Τρεις δεκαετίες μετά, το «ριφιφί του αιώνα» στην Τράπεζα Εργασίας στην Καλλιρόης παραμονές Χριστουγέννων του 1992 επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση μέσα από τη μυθοπλασία. Η τηλεοπτική σειρά που ολοκληρώθηκε πριν από μερικές μέρες ξανάφερε στο προσκήνιο τη νύχτα που μια ομάδα αγνώστων άδειασε θυρίδες, άφησε πίσω της ένα υπόγειο γεμάτο ανοιχτά χρηματοκιβώτια και εγκαινίασε έναν μακρύ κύκλο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα θύματα και την ίδια την τράπεζα.
Γιατί το «ριφιφί» δεν τελείωσε όταν έφυγαν οι διαρρήκτες, αλλά συνεχίστηκε για χρόνια στα γραφεία των δικηγόρων, στις εξαντλητικές καταγραφές των απωλειών και στις διαπραγματεύσεις γύρω από την περιβόητη «ηθική αποζημίωση», την οποία άλλα θύματα προσδιορίζουν στις 3,5 εκατ. δραχμές και άλλα στις 4 εκατ. δραχμές, ανάλογα με τη χρονική περίοδο, τη σύμβαση της θυρίδας και τον τρόπο με τον οποίο τους γνωστοποιήθηκαν οι όροι της αποζημίωσης από την τράπεζα.
Μια αποζημίωση που δίχασε τους παθόντες. Αλλοι τη δέχτηκαν για να κλείσει η υπόθεση, άλλοι αντέδρασαν θεωρώντας ότι δεν κάλυπτε ούτε κατ’ ελάχιστον την πραγματική αξία όσων χάθηκαν. Στο περιθώριο αυτής της σύγκρουσης εκτυλίχθηκαν και μικρότερες, σχεδόν κινηματογραφικές ιστορίες, όπως εκείνη της διεκδίκησης μιας απλής καρφίτσας, ενός αντικειμένου μικρής χρηματικής αλλά μεγάλης συμβολικής αξίας. Μια αντιπαράθεση που έφερε πρόσωπο με πρόσωπο δύο ανθρώπους, όταν ο ένας συστήθηκε ως αδελφός του Βλάσση Μπονάτσου, υποστηρίζοντας ότι το κόσμημα ανήκε στη μητέρα του.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, διαπραγμάτευσης και σύγκρουσης, η Καλλιόπη Κορσάνου και η κόρη της Αννα, τότε 15 ετών και σήμερα δικηγόρος, αποφασίζουν να μιλήσουν. Η δική τους μαρτυρία λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στη σύγχρονη τηλεοπτική αφήγηση και την ωμή πραγματικότητα εκείνων των ημερών: από μια Δευτέρα που ξεκίνησε σαν όλες τις άλλες μέχρι το υπόγειο της τράπεζας με τις ανοιγμένες θυρίδες και την αίσθηση ότι, μαζί με τα κοσμήματα, είχε χαθεί κι ένα κομμάτι εμπιστοσύνης που δεν αποκαταστάθηκε ποτέ.
Την Καλλιόπη Κορσάνου και την Αννα τις συναντήσαμε στο σαλόνι του σπιτιού τους. Ενα σπίτι που χτίστηκε και με τη βοήθεια της λεγόμενης «ηθικής αποζημίωσης» που κατέβαλε τότε η Τράπεζα Εργασίας, μια αποζημίωση που μπορεί να μην αποκατέστησε ποτέ την πραγματική απώλεια, αλλά αξιοποιήθηκε για να στηθεί η ζωή που ακολούθησε.
Η κυρία Καλλιόπη Κορσάνου και η κόρη της Αννα, που τότε ήταν 15 χρόνων, θυμούνται στιγμές από το ριφιφί στην Τράπεζα Εργασίας. «Πέρασα από εκεί το πρωί. Δεν υπήρχε τίποτα που να μου κινήσει την υποψία», παραδέχεται η κυρία Κορσάνου
«Δεν κατάλαβα τίποτα»
Παρά την ηλικία της, η Καλλιόπη θυμάται με εντυπωσιακή καθαρότητα πρόσωπα, εικόνες και λεπτομέρειες. Σαν να έχουν αποτυπωθεί μόνιμα στη μνήμη της, τις αφηγείται με ακρίβεια και ψυχραιμία, δίνοντας σάρκα και οστά σε γεγονότα που σήμερα πολλοί γνωρίζουν μόνο μέσα από την τηλεοπτική μυθοπλασία.
