Ένας νόμος που χρονολογείται από δεκαετίες πριν, επιτρέπει στον Πρόεδρο των ΗΠΑ να διεξάγει πόλεμο χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου για διάστημα 60 ημερών, θέτοντας στη συνέχεια αυστηρούς περιορισμούς στις επιλογές του. Καθώς ο πόλεμος στο Ιράν διανύει την όγδοη εβδομάδα του, ο Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται να αναζητήσει τρόπους παράκαμψης αυτού του πλαισίου.
Τραμπ: Αντιμέτωπος με την προθεσμία των «60 ημερών» για τον πόλεμο στο Ιράν – Οι 3 επιλογές του και γιατί μπορεί να αγνοήσει το Κογκρέσο
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο απέκρουσαν επανειλημμένες προσπάθειες των Δημοκρατικών να σταματήσουν την επιχείρηση και να αναγκάσουν τον Τραμπ -ο οποίος ξεκίνησε τις εχθροπραξίες χωρίς εξουσιοδότηση– να προχωρήσει σε διαβουλεύσεις με τους νομοθέτες.
Ωστόσο, ορισμένα στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος επισημαίνουν πλέον ότι η κρίσιμη προθεσμία θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο καμπής, όπου θα αναμένουν από τον Αμερικανό Πρόεδρο είτε να αποκλιμακώσει τη σύγκρουση είτε να ζητήσει επίσημη έγκριση.
Ο πόλεμος ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με κοινά πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ – επιχειρήσεις «Επική Οργή» και «Βρυχηθμός Λιονταριού» αντίστοιχα.
Ο Τραμπ ενημέρωσε επίσημα το Κογκρέσο στις 2 Μαρτίου, θέτοντας σε λειτουργία το ρολόι των 60 ημερών που προβλέπει το Ψήφισμα για τις Πολεμικές Εξουσίες (War Powers Resolution) του 1973.
Ο νόμος ορίζει ότι η προθεσμία ξεκινά από τη στιγμή που ο πρόεδρος υποβάλλει την επίσημη αναφορά στο Κογκρέσο, ή από τη στιγμή που όφειλε να την υποβάλει, δηλαδή εντός 48 ωρών από την έναρξη των εχθροπραξιών.
Καθώς ο Τραμπ ενημέρωσε το Κογκρέσο στις 2 Μαρτίου -και όχι στις 28 Φεβρουαρίου όπου ξεκίνησαν τα πλήγματα-, η προθεσμία λήγει την 1η Μαΐου.
Κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, ο Τραμπ δήλωσε ότι ενεργούσε ως αρχιστράτηγος για την προστασία των αμερικανικών βάσεων και προκειμένου «να προωθήσει ζωτικά εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ», προσθέτοντας ότι η δράση αναλήφθηκε στο πλαίσιο της «συλλογικής αυτοάμυνας των περιφερειακών μας συμμάχων, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ».
Ενώ ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι κινείται εντός νομίμων ορίων, η εσωτερική πίεση αυξάνεται.
Ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τζον Κέρτις δήλωσε χαρακτηριστικά: «Δεν θα υποστηρίξω συνεχιζόμενη στρατιωτική δράση πέραν του παραθύρου των 60 ημερών χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου».
Αντίστοιχα, ο βουλευτής Μπράιαν Μαστ, πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, προειδοποίησε ότι μπορεί να υπάρξει «διαφορετική καταμέτρηση ψήφων μετά τις 60 ημέρες», υπονοώντας ότι ο Τραμπ κινδυνεύει να χάσει τη στήριξη του κόμματός του αν η σύγκρουση συνεχιστεί τον Μάιο.
Το Κογκρέσο μπορεί ανά πάσα στιγμή να εγκρίνει τη συνέχιση των επιχειρήσεων μέσω εξουσιοδότησης χρήσης στρατιωτικής δύναμης — πρακτική που έχει αντικαταστήσει την επίσημη κήρυξη πολέμου, η οποία δεν έχει πραγματοποιηθεί από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η γερουσιαστής Λίζα Μουρκόφσκι εργάζεται πάνω σε σχετική πρωτοβουλία, επιδιώκοντας να επαναφέρει τον έλεγχο του Κογκρέσου και να θέσει σαφείς όρους στην επιχείρηση.
