Διήμερο Συνέδριο με θέμα ‘ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, ΚΡΙΤΙΚΗ, ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ’ πραγματοποιείται σήμερα 26 και αύριο 27 Ιουνίου στο Λονδίνο, αφιερωμένο στο έργο του σπουδαίου διανοητή Κώστα Δουζίνα. Από τη μεταπολίτευση μέχρι τη συγκρότηση ενός διεθνούς ρεύματος σύγχρονης κριτικής νομικής σκέψης, ο Κώστας Δουζίνας παραμένει μια από τις πιο αιχμηρές φωνές της εποχής μας.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλάμε για τη σχέση δικαίου και εξουσίας, την κρίση της δικαστικής «ουδετερότητας», τα ανθρώπινα δικαιώματα σε μια εποχή πολέμων και γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Και επίσης για τη θητεία του ως βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, τις σύγχρονες προκλήσεις για την Αριστερά, το ρόλο του δημόσιου διανοούμενου και το κορυφαία ερώτημα: μπορεί  η πολιτική  να αλλάξει την κοινωνία;

Οι εργασίες του Συνεδρίου για τον Κώστα Δουζίνα, που μας τιμά ως αρθρογράφος του Tvxs, ξεκινούν σήμερα Παρασκευή στις 10 π.μ στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου Birkbeck, Main Building, Malet Street.

Θα μιλήσουν οι Peter Goodrich, Gil Leung, Adam Gearey, Ozan Kamiloglou, Julia Chryssostalis, Patrick Hanafin, Cormac Deane, Ceylan Yildiz, Oscar Guardiola-Rivera, Marcus De Matos, Alexis Alvarez-Nakagawa, Illan Wall, Jaco Barnard-Naude, Can Oztas.

10πμ, Π/μιο Λονδίνου. Φυσική παρουσία και streaming
https://www.bbk.ac.uk/events/event/55132/centre-for-law-and-the-humanities-costas-douzinas-rights-resistance-critique-a-conference-celebrating-the-work-of-costas-douzinas-26-and-27-june-2026?fbclid=IwY2xjawSqJddleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBzTVB6djYyTGVNMWN6S1c5c3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHikwUhjuWO-6PuJk_p2fbCVctKjU9q1wBkw2IZG7PjqMKr3P-pwL7nLwLyk6_aem_H7NuRpIKqWRqcbNPZKgPKQ

Live streaming 12 μεσημέρι (Αθήνα)
https://teams.microsoft.com/dl/launcher/launcher.html?url=%2F_%23%2Fmeet%2F357762933525171…%3Fanon%3Dtrue&type=meet&deeplinkId=80f66c98-8190-45cf-a1b7-4b105e07270c&directDl=true&msLaunch=true&enableMobilePage=true&suppressPrompt=true

Φέτος κυκλοφορεί το πρώτο συλλογικό βιβλίο αφιερωμένο αποκλειστικά στο έργο σας, γραμμένο από μαθητές, συνεργάτες και συναδέλφους σας από πολλές χώρες. Πώς αισθάνεται ένας διανοούμενος όταν γίνεται ο ίδιος αντικείμενο μελέτης; Είναι δικαίωση, απολογισμός ή η αρχή μιας νέας συζήτησης;

Είναι ταυτόχρονα ευχάριστο και αγχωτικό να ακούς συναδέλφους φίλους και συντρόφους ευλογείες, ελεγείες και εγκωμια Η ευλογία, ο καλός και όμορφος λόγος, ο λογικός και ρητορικά πειστικός, είναι ταυτόχρονα και μια επιτάφια ομιλία, ένας επικήδειος που μου δίνει το τέλειο μελλοντα χρόνο, τον χρόνο της ουτοπίας. Θα έχω ακούσει, τον μεταθανάτιο επικήδειο.

Αλλά το συνέδριο είναι ταυτόχρονα και μια αναγνώριση της διεθνούς κοινότητας προοδευτικών και αριστερών νομικών που δημιουργήσαμε με τόσους άλλους. Από περιθωριακή και αντικείμενο επιθέσεων και χλεύης έχει αλλάξει σε πενήντα χρόνια την νομική διδασκαλία, έρευνα και πρακτική. Έρχονται πανεπιστημιακοί από την Αργεντινή, την Βραζιλία, την Νότια Αφρική, την Ιρλανδία, την Τουρκία, την Κολομβία. Ένα προοδευτικό κίνημα γιγαντώνεται αν γίνει παγκόσμιο και επιδραστικό. Αυτό το καταφέραμε.

