «παίχτηκε μια κι έξω. Για μένα είναι ο μόνος τρόπος. Μόλις ηχογραφήθηκαν το πιάνο και ο ρυθμός, προστέθηκαν μερικά ακόμη πράγματα». Παρά τον θρίαμβο, «ο συνθέτης προκαλούσε έντονη νευρικότητα στα διευθυντικά στελέχη της Polydor Records, καθώς φαινόταν να κάνει ελάχιστα για την προώθηση του single ή του άλμπουμ», υπογραμμίζει ο συγγραφέας.
Του ασκήθηκε μεγάλη πίεση προκειμένου να μεταβεί στις ΗΠΑ για τη λαμπερή τελετή απονομής, αλλά ο Vangelis, που απεχθανόταν να τον πιέζουν, αρνήθηκε να δώσει το «παρών» στη μεγαλύτερη στιγμή της μουσικής διαδρομής του. «Στον απόηχο της νίκης στα Οσκαρ στα τέλη Μαρτίου του 1982 τοποθετείται και η θρυλούμενη ιστορία σχετικά με τον Vangelis που πέρασε από τα γραφεία της Polydor στο Λονδίνο για να παραλάβει το Οσκαρ του στις αρχές Απριλίου.
Το τηλέφωνο χτυπά στα γραφεία της διοίκησης. Είναι ο θυρωρός: “Εχω έναν άντρα εδώ κάτω που λέει ότι έχει ραντεβού για να παραλάβει κάποιον κύριο Οσκαρ. Μπορείτε να δείτε αν έχετε κάποιον κύριο Ellis καταχωρημένο; Κάποιον κύριο Frank Ellis;”. Δεν υπήρχε ραντεβού στην ατζέντα για κανέναν κύριο Frank Ellis, και έτσι ένας πλούσιος και ταλαντούχος Ελληνας μουσικός βραβευμένος με Οσκαρ, εκδιώχθηκε από την είσοδο της δικής του δισκογραφικής εταιρείας, με την ατμόσφαιρα ίσως να δονείται από ελληνικές βρισιές».
Ο αντιδραστικός συνθέτης
Μετά το «Chariots of Fire» ο συνθέτης ήταν περιζήτητος για να γράψει κινηματογραφικές επιτυχίες, αλλά εκείνος παρέμεινε επιλεκτικός και παρότι δέχτηκε να συνθέσει το soundtrack του «Blade Runner» αρνήθηκε να κυκλοφορήσει σε δίσκο.
«Είπαν ότι πρέπει να βγάλω δίσκο με το “Blade Runner”», δήλωσε τότε. «Γιατί; Δεν μπορώ να γράφω μουσική κάθε μέρα και δεν μπορώ να καταλήξω με 20 άλμπουμ τον χρόνο για να ικανοποιήσω κάποιον επιχειρηματία. Κάνω αυτά τα πράγματα επειδή μου αρέσει και κυκλοφορώ ένα άλμπουμ όποτε θέλω».
Απεχθανόταν τα αεροπλάνα, δεν του άρεσε καθόλου να βρίσκεται στον αέρα και ταξίδευε οπουδήποτε στην Ευρώπη με τη Rolls-Royce του, ενώ όταν πήγε στην Αμερική επέλεξε να πάει με πλοίο, παρόλο που ζαλιζόταν ακόμη κι όταν το καράβι ήταν δεμένο στο λιμάνι. Χάρη στην οικονομική του άνεση, ορισμένες φορές έκανε αυτό που ορισμένοι θα χαρακτήριζαν υπερβολικό.
«Ενώ βρισκόταν στο Λος Αντζελες ο Vangelis αγόρασε ένα τζιπ Wrangler το οποίο μεταφέρθηκε αεροπορικώς στην Ελλάδα με Boeing 747 και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά των πλήκτρων (οργάνων) από την αποθήκη στο στούντιο και σε διαμερίσματα γύρω από την Αθήνα».
Για έναν άνθρωπο που απεχθανόταν τη δημοσιότητα, το 1987 δεν ήταν σίγουρα η χρονιά του, αφού βρέθηκε κατηγορούμενος ότι έκλεψε μια μελωδία και την οικειοποιήθηκε για το οσκαρικό «Chariots of Fire».
Η διαμάχη με τον Λογαρίδη
Ο τραγουδοποιός Σταύρος Λογαρίδης με τον οποίο ο Παπαθανασίου γνωριζόταν χρόνια τον κατηγόρησε ότι του έκλεψε τη μελωδία του «City of Violets» και κατέθεσε μαζί με την εταιρεία ΕΜΙ αγωγή κατά του Vangelis στα βρετανικά δικαστήρια ζητώντας αποζημίωση 2 εκατ. λιρών για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων.
«Η δίκη διήρκεσε τις δύο πρώτες εβδομάδες του Φεβρουαρίου. Προήδρευσε ο 73χρονος δικαστής Γουίτφορντ, ο οποίος ήταν εξαιρετικά κατάλληλος για τη θέση καθώς ήταν δεινός τρομπετίστας και στον οποίο σε κάποιο σημείο της δίκης δόθηκε ένα walkman και μια κασέτα με τις δύο μελωδίες για να μπορέσει να συγκρίνει τα θέματα…».