Το Ψήφισμα για τις Πολεμικές Εξουσίες (War Powers Resolution), το οποίο υπερψηφίστηκε παρά το βέτο του Ρίτσαρντ Νίξον στον απόηχο του πολέμου στο Βιετνάμ, σχεδιάστηκε ακριβώς για να αποτρέπει τέτοιου είδους παρατεταμένες στρατιωτικές εμπλοκές χωρίς τη συγκατάθεση του Κογκρέσου.
Αν και πρόεδροι και από τις δύο παρατάξεις έχουν αμφισβητήσει τη συνταγματικότητά του -ενώ το Κογκρέσο δεν έχει καταφέρει ποτέ να επιβάλει επιτυχώς την απόσυρση δυνάμεων βάσει των διατάξεών του- ο νόμος παραμένει κεντρικό σημείο αναφοράς καθώς η προθεσμία πλησιάζει.
Μετά την παρέλευση της προθεσμίας, ο Τραμπ έχει ουσιαστικά τρεις δρόμους:
Να ζητήσει από το Κογκρέσο την έγκριση χρήσης στρατιωτικής βίας (AUMF)
Να ξεκινήσει την απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων
Ο νόμος επιτρέπει μια εφάπαξ παράταση 30 ημερών, εάν ο πρόεδρος πιστοποιήσει γραπτώς ότι απαιτείται χρόνος για την ασφαλή απόσυρση των στρατευμάτων, χωρίς όμως αυτό να του δίνει το δικαίωμα συνέχισης των επιθετικών επιχειρήσεων
Υπάρχει το προηγούμενο της παράκαμψης του νόμου, με το επιχείρημα ότι οι περιορισμοί του Κογκρέσου είναι αντισυνταγματικοί.
Το 2011, ο τότε πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα συνέχισε τις επιχειρήσεις στη Λιβύη πέραν των 60 ημερών, υποστηρίζοντας ότι «οι επιχειρήσεις των ΗΠΑ δεν περιλαμβάνουν παρατεταμένες μάχες ή ενεργές ανταλλαγές πυρών με εχθρικές δυνάμεις, ούτε περιλαμβάνουν αμερικανικά χερσαία στρατεύματα».
Ο ίδιος ο Τραμπ το 2019 άσκησε βέτο σε ψήφισμα για την Υεμένη, χαρακτηρίζοντάς το «Περιττή και επικίνδυνη απόπειρα αποδυνάμωσης των συνταγματικών μου εξουσιών».
Ωστόσο, η πολιτική πίεση είναι πλέον διαφορετική.
«Πολλοί Ρεπουμπλικάνοι έχουν δηλώσει δημόσια ότι θεωρούν το όριο των 60 ημερών νομικά σημαντικό. Επομένως, νομίζω ότι θα είναι δυσκολότερο για τους Ρεπουμπλικάνους να συνεχίσουν να εθελοτυφλούν μόλις βγούμε εκτός των 60 ημερών», δήλωσε ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Κρις Μέρφι.
Η εκστρατεία του Τραμπ κατά του ιρανικού καθεστώτος βρίσκεται επί του παρόντος σε κατάσταση εκεχειρίας. Παρά τη χαμηλή αποδοχή του πολέμου από την κοινή γνώμη, ο ίδιος δεν έχει καταφέρει να τερματίσει τη σύγκρουση, ενώ το αποτέλεσμα της επιχείρησης παραμένει έως τώρα ασαφές.
Η απροθυμία του Κογκρέσου να διεκδικήσει την εξουσία του αποτελεί, στην πραγματικότητα, επανάληψη της ιστορίας, όπως έχει συμβεί και με τις μονομερείς ενέργειες των εκάστοτε προέδρων δεν έχουν ζητήσει την έγκριση για έναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά άλλων κρατών.
Από τον Ρίτσαρντ Νίξον (Καμπότζη, Λάος), τον Ρόναλντ Ρίγκαν (Γρενάδα, Λιβύη), τον Τζορτζ Μπους (Παναμά, Σομαλία) και τον Μπιλ Κλίντον (Κόσοβο) μέχρι τον Μπαράκ Ομπάμα και τον Ντόναλντ Τραμπ, το μοτίβο της παράκαμψης του «War Powers Resolution» είναι ενδεικτικό.
Με πληροφορίες από: New York Times, TIME magazine, The Conversation