Φεύγοντας από την Ελλάδα της δικτατορίας το 1974, θα μπορούσατε να φανταστείτε ότι πενήντα χρόνια αργότερα θα είχατε συμβάλει στη δημιουργία δύο Νομικών Σχολών και ενός διεθνούς ρεύματος σκέψης; Ποιο ήταν το καθοριστικό σημείο καμπής αυτής της διαδρομής;

Όχι βέβαια. Ούτε μου είχε περάσει από το μυαλό ότι θα έμενα στην Βρετανία και θα περνούσα όλη την ζωή μου στο Λονδίνο. Οι μεγαλύτερες αποφάσεις και αλλαγές στην ζωή μας γίνονται χωρίς την θέληση ή την προετοιμασία τους. Πως ήρθαμε στην ζωή, ποιόν ή ποια θα ερωτευτούμε. Πολλές επαγγελματικές και βιοματικές αποφάσεις έρχονται απ’ έξω, μπορείς να πεις ότι δεχόμαστε ένα κάλεσμα, μια απρόσμενη και αναντίρρητη πρόταση και εσύ ακολουθείς.

Ήρθα στο Λονδίνο τον Σεπτέμβριο του 1974, μόλις μπόρεσα να πάρω διαβατήριο με την πτώση της δικτατορίας. Πήρα το διδακτορικό μου το 1980 στο LSE και αμέσως ξεκίνησα την πανεπιστημιακή καριέρα. Την δεκαετία του 1980 μερικοί προοδευτικοί συνάδελφοι ιδρύσαμε στο Λονδίνο την σχολή σκέψης «Critical Legal Studies». Είναι μια προσπάθεια να εισάγουμε στην νομική διδασκαλία, πρακτική και έρευνα την κριτική θεωρία και την προοδευτική πολιτική. Το δίκαιο αποτελεί θεμέλιο και εργαλείο της κυρίαρχης άποψης για την οργάνωση της κοινωνίας. Η mainstream Νομική Σχολή δεν πολύ ενδιαφέρεται για την κοινωνική δικαιοσύνη και ριζοσπαστικές ιδέες.

Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα. Οι συνάδελφοι μας αντιμετώπιζαν με ένα μείγμα επιθετικότητας και αδιαφορίας. Όταν όμως το 1992, ο συνάδελφος Peter Goodrich κι εγώ διοριστήκαμε από το πανεπιστήμιο του Λονδίνου για να ιδρύσομε Νομική Σχολή στο Κολέγιο Birkbeck που δεν είχε μέχρι τότε, τα πράγματα άλλαξαν. Από δύο μέλη ΔΕΠ το 1992, η Σχολή έχει τώρα πάνω από τριάντα συναδέλφους και έχει αναγνωριστεί ως η πιο προοδευτική και κριτική Νομική στον κόσμο. Ιδρύσαμε το περιοδικό «Law and Critique» το 1989 και τον εκδοτικό οίκος «Birkbeck Law Press» που δημοσιεύει βιβλία κριτικής νομικής και φιλοσοφίας.

Είχα την μεγάλη τύχη να επιβλέψω διδακτορικά δεκάδων νέων ερευνητών από όλο τον κόσμο. Έρχονταν στο Λονδίνο και την Σχολή μας γιατί ήθελαν να ξεκινήσουν και στις χώρες τους την προσπάθεια της προοδευτικής και αριστερής σκέψης στο δίκαιο. Τα βιβλία μου έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες (πέντε και στα Ελληνικά) και οι προοδευτικοί νομικοί ξέρουν τον πρωτοποριακό ρόλο του Κολεγίου, της σχολής σκέψης και της δουλειάς μας. Ως αποτέλεσμα της διάδοσης της σκέψης μας είχα την τύχη να είμαι επισκέπτης καθηγητής και fellow σε πανεπιστήμια της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και πολλά Ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Σήμερα πια οι critical legal studies υπάρχουν παντού, όχι όμως στην Ελλάδα.

«Το “κράτος δικαίου” έχει αντικαταστήσει την κοινωνική δικαιοσύνη»

Το έργο σας συνδέθηκε με την ανάπτυξη της βρετανικής εκδοχής των Critical Legal Studies, ενός ρεύματος που αμφισβήτησε τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί ουδετερότητας του δικαίου. Σήμερα, σε μια εποχή αυταρχικών τάσεων και κρίσης των δημοκρατικών θεσμών, πόσο επίκαιρη παραμένει αυτή η κριτική;

Περισσότερο από ποτέ όπως φαίνεται με την τεράστια δυσπιστία των πολιτών στην δικαστική εξουσία που δεν πρέπει να ονομάζεται «δικαιοσύνη». Η δικαιοσύνη είναι προσωπική αρετή και πολιτική αξία, αυτό που δεν φαίνεται να συμμερίζονται οι περισσότεροι ανώτεροι δικαστές. Μία από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις μετά την επιστροφή στην πατρίδα ήταν η έλλειψη κριτικής ανάλυσης και αποδόμησης της ιδεολογίας και της πρακτικής του δικαίου.

