Τη δέσμη πέντε παρεμβάσεων που, όπως υποστήριξε, μπορούν να βελτιώσουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών παρουσίασε ο πρόεδρος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑ.Σ) Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας στο 7ο OT FORUM.

Απαντώντας σε ερώτηση για τις βασικές προγραμματικές προτεραιότητες του πολιτικού φορέα που ηγείται, ο πρώην πρωθυπουργός ανέπτυξε ένα σχέδιο που εστιάζει στην αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας, τη στεγαστική κρίση, τις μετακινήσεις, την εκπαίδευση και την ενίσχυση των μισθών σε υγεία και παιδεία.

Ο Αλέξης Τσίπρας έθεσε ως κορυφαία προτεραιότητα το υψηλό κόστος ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς την ενεργειακή φτώχεια.

«Θα έβαζα στην πρώτη θέση το θέμα της ενεργειακής ακρίβειας και του υψηλού ενεργειακού κόστους για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι «σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η Ελλάδα μαζί με τη Βουλγαρία είναι ουραγοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ενεργειακή φτώχεια που αγγίζει το 19,2%, δηλαδή σχεδόν ένα στα πέντε νοικοκυριά».

Όπως εξήγησε, η πρόταση της ΕΛ.Α.Σ. προβλέπει τη δημιουργία ενός συστήματος σταθερών και μακροχρόνιων συμβολαίων μεταξύ παρόχων και παραγωγών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, με ενεργότερο ρόλο της ΔΕΗ.

«Έχουμε βρει τον τρόπο ώστε να υπάρχει μια ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα ηλεκτρικού ρεύματος σε σταθερή και προσιτή τιμή για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, έτσι ώστε μεσοσταθμικά να μειωθεί το κόστος των τιμολογίων κατά 30%», υποστήριξε.

Ως δεύτερη προτεραιότητα ανέδειξε το στεγαστικό πρόβλημα και ειδικότερα τη διαχείριση των «κόκκινων» στεγαστικών δανείων.

«Όλοι λένε ότι οι τράπεζες ξεφορτώθηκαν τα κόκκινα δάνεια. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι οι δανειολήπτες συνεχίζουν να τα κουβαλούν στις πλάτες τους», τόνισε.

Ο πρώην πρωθυπουργός παρουσίασε την πρόταση δημιουργίας δημόσιου φορέα κοινωνικής διαχείρισης στεγαστικών δανείων και στεγαστικής πολιτικής, στον οποίο θα μεταφερθούν αναξιοποίητα ακίνητα του Δημοσίου αλλά και μέρος των προβληματικών στεγαστικών δανείων. «Θέλουμε να δώσουμε τη δυνατότητα στον δανειολήπτη να αγοράσει το δάνειό του σε τιμή κοντά σε αυτή που το απέκτησαν τα funds, με ουσιαστικές ρυθμίσεις, χαμηλές δόσεις και μακροχρόνια αποπληρωμή», ανέφερε.

Παράλληλα ξεκαθάρισε ότι η πρόταση δεν αφορά στρατηγικούς κακοπληρωτές, σημειώνοντας πως «όποιος πραγματικά δεν μπορεί να ανταποκριθεί, αντί να χάνει το σπίτι του σε πλειστηριασμό, θα μπορεί να εντάσσεται σε ένα σύστημα κοινωνικής κατοικίας».

Η τρίτη πρόταση αφορά τη δωρεάν χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας.

«Θεωρούμε ότι η μετακίνηση μπορεί να γίνει δημόσιο και δωρεάν δικαίωμα για όλους τους κατοίκους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, πλην των τουριστών», δήλωσε.

Ο κ. Τσίπρας υπολόγισε το δημοσιονομικό κόστος του μέτρου στα 200-250 εκατ. ευρώ ετησίως, τονίζοντας ότι το όφελος θα είναι πολλαπλό.

«Μειώνει το κόστος μετακίνησης για τα λαϊκά στρώματα και τη νεολαία, είναι φιλικό προς το περιβάλλον, περιορίζει την κυκλοφοριακή συμφόρηση και ενισχύει την οικονομική δραστηριότητα στις γειτονιές», είπε.

Στην τέταρτη θέση των προτεραιοτήτων του τοποθέτησε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, επαναφέροντας την πρόταση για κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων.

«Νομίζω ότι είναι συλλογική αποτυχία της κοινωνίας μας να διατηρούμε ένα τόσο ψυχοφθόρο σύστημα για τη νέα γενιά μόνο και μόνο επειδή θεωρείται αδιάβλητο», σημείωσε.

Ο πρώην πρωθυπουργός υποστήριξε ότι έχει επεξεργαστεί ένα διαφορετικό μοντέλο πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το οποίο θα προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες στα παιδιά που προέρχονται από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.

«Σήμερα μόνο ένα στα δέκα παιδιά από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα καταφέρνει να περάσει στο ελληνικό πανεπιστήμιο», ανέφερε.

Τέλος, ο Αλέξης Τσίπρας στάθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης των αποδοχών γιατρών, νοσηλευτών και εκπαιδευτικών.

«Δεν είναι δυνατόν δάσκαλοι και καθηγητές που διαμορφώνουν το μέλλον των παιδιών μας να αμείβονται με 800 ευρώ. Είναι ντροπή», δήλωσε.

Αναφερόμενος στους εργαζόμενους του ΕΣΥ, έκανε λόγο για συνθήκες εξουθένωσης και χαμηλές αποδοχές.

«Απαιτείται η ένταξη των καθηγητών και των δασκάλων στο ειδικό μισθολόγιο, αλλά και μια ουσιαστική αύξηση, της τάξης των 500 ευρώ κατά μέσο όρο, για τους γιατρούς και τους νοσηλευτές του Εθνικού Συστήματος Υγείας», υπογράμμισε.

Κλείνοντας, εκτίμησε ότι οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην αναβάθμιση της δημόσιας υγείας, της παιδείας και συνολικά της ποιότητας ζωής των πολιτών.