Ο Παπαθανασίου ακούγοντας τους ισχυρισμούς του Λογαρίδη σε διάφορα στάδια της δίκης δεν μπορούσε να κρατηθεί «εκδηλώνοντας τη δυσφορία του με επιφωνήματα, αναστενάζοντας και κουνώντας το κεφάλι του, μέχρι που χρειάστηκε να του επιβληθεί σιωπή από τον δικό του συνήγορο».
Οταν η έδρα τον κάλεσε να εξηγήσει την τεχνική του στη σύνθεση, ο Παπαθανασίου είπε: «Απλώς σκέφτομαι μια μελωδία και έρχεται αμέσως. Δεν καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια, απλώς έρχεται. Είναι αρκετά βαρετό στην πραγματικότητα».
Αντίθετα, δεν ήταν καθόλου βαρετή η επίδειξη αυτής της τεχνικής στον δικαστή αφού «η αίθουσα γέμισε με ηχητικό εξοπλισμό αξίας χιλιάδων λιρών, με τον κάπως σαστισμένο δικαστή να περιβάλλεται από ηλεκτρικά πιάνα, συνθεσάιζερ, κονσόλες μίξης και άλλο υλικό ηχογράφησης». Ο Vangelis έπαιξε το κομμάτι -ίσως να ήταν το πιο απροσδόκητο live στη ζωή του-, οι μάρτυρες κατέθεσαν και στις 18 Φεβρουαρίου ο δικαστής εξέδωσε την ετυμηγορία.
«Περιέγραψε το “Chariots of Fire” ως ένα κομμάτι που αποπνέει προσπάθεια και απάλλαξε ανεπιφύλακτα τον Vangelis από την κατηγορία ότι αντέγραψε συνειδητά ή υποσυνείδητα το “City of Violets”».
Ο φειδωλός Vangelis
Ηταν τόσο πολυγραφότατος που, όπως είπε, «αν σταματούσα να παίζω ή να συνθέτω τώρα (μιλάμε για το 1989) και δεν ακουμπούσα ποτέ ξανά τα χέρια μου στα πλήκτρα, θα είχα ίσως 100 άλμπουμ προς κυκλοφορία».
Αντίθετα, οι συναυλιακές του εμφανίσεις ήταν ελάχιστες σε όλα τα χρόνια της εξαιρετικής μουσικής διαδρομής του και όταν ρωτήθηκε γι’ αυτό επέλεξε να απαντήσει με χιούμορ: «Κοίτα αυτά (δείχνοντας 14 συνθεσάιζερ, τρία πιάνα και ένα σετ ντραμς), χρειάζεται τόση ώρα για να στηθούν, πώς να κάνω συναυλία!».
Η φαντασμαγορική «Μυθωδία» στους Στύλους του Ολυμπίου Διός
Εξίσου φειδωλός ήταν και σε ό,τι αφορούσε την προσωπική του ζωή, για την οποία δεν ήθελε ποτέ να μιλάει δημόσια. Ετσι, και όταν τον Σεπτέμβριο του 1997 έγινε γνωστό ότι είχε νέα σχέση, αρχικά σιώπησε.
Ο Vangelis τότε ήταν 54 ετών και η αγαπημένη του, την οποία είχε γνωρίσει πιθανότατα στις αρχές των 90s, ήταν η 27χρονη Λώρα Μεταξά, γόνο της γνωστής οικογένειας ποτοποιίας – «ο ίδιος παραδέχτηκε το 2005 ότι βρισκόταν στην τρίτη μακροχρόνια σχέση του».
Εμελλε να είναι και η τελευταία μιας ζωής γεμάτης νότες και μιας καρδιάς που σταμάτησε να χτυπάει στις 17 Μαΐου του 2022 σε νοσοκομείο του Παρισιού όπου νοσηλευόταν με κορονωϊό. Η κηδεία του έγινε την Παρασκευή 3 Ιουνίου στο Νεκροταφείο Περ-Λασέζ του Παρισιού με ελάχιστη δημοσιότητα και λόγω της πανδημίας πολύ λίγους παρόντες.
Το Ιδρυμα Vangelis Research Foundation και η τελευταία του σύντροφος Λώρα Μεταξά ανέλαβαν τη διαχείριση της περιουσίας του -εικάζεται ότι κυμαίνεται γύρω στα 245 εκατ. ευρώ- και της μουσικής του. Τα λόγια του Αμερικανού δημοσιογράφου Τιμ Γκρίβινγκ απαντούν με τον καλύτερο τρόπο στο ερώτημα τι ήταν τελικά ο Vangelis: «Υπήρχε κάτι το εξωγήινο σε αυτόν τον άνθρωπο και δεν ήταν μόνο η μουσική του».
Φωτογραφίες: Getty images / Ideal image, AFP / Visual Hellas
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