Η κριτική νομική θεωρία δεν διδάσκεται στις νομικές σχολές, η νομική σκέψη δεν συνομιλεί με τη φιλοσοφία του δικαίου παραμένοντας έτσι σε ένα πρωτόλειο επίπεδο ανάλυσης, η νομοπαρασκευαστική λειτουργία αποτελεί μια θετικιστική μεταφορά πολιτικών στο πεδίο του δικαίου χωρίς γενικότερη εξέταση των καταβολών ή των επιπτώσεών τους. Η κριτική απουσιάζει και έχει αντικατασταθεί από το αναμάσημα φιλελεύθερων κοινοτοπιών και ανυποστήρικτων ισχυρισμών.

Στο δίκαιο, ο εύπεπτος και αγοραίος φιλελευθερισμός απολαμβάνει την πιο πλατιά ηγεμονία, μία ηγεμονία με συγκεκριμένα και μετρήσιμα ιδεολογικά αποτελέσματα. Το «κράτος δικαίου» έχει αντικαταστήσει την κοινωνική δικαιοσύνη και την πίστη στον λαό, υπάρχει δυστυχώς σε όλο το νομικό πεδίο.

Το «κράτος των δικαστών» αποτελεί προκλητική κατάχρηση του ελέγχου συνταγματικότητας κεντρικών κυβερνητικών πολιτικών που επηρεάζουν την ισορροπία δυνάμεων ακόμη και αν περιλαμβάνονταν στον εκλογικό μανιφέστο της κυβέρνησης. Το δίκαιο επιβάλλεται επί της πολιτικής εξουσίας, οι δικαστές επί των πολιτικών, τα δικαστήρια γίνονται αποφασιστικός πολιτικός παράγοντας. Αλλά υπάρχει μια σημαντική διαφορά αν συγκρίνουμε την διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με την σημερινή.

Στην πρώτη, οι «ανεξάρτητοι» άρχοντες, τραπεζίτες και δικαστές, το Συμβούλιο Επικρατείας και ο Άρειος έγιναν η πιο αποτελεσματική αντιπολίτευση. Ανέλαβαν την υπεράσπιση της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας και των «πυλώνων» της εξουσίας που θεώρησαν ότι απειλούσε η αριστερή κυβέρνηση. Σήμερα υποστηρίζουν τις περισσότερες αποφάσεις της κυβέρνησης (υποκλοπές, Τέμπη, ιδιωτικά πανεπιστήμια, τράπεζες) και έχουν οδηγήσει στην γενική απαξίωση της δικαστικής εξουσίας. Έχουμε κάποιους μύθους, που αποκρύπτουν και νομιμοποιούν την πραγματική λειτουργία του συστήματος:

1. Οι δικαστές είναι «φερέφωνα του νόμου».
2. Η «αντικειμενικότητα» του δικαίου απαιτεί την δικαστική «ουδετερότητα» των δικαστών, δλδ τον αποκλεισμό μη νομικών ιδεολογικών, πολιτικών και ηθικών προτιμήσεων από την διαδικασία της απόφασης. Αλλά σε υποθέσεις με πολιτικό επίδικο, εκεί που αλλάζει την ισορροπία των πολιτικών ή κοινωνικών δυνάμεων, η ουδετερότητα των δικαστών είναι αδύνατη.
3. Η διάκριση της εκτελεστικής από την δικαστική εξουσία. Οι κρίσιμες δικαστικές αποφάσεις με πολιτικό επίδικο υποκαθιστούν την νομοθετική εξουσία που ανήκει τυπικά στην Βουλή και ουσιαστικά στην κυβέρνηση. Οι δικαστές συστηματικά νομοθετούν υπό το πρόσχημα ότι ερμηνεύουν τον νόμο.

