Επί πλέον, θα απαιτήσω 500.000 δραχμές για κάθε τρίλεπτο –έως τρίλεπτο– που θα περιέχει μουσική μου, χωρίς την έγγραφη άδειά μου.   Είναι λυπηρό πως μόνο μια τέτοια ‘προειδοποίηση’ είναι δυνατόν να ισχύει και ν’ αντιμετωπίζει την ασυδοσία του ‘καλλιτεχνικού’ μας ‘κατεστημένου’».   Μάνος Χατζιδάκις, Δεκέμβριος 1983

Από το 1983 που έγραφε αυτά τα λόγια ο σπουδαίος Μάνος Χατζιδάκις, πολλά έχουν αλλάξει, ωστόσο δυστυχώς κάποια πράγματα παραμένουν ίδια, απλά έχει αλλάξει η μορφή της εκμετάλλευσης. Η Ελλάδα δεν είναι πλέον υπανάπτυκτη στο θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων στιχουργών, συνθετών και κληρονόμων, έχει ρυθμιστικό πλαίσιο και νόμους που κάποιοι τους τηρούν κάποιοι όχι και βρίσκονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες.

Ωστόσο δεν είναι σήμερα εδώ ο μεγάλος μας συνθέτης να δει πως η «μεγάλη λεηλασία» όπως την χαρακτηρίζουν πολλοί δημιουργοί, αφορά στις πλατφόρμες οι οποίες κάνουν χρήση των τραγουδιών μοιράζοντας κυριολεκτικά ψίχουλα και στην ΤΝ που καταπίνει χωρίς την άδεια στιχουργών και συνθετών τα δημιουργήματα μας για να εκπαιδευτεί ώστε να να μη μας έχει ανάγκη πια και να παράγει τα δικά της τραγούδια.

Τι συνέβαινε μέχρι πρόσφατα; Για δεκαετίες, οι δημιουργοί μουσικής – συνθέτες, στιχουργοί, ενορχηστρωτές – ζούσαν από ένα σχετικά σταθερό μοντέλο αμοιβής: τα πνευματικά δικαιώματα. Κάθε φορά που ένα τραγούδι παιζόταν στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, σε έναν δημόσιο χώρο ή πωλούνταν σε φυσική μορφή, ο δημιουργός λάμβανε ένα ποσοστό. Δεν ήταν ποτέ ένα τέλειο σύστημα, αλλά αποτελούσε μια βασική αναγνώριση ότι η καλλιτεχνική εργασία έχει αξία. Στην Ελλάδα μάλιστα, είχαμε την περίπτωση της ΑΕΠΙ, η οποία μετά το σκάνδαλο της κακοδιαχείρισης που αποκάλυψε το tvxs έκλεισε με πρωτοβουλία των δημιουργών, δημιουργήθηκε η ΕΥΕΔ και το ανάδοχο σχήμα, ο οργανισμός ΕΔΕΜ στην οποία ανήκω κι εγώ κι έχω και ως εκλεγμένη πρόεδρος στο Εποπτικό Συμβούλιο.

Τι συμβαίνει σήμερα; Η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή και η κυριαρχία των streaming πλατφορμών άλλαξαν ριζικά το τοπίο της μουσικής βιομηχανίας. Εταιρείες όπως η Spotify, η YouTube, η Apple και η TikTok συγκέντρωσαν τεράστια οικονομική δύναμη, βασισμένη ακριβώς στο περιεχόμενο που δημιουργούν εκατομμύρια καλλιτέχνες. Με άλλα λόγια αν παλιά ζούσαν ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και κέντρα διασκέδασης από τα δικά μας τραγούδια, σήμερα πλουτίζουν κολοσσοί όπως οι προηγούμενοι αλλά κι άλλοι όπως οι εταιρείες που κατασκευάζουν έξυπνες συσκευές μέσα από τις οποίες ακούμε και τραγούδια.