Η αφήγησή της ξεκινά από εκείνη τη Δευτέρα. Οπως λέει, είχε περάσει το πρωί έξω από την τράπεζα, στην Καλλιρρόης, επειδή έμενε κοντά. Η διάρρηξη είχε γίνει το προηγούμενο βράδυ, από Κυριακή προς Δευτέρα. «Δεν κατάλαβα τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα που να μου κινήσει την υποψία», θυμάται.
Το απόγευμα, όμως, τη βρίσκει τηλεφωνικά ο πατέρας της. «Μου είπε “πήγαινε στην τράπεζα, κάτι έχει γίνει εκεί που έχεις τα κοσμήματά σου”». Εκείνη του απάντησε ότι είχε περάσει το πρωί και δεν είχε δει απολύτως τίποτα. Εκείνος, όμως, επέμενε. «Τελικά πήγα. Είδα κόσμο, Αστυνομία, δημοσιογράφους. Εκεί κατάλαβα ότι όντως είχε συμβεί κάτι σοβαρό». Το ίδιο βράδυ, μέσα από τα δελτία ειδήσεων, αποκαλύφθηκε το μέγεθος της διάρρηξης.
Η κόρη της Αννα Κορσάνου θυμάται μια λεπτομέρεια που σήμερα μοιάζει ανατριχιαστική. «Εγώ περνούσα από πάνω, από την Καλλιρρόης, Κυριακή βράδυ προς Δευτέρα. Σίγουρα θα ήταν εκεί», λέει, συνειδητοποιώντας εκ των υστέρων πόσο κοντά βρέθηκε στους δράστες χωρίς να το γνωρίζει. Η Καλλιόπη εξηγεί ότι είχε θυρίδα στην οποία φύλασσε κοσμήματα μεγάλης αξίας. «Ξέραμε ότι είχαν αξία. Γι’ αυτό τα είχαμε πάει στη θυρίδα».
Οχι μόνο οικονομικής, αλλά και συναισθηματικής. Βέρες, οικογενειακά κοσμήματα, αντικείμενα που περνούσαν από γενιά σε γενιά. Τις επόμενες ημέρες, όπως περιγράφει, επικράτησε πλήρης σύγχυση. «Η τράπεζα μας άκουγε, αλλά δεν έλεγε τίποτα». Αλλοι δήλωναν ότι είχαν λίρες και κοσμήματα, άλλοι μόνο λίρες, άλλοι δεν είχαν τίποτα αλλά ζητούσαν αποζημίωση.
«Υπήρχαν και άνθρωποι που έλεγαν ψέματα», λέει χωρίς να διστάζει. Παράλληλα, θυμάται ότι η τράπεζα είχε βάλει πολλούς δικηγόρους και μάλιστα γνωστά ονόματα της εποχής με στόχο να μην πληρώσει αποζημιώσεις ή να πληρώσει τις μικρότερες δυνατές. Επειτα από πιέσεις, οι κάτοχοι θυρίδων κατέβηκαν στον υπόγειο χώρο.
Οταν η ίδια κατέβηκε, είχαν περάσει τέσσερις ή πέντε ημέρες από τη διάρρηξη. «Το σκηνικό του εγκλήματος το είχαν αφήσει ανέγγιχτο», λέει. Η εικόνα που αντίκρισε ήταν χαοτική. «Θυρίδες ανοιγμένες, άλλες μισοανοιγμένες, κοσμήματα πεταμένα εδώ κι εκεί». Θυμάται καθαρά και την τρύπα απ’ όπου είχαν μπει οι διαρρήκτες, σε υπόγειο χώρο, ανοιγμένη στο ψηλότερο σημείο. «Στην προσπάθειά τους να πάρουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα πολλά πράγματα, τους είχαν πέσει κάτω κοσμήματα».
«Το χρυσό περιδέραιο»
Τότε είχαν κληθεί όλοι οι κάτοχοι θυρίδων, καθώς υπήρχαν και αρκετές που δεν είχαν ανοιχτεί. Οι υπάλληλοι τους ζήτησαν να κάνουν καταγραφή, κάτι που έγινε ύστερα από μερικές ημέρες. Αποδείχτηκε ότι η θυρίδα της Καλλιόπης είχε ανοιχτεί. Λίγο αργότερα, τους κάλεσαν από την τράπεζα και τους ενημέρωσαν ότι θα δοθεί μια «ηθική αποζημίωση» για όσα είχαν περάσει.