Στα βιβλία σας για τα ανθρώπινα δικαιώματα υποστηρίξατε συχνά ότι τα δικαιώματα μπορούν να λειτουργήσουν ταυτόχρονα ως εργαλεία χειραφέτησης αλλά και ως εργαλεία εξουσίας. Μετά τους πολέμους στην Ουκρανία και τη Γάζα, πιστεύετε ότι η διεθνής γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει ενισχυθεί ή έχει αποδυναμωθεί;

Όχι μόνο έχει ενδυναμωθεί αλλά έχει γίνει αποδεκτή και από πολλούς που την αντιμετώπισαν αρνητικά στην αρχή. Όταν έγραψα «Το Τέλος των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων» (Παπαζήσης 2007) πολλοί με κατηγόρησαν για απαισιοδοξία, παλιομοδίτικο σοσιαλισμό, ηθικά επιλήψιμο. Σήμερα τα περισσότερα βιβλία για τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι επικριτικά και το δικό μου είναι το κλασικό του είδους.

Γιατί στην Νέα Παγκόσμια Τάξη που διακηρύχτηκε μετά την πτώση του «υπαρκτού», τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο ανθρωπισμός προηγούνται, συνοδεύουν και νομιμοποιούν τους ανθρωπιστικούς πολέμους και την κυριαρχία του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού. Οι ΗΠΑ και οι περισσότερες δυτικές δυνάμεις υποστήριξαν ότι ο πόλεμος και η κατοχή στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, η γενοκτονία στην Γάζα και οι επιθέσεις στην Βενεζουέλα και το Ιράν αποσκοπούν στην «προστασία» των δικαιωμάτων (Human Rights and Empire, Routledge, 2007). Εξ ίσου, το ΔΝΤ, ο ΠΟΕ και η “συναίνεση της Ουάσιγκτον” επέβαλαν τα δικαιώματα των πολυεθνικών επιχειρήσεων στον παγκόσμιο Νότο όπως και στην χώρα μας με τα μνημόνια.

«Ο Τραμπισμός αποτελεί έκφραση αυτής της παρακμής»

Όλα απέτυχαν και οδήγησαν στην παρακμή της Δύσης και την άνοδο του παγκόσμιου Νότου. Ο Τραμπισμός αποτελεί έκφραση αυτής της παρακμής και παροξυσμική προσπάθεια αντιστροφής της. Είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αλλά οδηγεί σε πολέμους, καταστροφές, θανάτους. Επιβεβαίωσαν όλα αυτά την υπόθεση ότι το δίκαιο δεν είναι πλέον απλώς η μορφή, το μέσο ή ο περιορισμός της εξουσίας, αλλά έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας της. (Το Κράτος των Δικαστών, Παπαζήσης, 2025). Η αντίσταση στην κοινωνική και πολιτική εξουσία με ενεργή ανάμειξη στην κρατική, τοπική ή κινηματική πολιτική αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του κριτικού.

Έχετε συνδέσει τη νομική θεωρία με την αισθητική, τη λογοτεχνία, την ψυχανάλυση και την εικόνα. Γιατί θεωρείτε ότι ένας νομικός δεν μπορεί να κατανοήσει πραγματικά το δίκαιο αν αγνοεί τον πολιτισμό και τις τέχνες;

Η πρώιμη προσπάθεια μας αποσκοπούσε να απομυθοποιήσει τη νομική ιδεολογία όπως εμφανίζεται στη νομολογία και τα νομικά εγχειρίδια. Επικεντρώθηκε στη νομική μορφή (πρόσωπο, δικαίωμα, κανόνας) και στη μεταφυσική της υποκειμενικότητας. Υιοθετήσαμε φιλοσοφικές στρατηγικές και μεθοδολογικά εργαλεία από την κριτική θεωρία, τα προσαρμόσαμε και εισάγαμε στην νομική θεωρία και το δίκαιο. Κάτι που κάνουν όλες οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες εκτός από το κυρίαρχο νομικό παράδειγμα.

Η αποδόμηση μας βοήθησε στην απομυθοποίηση των επιστημολογικών θεμελίων, Ο Φουκώ του «καθεστώτος αλήθειας» της νομικής επιστήμης και στη διερεύνηση της γενεαλογίας του δικαίου και της ηθικής. Εξετάσαμε το νόμο του κειμένου στα κείμενα του νόμου χρησιμοποιώντας τη ρητορική, την ερμηνευτική, την αποδόμηση, τη σημειωτική και την ψυχανάλυση.

Για την κριτική θεωρία, η κειμενική και η θεσμική οργάνωση του δικαίου είναι βαθιά συνυφασμένες. Το δίκαιο ως σύστημα σημείων και μέρος της συμβολικής τάξης είναι ταυτόχρονα αναγκαίο και πλασματικό. Οι μυθοπλασίες του δικαίου λειτουργούν και αλλάζουν τον κόσμο, συμβάλλουν στην οργάνωση του υποκειμένου ως ελεύθερου και/ή υποταγμένου στη λογική της εξουσίας και των θεσμών.