Παρ’ όλα αυτά, οι αμοιβές που φτάνουν  στους δημιουργούς συχνά θεωρούνται ελάχιστες. Αν συνυπολογίσουμε την ψαλίδα ανάμεσα στα κέρδη τους και τις αμοιβές μας, θα χαρακτηρίσουμε τις αμοιβές αυτές όχι απλά ελάχιστες, αλλά εξευτελιστικές.

Πολλοί συνθέτες και στιχουργοί καταγγέλλουν ότι για εκατομμύρια αναπαραγωγές εισπράττουν ποσά που δεν επαρκούν ούτε για τα βασικά έξοδα διαβίωσης. Το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο για τους δημιουργούς που δεν ανήκουν στην ελίτ των παγκόσμιων επιτυχιών.

Οι ενώσεις δημιουργών σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες προειδοποιούν εδώ και χρόνια ότι το υπάρχον μοντέλο είναι μη βιώσιμο. Οργανώσεις συνθετών και στιχουργών επισημαίνουν ότι οι πλατφόρμες εκμεταλλεύονται νομικά κενά, αδιαφανείς αλγόριθμους και συμβάσεις που ευνοούν δυσανάλογα τις ίδιες. Το βασικό επιχείρημα των δημιουργών είναι απλό: χωρίς το έργο μας, οι πλατφόρμες δεν θα είχαν προϊόν. Κι όμως, οι ίδιοι λαμβάνουν το μικρότερο μερίδιο της ψηφιακής οικονομίας.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τα χρήματα αλλά και τη συνολική υποβάθμιση της καλλιτεχνικής εργασίας. Μοιάζει μόνο οικονομικό το θέμα αλλά έχει προεκτάσεις πολιτισμικές. Η λογική του streaming μετέτρεψε τη μουσική σε ατελείωτο «περιεχόμενο» που καταναλώνεται γρήγορα και μαζικά. Τα τραγούδια έγιναν δεδομένα σε servers και η αξία τους μετριέται πλέον με clicks, views και διάρκεια ακρόασης. Μέσα σε αυτό το μοντέλο, ο δημιουργός χάνει σταδιακά τη θέση του ως βασικός πυλώνας της πολιτιστικής παραγωγής και αντιμετωπίζεται περισσότερο ως προμηθευτής υλικού για τεχνολογικές εταιρείες.

Οι πολιτικές ευθύνες είναι μεγάλες. Παρά τις κατά καιρούς διακηρύξεις για προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, οι κυβερνήσεις συχνά εμφανίζονται απρόθυμες να συγκρουστούν με τους τεχνολογικούς κολοσσούς. Οι λόγοι είναι πολλοί: οικονομικά συμφέροντα, πίεση λόμπι, φόβος ότι αυστηρότερη ρύθμιση θα θεωρηθεί «εχθρική προς την καινοτομία», αλλά και η γενικότερη αδυναμία των κρατών να ελέγξουν πολυεθνικές που λειτουργούν σε παγκόσμια κλίμακα.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έγιναν ορισμένες προσπάθειες μέσω νέων οδηγιών για τα πνευματικά δικαιώματα, όμως οι ενώσεις δημιουργών θεωρούν ότι τα μέτρα παραμένουν ανεπαρκή. Όταν προσπαθήσαμε να επηρεάσουμε προς όφελος μας την ευρωπαϊκή οδηγία είδαμε ότι οι  πλατφόρμες εξακολουθούν να έχουν τεράστια διαπραγματευτική ισχύ σε σχέση με εμάς. Εκείνες έχουν την εξουσία, την ισχύ, τα χρήματα, το λόμπινγκ στην ΕΕ.

Το επόμενο μεγάλο κύμα ανησυχίας λέγεται Τεχνητή Νοημοσύνη. Για πρώτη φορά στην ιστορία, τα συστήματα ΤΝ  μπορούν να παράγουν μουσική, στίχους και φωνές που αρχίζουν να μοιάζουν εντυπωσιακά με ανθρώπινα έργα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα μοντέλα εκπαιδεύονται πάνω σε τεράστιες βάσεις δεδομένων που περιλαμβάνουν ήδη υπάρχοντα τραγούδια, συχνά χωρίς σαφή συναίνεση των δημιουργών.