Τα κοσμήματα που βρέθηκαν πεταμένα, τους είπαν, δεν ήταν μεγάλης αξίας. «Πιθανόν να το ήξεραν και να τα πέταξαν», σχολιάζει. Εξηγεί μάλιστα ότι η διαδικασία αναγνώρισης δεν έγινε όπως παρουσιάζεται σήμερα στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά: «Δεν μπήκαμε όλοι μαζί. Μας φώναζαν έναν-έναν».
Οταν μπήκε στην αίθουσα, αναγνώρισε 4-5 καρφίτσες δικές της, όλες ασημένιες και μικρής αξίας. «Προφανώς ανάμεσά τους υπήρχε κάποιος εκτιμητής που ήξερε τι έπρεπε να πάρουν και τι να αφήσουν». Ανάμεσα σε όλα τα αντικείμενα, υπήρχε μόνο ένα κόσμημα μεγάλης αξίας: ένα χρυσό περιδέραιο. «Ανήκε σε μια κυρία. Μάλλον τους ξέφυγε ή τους έπεσε».
Τα θύματα, αντιλαμβανόμενα ότι η υπόθεση δεν θα τελείωνε με μια απλή καταγραφή απωλειών, είχαν στο μεταξύ συστήσει έναν σύλλογο, ώστε να μπορούν να συντονίζονται, να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να εμφανίζονται ενιαία απέναντι στην τράπεζα. Πολύ γρήγορα, όμως, αυτό που ξεκίνησε ως μια προσπάθεια συλλογικής διεκδίκησης εξελίχθηκε σε πεδίο έντονων αντιπαραθέσεων και βαθιών διχογνωμιών.
Η ανακοίνωση της λεγόμενης «ηθικής αποζημίωσης» λειτούργησε ως καταλύτης. Αλλοι την είδαν ως μια αναγκαστική λύση για να κλείσει μια επώδυνη υπόθεση, ενώ άλλοι τη θεώρησαν προσβλητική και δυσανάλογη με όσα είχαν χαθεί. «Αν θυμάμαι καλά, η αποζημίωση ήταν ίδια για όλους, 3 ή 5 εκατομμύρια δραχμές», λέει η Καλλιόπη Κορσάνου, περιγράφοντας ένα ποσό που, αντί να φέρει ανακούφιση, άνοιξε νέες πληγές.
Κάποιοι από τους παθόντες υποστήριξαν ότι είχαν στις θυρίδες τους λίρες και αντικείμενα πολύ μεγαλύτερης αξίας και αρνήθηκαν να αποδεχτούν μια οριζόντια λύση. Αποφάσισαν να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη, πιστεύοντας ότι μόνο στα δικαστήρια θα μπορούσαν να βρουν δικαίωση. Αλλοι, αντίθετα, κουρασμένοι από την αναμονή, την αβεβαιότητα και την ψυχολογική φθορά, δέχτηκαν τα χρήματα, γνωρίζοντας όμως ότι με την υπογραφή τους έκλειναν οριστικά κάθε μελλοντική αξίωση απέναντι στην τράπεζα.
Οι συζητήσεις μέσα στον σύλλογο συχνά φορτίζονταν. Υπήρχαν καχυποψίες, συγκρίσεις απωλειών, ακόμα και έμμεσες αμφισβητήσεις για το τι είχε πραγματικά ο καθένας στη θυρίδα του. Τα «απόνερα» του ριφιφί δεν δημιούργησαν μόνο οικονομικές απώλειες, αλλά και ρήγματα ανάμεσα σε ανθρώπους που μέχρι τότε δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν. «Εγώ τα πήρα και τα επενδύσαμε στο να χτίσουμε το σπίτι που ζούμε τώρα», λέει η ίδια. «Αυτά που μας έκλεψαν, όμως, είχαν συναισθηματική αξία. Μου έκλεψαν τη βέρα μου και κοσμήματα που είχα από τη γιαγιά μου».
Ο «αδελφός» του Μπονάτσου
Λίγες ημέρες μετά τη διαδικασία της αναγνώρισης, σε μια φάση όπου η υπόθεση έμοιαζε να οδεύει προς το τέλος της, προέκυψε μια ακόμη εκκρεμότητα. Η Καλλιόπη Κορσάνου δέχτηκε νέο τηλεφώνημα από την τράπεζα και ενημερώθηκε ότι από τις τέσσερις καρφίτσες που είχε αναγνωρίσει ανάμεσα στα αντικείμενα που είχαν συγκεντρωθεί, οι τρεις δεν είχαν δηλωθεί από κανέναν άλλο κάτοχο και επρόκειτο να της αποδοθούν.