Αναδείξαμε μια ευρύτερη αντίληψη για την νομική αισθητική. Ξεκινώντας από το κλασικό λατινικό ρητό jus vitam constituet (το δίκαιο συνιστά την ζωή), συμπεραίνουμε ότι ο νόμος και το δίκαιο «κατασκευάζει» τον άνθρωπο συνδυάζοντας το βιολογικό στοιχείο, το κοινωνικό και το ασυνείδητο. Και τα τρία ακολουθούν διάφορα είδη νομιμότητας: οι φυσικοί, οι κοινωνικοί και οι ψυχολογικοί νόμοι συντονίζονται για να μας κάνουν αυτό που είμαστε.

Η κριτική θεωρία εξετάζει τις νομικές κατασκευές της ταυτότητας μας και τους τρόπους με τους οποίους το φύλο, η φυλή, η αποικιοκρατία ή η σεξουαλικότητα δημιουργούν μορφές ταυτότητας που πειθαρχούν τα σώματα αλλά προσφέρουν και εργαλεία αντίστασης. Η νομιμότητα βρίσκεται τόσο μέσα όσο και έξω από το θετικό δίκαιο του κράτους. Εξετάζουμε επομένως το «νόμο του νόμου», ό,τι βρίσκεται πριν και κάτω από το κρατικό δίκαιο, τις οντολογικές, αισθητικές και υλικές πτυχές του.

Κι αυτό γιατί τπ δίκαιο πρέπει να μιλάει τόσο στα συναισθήματα όσο και στο μυαλό. Οι εικόνες, η λογοτεχνία και οι τέχνες αποτελούν μέρος της ευρύτερης νομικής παλέτας. Για να παραφράσουμε τον Σέλλευ, οι ποιητές είναι οι μη αναγνωρισμένοι νομοθέτες του κόσμου, ενώ οι φιλόσοφοι και οι δικηγόροι λειτουργούν και καλλιεργούν μια αισθητική της ζωής.

Ως ιδρυτής του Birkbeck Institute for the Humanities επιχειρήσατε να φέρετε σε διάλογο ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες και πολιτικούς ακτιβιστές. Σήμερα, που τα πανεπιστήμια πιέζονται όλο και περισσότερο να λειτουργούν με επιχειρηματικά κριτήρια, υπάρχει ακόμη χώρος για δημόσιους διανοουμένους;

Τον Μάρτιο του 2016 ξεκίνησα την διοργάνωση σειράς διαλέξεων στο Μέγαρο Μουσικής με τίτλο «Θεωρία στο Μέγαρο». «Το Μέγαρο Μουσικής εάλω» έγραψαν τα Νέα. Ο Πρετεντέρης υποστήριξε στο Βήμα ότι η σειρά ολοκληρώνει την επιθυμία της διανόησης να «εισβάλει στον αστικό χώρο καθοσίωσης». Αλώθηκε το Μέγαρο από της εκατοντάδες που άκουσαν τον Ετιέν Μπαλιμπάρ, την Τζούντιθ Μπάτλερ, την Μαρίνα Γουόρνερ, την Τζοάννα Μπερκ, την Τζάκελιν Ρόουζ, τον Ντέιβιντ Χάρβευ, τον Μπρους Ρόμπινς, τον Ζορζ Ντιντι-Ιμπερμάν, τον Κώστα Δουζίνα, τον Αιμίλιο Χριστοδουλίδη, τον Στήβεν Φρος, τον Ντιντιέ Φασέν, τον Τσαρλς Τέιλορ μεταξυ πολλών άλλων.

Δεν θα βρείτε πολλούς πιο γνωστούς διανοούμενους διεθνώς. Αλλά για τους επιφανείς σχολιαστές η θεωρια, η φιλοσοφια, οι ιδέες δεν έχουν θέση στο ‘ναό τον αστών’, οι ιδεες είναι επικίνδυνες. Η ‘άλωση’ του Μεγάρου από την θεωρία αποτελεί την Ελληνική συνεισφορά στην παγκόσμια συζήτηση για τον θάνατο του διανοούμενου.