Οι καλλιτέχνες φοβούνται  δικαίως ότι πρόκειται για μια νέα μορφή μαζικής ιδιοποίησης. Εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης χρησιμοποιούν χιλιάδες έργα για να εκπαιδεύσουν αλγόριθμους. Πολλοί συνθέτες μιλούν ήδη για «ψηφιακή αποικιοκρατία», όπου η ανθρώπινη δημιουργικότητα μετατρέπεται σε πρώτη ύλη για αυτοματοποιημένα συστήματα παραγωγής περιεχομένου.

Μέσα σε αυτό το τοπίο γεννιούνται ηθικά διλήμματα και ερωτήματα. Μπορεί ένα τραγούδι που δημιουργείται από αλγόριθμο να θεωρηθεί ισότιμο με ένα έργο που γεννήθηκε από ανθρώπινη εμπειρία, συναίσθημα και κοινωνικό βίωμα; Και αν η τεχνητή νοημοσύνη παράγει μουσική «στο ύφος» ενός συγκεκριμένου δημιουργού, ποιος προστατεύει την καλλιτεχνική του ταυτότητα;

Οι ενώσεις δημιουργών ζητάμε επιτακτικά σαφείς κανόνες: διαφάνεια στη χρήση έργων για εκπαίδευση της ΤΝ, υποχρεωτική άδεια από τους δημιουργούς, δίκαιες αμοιβές και δυνατότητα άρνησης χρήσης του έργου τους. Ζητλαμε επίσης φορολόγηση των μεγάλων τεχνολογικών πλατφορμών και αναδιανομή μέρους των τεράστιων κερδών προς όσους παράγουν το πολιτιστικό περιεχόμενο.

Τα παραπάνω ερωτήματα ωστόσο δεν ηχούν με ένταση στον δημόσιο διάλογο. Δεν γίνονται ζωηρές δημόσιες συζητήσεις πάνω στο θέμα ώστε να αντιληφθεί και η κοινωνία πως δεν αφορά μόνο τους καλλιτέχνες.

Οι κοινωνίες θα αντιμετωπίσουν την τέχνη ως δημόσιο πολιτιστικό αγαθό που χρειάζεται προστασία ή απλώς ως δωρεάν καύσιμο για τις ψηφιακές οικονομίες του μέλλοντος; Αυτό είναι ένα ερώτημα που αφορά την καθεμία και τον καθένα. Γιατί πίσω από κάθε τραγούδι δεν υπάρχει μόνο ένας αλγόριθμος δεδομένων αλλά άνθρωποι που εργάζονται, δημιουργούν και προσπαθούν να επιβιώσουν κρατώντας ζωντανή μέσα τους τη φωτιά της δημιουργικότητας.

Ένας κόσμος στον οποίο οι δημιουργοί δεν μπορούν να ζήσουν από την τέχνη τους είναι ένας κόσμος όπου η ίδια η δημιουργία γίνεται προνόμιο των λίγων προνομιούχων που θα έχουν την πολυτέλεια να κάνουν τέχνη. Προσωπικά πιστεύω ότι η τέχνη είναι αποτέλεσμα πηγαίας και βαθιά ανάγκης και τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει έναν άνθρωπο που φλέγεται να εκφραστεί δημιουργικά. Ωστόσο, δεν είναι λίγα σήμερα τα «καλύτερα παιδιά που κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι».

Επείγει να ανοίξουμε τη συζήτηση δημόσια και με θάρρος, να μην ωραιοποιούμε την κατάσταση γιατί σε λίγο θα είναι πολύ αργά.  Η σωστή ενημέρωση και η επικοινωνία μεταξύ μας και με την κοινωνία των φίλων του τραγουδιού είναι μια καλή αρχή για τις συλλογικές διεκδικήσεις που απαιτούνται.