Για την τέταρτη, ωστόσο, είχε εμφανιστεί ένας ακόμη άνθρωπος που τη διεκδικούσε. «Εκεί δημιουργήθηκε πρόβλημα. Μας έφεραν σε αντιπαράθεση», λέει, περιγράφοντας μια τυπική διαδικασία επίλυσης διαφωνίας, όπως επιβλήθηκε από την ίδια την τράπεζα.
Ο άνδρας που βρέθηκε απέναντί της συστήθηκε ως αδελφός του Βλάσση Μπονάτσου και υποστήριξε ότι η καρφίτσα ανήκε στη μητέρα του. Από την πλευρά της, η Καλλιόπη Κορσάνου ανέφερε ότι την αναγνώριζε με βεβαιότητα, καθώς την είχε αγοράσει η ίδια από τα Γιάννενα, πολλά χρόνια πριν από τη διάρρηξη. Η διαδικασία δεν βασίστηκε σε έγγραφα ή αποδείξεις, καθώς εκείνη την εποχή ελάχιστοι διατηρούσαν τέτοια στοιχεία για αντικείμενα που φυλάσσονταν σε θυρίδες. Η αξιολόγηση έγινε κυρίως με βάση τις περιγραφές και τη συνοχή των ισχυρισμών.
Οπως σημειώνει, η τράπεζα έκρινε τελικά πιο πειστική τη δική της εκδοχή και της παρέδωσε την καρφίτσα. Πρόκειται για ένα περιστατικό μικρής κλίμακας, που ωστόσο αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο το ριφιφί δημιούργησε δεκάδες επιμέρους ζητήματα, διεκδικήσεις και διαδικασίες, οι οποίες συνεχίστηκαν για καιρό μετά τη διάρρηξη. Λεπτομέρειες που δεν έγιναν ποτέ πρωτοσέλιδα, αλλά για όσους τις έζησαν αποτέλεσαν αναπόσπαστο κομμάτι μιας εμπειρίας που άφησε βαθύ αποτύπωμα.
Στο ερώτημα ποιος πιστεύει ότι βρίσκεται πίσω από το «ριφιφί του αιώνα», η Καλλιόπη Κορσάνου απαντά χωρίς διάθεση εντυπωσιασμού, αλλά με τη βεβαιότητα που διαμόρφωσε η πείρα της απ’ όσα ακολούθησαν τη διάρρηξη. «Σίγουρα υπήρχαν και κάποιοι μέσα από την τράπεζα», λέει, σημειώνοντας ότι δεν στηρίζει την άποψή της σε φήμες, αλλά σε γεγονότα που έζησε η ίδια από κοντά.
«Ηταν ψίχουλα»
Στο «ΘΕΜΑ» μίλησε και ένα ακόμη θύμα του «ριφιφί του αιώνα», ο επιχειρηματίας Παναγιώτης Αλεφαντής, ο άνθρωπος που με δική του πρωτοβουλία ανέλαβε να συγκεντρώσει ονόματα και στοιχεία επικοινωνίας δεκάδων παθόντων προκειμένου να κινηθούν συλλογικά και συντονισμένα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Η ειρωνεία είναι ότι ο κ. Αλεφαντής ήταν έμπορος χρηματοκιβωτίων. Μάλιστα, δύο μήνες πριν από το ριφιφί είχε νοικιάσει διαμέρισμα κοντά στην Ακρόπολη, χωρίς όμως να προλάβει να τοποθετήσει χρηματοκιβώτιο. Γι’ αυτό και προτίμησε να φυλάξει τα περιουσιακά του στοιχεία στη θυρίδα της τράπεζας, «για περισσότερη ασφάλεια», όπως λέει σήμερα.
Οπως επισημαίνει στο «ΘΕΜΑ», «υπήρχαν πολλά άτομα που καταστράφηκαν τότε, διότι μέσα στις θυρίδες τους είχαν πολλαπλάσια χρήματα ή η αξία των κοσμημάτων ήταν τέτοια που υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό των 4 εκατ. δραχμών που έδινε η τράπεζα τότε ως ηθική αποζημίωση. Είχα μετοχές 18 ανώνυμων εταιρειών του κατασκευαστικού κλάδου, τις οποίες στερήθηκα για δύο χρόνια. Εχασα χρήματα, καθώς δεν μπόρεσα να εκμεταλλευτώ την άνοδο των κατασκευαστικών εταιρειών.