Ο θάνατος του δημόσιου διανοούμενου συμπίπτει με την ανέλιξη του τεχνοκράτη, του ειδήμονα που επιβάλλεται επί της πολιτικής και των πολιτικών. Οι πιο γνωστοί, ο Ράσελ, ο Σαρτρ η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο Σαιντ ή ο Ντεριντά, αγωνίζονταν για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ισότητα, αντιστάθηκαν στο ρατσισμό και την αποικιοκρατία, εναντιώθηκαν στον πόλεμο. Το ίδιο και οι Έλληνες, ο Σεφέρης, ο Μάνεσης, ο Καστοριάδης, ο Πουλαντζάς, ο Σβορώνος, ο Τσουκαλάς. Εκπροσωπούσαν τον «ριζικο διαφωτισμό», μιλώντας εν μέρει ως ειδικοί αλλά κυρίως ως αντιπρόσωποι της δικαιοσύνης και της αλήθειας.

Η γνώση και η αλήθεια, υποστηρίζουν, δεν είναι «αντικειμενικές» αλλά πεδία μάχης στα οποία μπαίνουμε οπλισμένοι με ηθικές αρχές, ιστορική συνείδηση και πολιτικές αξίες. Οι ηθικές και πολιτικές του αρχές τον βοηθούν να κρίνει, να καταδικάζει και να αντιστέκεται στις υποδείξεις της εξουσίας και τις κοινοτοπίες της «κοινής γνώμης». Η αλήθεια και η οικουμενικότητα δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, είναι στρατηγικές για την ριζική της αλλαγή.

«Ο ρόλος του διανοούμενου είναι να λέει την αλήθεια στην εξουσία»

Ο ηρωικός διανοούμενος πέθανε τη δεκαετία των 1990. Αντικαταστάθηκε από τους ειδήμονες, τους τεχνοκράτες, τους εμπειρογνώμονες. Δεν ανταποκρίνεται πια ο διανοούμενος στην ηρωική μορφή ενός Ράσελ, ενός Σαρτρ, ενός Καστοριάδη, ενός Τσουκαλά. Εφ’ όσον δηλώνει ειδικός, είτε πληρώνεται από το κράτος είτε όχι, πρέπει να απέχει από ηθικές αρχές και πολιτικές δεσμεύσεις και να παρουσιάζεται ‘ουδέτερος’ και ‘αντικειμενικός’. Διαφορετικά ο διανοούμενος των αξιών είναι ‘φανατισμένος’, ‘σταλινικός’, ’ιδεοληπτικός’. Έτσι έχουμε από την μια τους λίγους διανοούμενους παλιάς κοπής στρατευμένους στην ηθική κρίση και, από την άλλη, αυτούς με συγκεκριμένη ειδίκευση που προσφέρουν τεχνικές συμβουλές στη εξουσία.

Οι πρώτοι είναι «ψευδοπροφήτες», που δεν είναι επαρκώς εξειδικευμένοι και διακατέχονται από ριζοσπαστικές αυταπάτες. Οι επιθέσεις στην ακεραιότητα και τα κίνητρά τους, η χλεύη και οι προσβολές είναι ανελέητες και φτάνουν στα όρια του παροξυσμού όταν απειλείται η κυρίαρχη ιδεολογία. Όπως κατήγγειλαν τα Νέα, το ακαδημαικό μου έργο έχει προσηλυτισει «νέα καλά μυαλά στη χαρούμενη γνώση της αντισυστημικής επιστήμης». Ήταν έπαινος, όχι κατηγορία.

Σήμερα η λειτουργία του διανοούμενου είναι διττή. Πρώτον, να παρουσιάζει ένα πλαίσιο για την κατανόησης της πραγματικότητας αποδημώντας τις απλοϊκές και κοινότοπες κατηγορίες που περιορίζουν την γλώσσα και καθοδηγούν την σκέψη. Δεν αναπολεί τα ‘παλιά καλά χρόνια’, ούτε ‘πουλάει’ αριστεία για προσωπική επίδειξη. Αντίθετα ενσωματώνει ένα στοχαστικό τρόπο ζωής, ένα παράδειγμα μετριοφροσύνης προς μίμηση. Θέτει δύσκολες ερωτήσεις, αντιστέκεται στην ορθοδοξία και τον δογματισμό, αντιπροσωπεύει όσους έχουν ξεχάσει οι εξουσίες, εκπροσωπώντας τις καθολικές υιμες αρχές του διαφωτισμού.

Όπως λέει ο Έντουαρντ Σαΐντ, «ο ρόλος του διανοούμενου βρίσκεται στην κόψη», δουλειά τους «να λένε την αλήθεια στην εξουσία». Είναι ένας σύγχρονος Ρομπέν των Δασών που δίνει φωνή σε εκείνους που αλλιώς δεν θα μπορούσαν να ακουστούν.

Από την ακαδημαϊκή έδρα περάσατε και στην ενεργό πολιτική ως βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Τι μάθατε για τη σχέση θεωρίας και πράξης; Επιβεβαιώθηκαν ή διαψεύστηκαν οι προσδοκίες που είχατε για τη δυνατότητα της πολιτικής να αλλάξει την κοινωνία;

Το μεγάλο ιστορικό κεφάλαιο της Αριστεράς είναι να λειτουργεί ως θεωρία στην πράξη, να αποφασίζει στρατηγική και πολιτικές μπολιάζοντας τις αξίες της με την επιστήμη και την κατανόηση του εκάστοτε συσχετισμού δυνάμεων. Αλλά τα κεντρικά στελέχη δεν την προέβλεψαν παρασυρμένα από το σύντομο ραντεβού τους με την κυβέρνηση. Η αποκλειστική ενασχόληση με την κυβερνησιμότητα εμπόδισε την διάγνωση της αριστερής υποχώρησης και τις επερχόμενες ήττες. Φαίνεται ότι η Αριστερά δεν έχει κατανοήσει τις αλλαγές στην κοινωνία που οδήγησαν στην άνοδο της ακροδεξιάς και δεν συνομιλεί δημιουργικά μαζί της.

Δίπλα στην έλλειψη κοινωνικής «γείωσης» που μετάτρεψε το κόμμα σε αιωρούμενο εκλογικό μηχανισμό είχαμε την εγκατάλειψη της θεωρητικής μελέτης και ανάλυσης του κοινωνικού γίγνεσθαι, των ταξικών και επαγγελματικών διαστρωματώσεων, την αδιαφορία και απουσία από την πάλη των ιδεών, την αντικατάσταση της επιστημονικής κατανόησης και τεκμηρίωσης από μια επιδερμική επικοινωνιακή στρατηγική. Έχουν ευθύνη τα κυβερνητικά στελέχη, οι αριστεροί επιστήμονες και διανοούμενοι, εγώ μαζί τους.

Όταν η πράξη προχωρεί χωρίς θεωρία – εκτός από μερικούς ρητορικούς δογματισμούς – ο άκρατος βολονταρισμός οδηγεί στα βράχια, στην αριστερή μελαγχολία και την απογοήτευση. Πολλές αστοχίες της “πρώτης φοράς αριστερά” ήταν αποτέλεσμα περιορισμένης θεωρητικής κατανόησης. Μια συζήτηση που δεν έγινε ήταν για την διαφορά εξουσίας και κυβέρνησης. Όσοι πίστευαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει την εξουσία θεωρούσαν ότι η απλή νομοθέτηση πολιτικών θα οδηγούσε αυτόματα στην εφαρμογή τους. Οι κυβερνητικοί συντόνιζαν τις ενέργειες τους με το κυρίαρχο παράδειγμα αποζητώντας την επιδοκιμασία των ΜΜΕ και των καθεστωτικών συστημάτων. Αλλά η εξουσία είναι αποκεντρωμένη και πλουραλιστική, ριζωματική και δικτυωμένη.

Διαχέεται σε όλο τον κοινωνικό ιστό και λειτουργεί στις προσωπικές, κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις. Παράγει υποκείμενα, στάσεις ζωής και συμπεριφορές. Αν κάποιος ακολουθεί πιστά τα πρότυπα συμπεριφοράς που επιβάλλει η ανεπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία ‒ κατανάλωση, ατομισμός και ανταγωνισμός, αδιαφορία για τον διπλανό ‒ δρα εντός των συστημικών παραμέτρων, ανεξάρτητα από ιδεολογικές δεσμεύσεις. Ξέρουμε διαπρεπείς αριστερούς η ρητορική των οποίων δεν είχε καμία σχέση με της συμπεριφορά τους. Ήταν ένας παράγοντας στην αρχική αποδοχή και στην μετέπειτα εκπαραθύρωση του Κασσελάκη. . Όλα αυτά προετοίμασαν τις ήττες του 2019 και 2023.

«Από τη γειτονιά και την πόλη θα ξεκινήσει πάλι η μεγάλη αλλαγή»

Θα ξαναπέρνατε μέρος στην ενεργό πολιτική μετά την εμπειρία σας;

Παραμένω πολιτικά ενεργός. Είμαι δημοτικός σύμβουλος Πειραιά με την παράταξη «Αλλάζουμε τον Πειραιά για όλες και για όλους». Είναι μια υποδειγματική παράταξη, με μέλη από όλους τους αριστερούς πολιτικούς χώρους και πολλούς ανεξάρτητους, όπως και εγώ. Πολύ θα ήθελα να υπήρχε ανάλογη εξέλιξη και στην κεντρική πολιτική σκηνή αλλά φαίνεται δύσκολο. Τουλάχιστον πρέπει να υπάρξει καταλλαγή, αποφυγή καταγγελιών των πιο κοντινών συντρόφων, να σταματήσει ο «ναρκισσισμός των μικρών διαφορών.

Από την γειτονιά, την συνοικία, την πόλη, όπου ο κόσμος ζεί, δουλεύει, αγαπάει, διασκεδάζει, θα ξεκινήσει πάλι η μεγάλη αλλαγή. Η συμμετοχή στα δημοτικά είναι πιο σημαντική από την κεντρική πολιτική γιατί υπάρχει ελευθερία κινήσεων και η δυνατότητα να συνδυάσεις θεωρία και πράξη. Αλλά η έννοια της αυτοδιοίκησης συνεχώς περιορίζεται. Η κυβέρνηση επιβάλλει τις συγκεντρωτικές απόψεις της και αφαιρεί πόρους.

Η Ευρώπη υπήρξε κεντρικό θέμα πολλών παρεμβάσεών σας. Αν συγκρίνατε τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση με εκείνη που γνωρίσατε ως νέος φοιτητής μετά τη Μεταπολίτευση, ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη πρόοδο και ποια τη μεγαλύτερη οπισθοδρόμηση, που υπηρετούν τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου και του real estate;

Η μεγάλη υποχώρηση είναι η πλήρης αποδοχή του νεοφιλευθερισμού, η υποτίμηση του κοινωνικού κράτους και η κίνηση προς μια πολεμική οικονομία με ακροδεξιούς στο τιμόνι. Η γενοκτονία στην Γάζα και ο πόλεμος στο Ιράν έδειξαν ότι η ΕΕ παραμένει ένας οικονομικός γίγαντας και ένας γεωπολιτικός νάνος.

Θετικός υπήρξε ο περιορισμός των εσωτερικών συνόρων και η δυνατότητα επίσκεψης άλλων κοινωνιών και πολιτισμών. Αλλά βέβαια αυτό ισχύει μόνο για τους πολίτες και όχι για τους πρόσφυγες ή τους μετανάστες. Η αρχική μεγαλοψυχία της αλληλεγγύης έγινε ξενοφοβία και οδήγησε στον ρατσισμό. Έτσι η Ευρώπη συνεχίζει την ιστορική της παράδοση. Κέντρο επινόησης ιδεών, αξιών, επιστημονικών και τεχνολογικών εφευρέσεων και ταυτόχρονα εργαστήρι κακών πολιτικών και εκκολαπτήριο αντιδραστικών και καταστροφικών ιδεών.

Αν σήμερα ένας νέος Έλληνας επιστήμονας σάς ζητούσε μία συμβουλή για να αποκτήσει διεθνή παρουσία χωρίς να χάσει την επαφή του με την κοινωνία και την πολιτική, ποια θα ήταν; Και ποιο είναι το σημαντικότερο μάθημα που σας δίδαξαν αυτά τα πενήντα χρόνια δημόσιας και ακαδημαϊκής ζωής;

Οι Έλληνες πανεπιστημιακοί και ερευνητές έχουν μεγάλη παρουσία και εξαιρετική φήμη στα μεγάλα πανεπιστήμια της Δύσης. Αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες αλλοδαπές κοινότητες στην Βρετανία. Βέβαια με την συνεχή συρρίκνωση των πανεπιστήμιων τα πράγματα δεν είναι εύκολα όπως για μας που ήρθαμε για μεταπτυχιακά στα 70 και 80. Αλλά είναι δυνατό ακόμη να κάνει πορεία στο εξωτερικό. Μερικές συμβουλές στην νέα συνάδελφο.

Να μην υποχωρείς στην επιθυμία σου. Να δουλεύεις σκληρά αλλά για θέματα που αγαπάς. Να προσπαθείς να τα δημοσιοποιείς και διεθνοποιείς την έρευνα σου. Αν είναι δυνατό να σκέφτεσαι έξω από το κουτί, να ερευνάς νέες, ριζοσπαστικές ακόμη και εκκεντρικές ιδέες. Αν κάνεις αυτά που κάνουν όλοι, οι ξένοι ερευνητές θα προτιμηθούν στην χώρα τους. Αλλά η διαφορετική, αυτή που σκέφτεται εναλλακτικά και πρωτότυπα είναι ευπρόσδεκτη. Μην απογοητευτείς με αρχικές αποτυχίες. Επίμεινε, ξαναπροσπάθησε, θα αποτύχεις καλύτερα και μετά θα πετύχεις.