Το περιεχόμενο της θυρίδας ήταν χρυσές λίρες και συνάλλαγμα. Προσωπικά, είχα και ένα βραχιόλι με διαμάντια, το οποίο η μητέρα μου μού είχε δώσει για φύλαξη και σήμερα η αξία του ξεπερνά τα 35.000 ευρώ. Τα 4 εκατ. δραχμές που μου έδωσαν ήταν ψίχουλα μπροστά στη συνολική ζημιά. Επί της ουσίας, όπως μου έλεγαν τότε ανώτατοι αξιωματικοί της Αστυνομίας, η τράπεζα όφειλε να έχει τοποθετήσει φύλακα, κάτι που δεν είχε κάνει».
Ο κ. Αλεφαντής βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν πολυετή και επίπονο δικαστικό αγώνα, καθώς στη θυρίδα του φυλάσσονταν ονομαστικές και ανώνυμες μετοχές εισηγμένων εταιρειών, οι οποίες χάθηκαν μετά τη διάρρηξη. Τελικά, ύστερα από δύο χρόνια και δύο διαδοχικές δικαστικές διαδικασίες, κατάφερε να τις ανακτήσει, λαμβάνοντάς τες εκ νέου απευθείας από τις εισηγμένες εταιρείες, σε μια υπόθεση που ανέδειξε τόσο το μέγεθος της ζημίας που υπέστησαν τα θύματα όσο και τις σιωπηλές, αλλά επίμονες μάχες που κλήθηκαν να δώσουν για να αποκαταστήσουν μέρος των απωλειών τους.
Η Τζοβάνα Φραγκούλη
Ανάμεσα στα θύματα της μεγάλης διάρρηξης βρέθηκε και η παρουσιάστρια Τζοβάνα Φραγκούλη, η οποία διατηρούσε κοινή θυρίδα με την αδελφή της. Η ίδια είχε μάλιστα προχωρήσει τότε σε δηλώσεις μπροστά στις κάμερες, περιγράφοντας ένα περιστατικό που, εκ των υστέρων, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα: «Την προηγούμενη μέρα, η αδερφή μου είχε κατέβει στον χώρο των θυρίδων, σε ώρα που δεν λειτουργούσε, και όπως έκανε την κίνηση να βγάλει το κουτί, άκουσε μέσα από τον τοίχο θόρυβο, σαν κάποιος να γκρέμιζε κάτι».
Η Τζοβάνα Φραγκούλη μιλά σε δημοσιογράφο έξω από την τράπεζα λίγο μετά το ριφιφί. Διατηρούσε θυρίδα με την αδελφή της. Αρνήθηκαν να αποδεχθούν την αποζημίωση
Οι δύο αδελφές συγκαταλέγονται στα θύματα που δεν αποζημιώθηκαν ποτέ για την απώλεια που υπέστησαν, καθώς αρνήθηκαν να αποδεχθούν την ηθική αποζημίωση των 4 εκατ. δραχμών που προσέφερε η τράπεζα και επέλεξαν να κινηθούν δικαστικά. Ωστόσο, η δικαστική τους διεκδίκηση δεν είχε αίσιο αποτέλεσμα, σε μια διαδικασία ιδιαίτερα χρονοβόρα και ψυχοφθόρα, η οποία άφησε πίσω της σημαντικές οικονομικές απώλειες και μια μακρά ταλαιπωρία χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα για τις ίδιες.
Μια επιχείρηση οργανωμένη στην εντέλεια με λεία 5 δισ. δραχμές
Το περίφημο «ριφιφί του αιώνα» δεν υπήρξε μια απλή ληστεία, αλλά μια πολυεπίπεδη και εξαιρετικά οργανωμένη επιχείρηση που εκτελέστηκε με υπομονή, τεχνική γνώση και σχεδόν χειρουργική ακρίβεια. Τις νύχτες μεταξύ 19 και 20 Δεκεμβρίου 1992, ενώ η Αθήνα κινούνταν σε εορταστικούς ρυθμούς, άγνωστοι δράστες έφεραν εις πέρας ένα σχέδιο που είχε στηθεί επί μήνες κάτω από τη γη, κυριολεκτικά κάτω από τα θεμέλια της πόλης.
Αφετηρία τους αποτέλεσε φρεάτιο της ΕΥΔΑΠ στη σκεπασμένη κοίτη του Ιλισού, απ’ όπου άρχισαν να ανοίγουν ένα υπόγειο τούνελ, μήκους δεκάδων μέτρων, το οποίο κατέληγε με απόλυτο προσανατολισμό ακριβώς κάτω από το υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας στην οδό Καλλιρρόης. Η σήραγγα δεν ήταν πρόχειρη κατασκευή, αλλά ένα πραγματικό υπόγειο έργο υποδομής, με βαριά ξύλινα υποστυλώματα, χοντρά δοκάρια, διπλές ράγες και αυτοσχέδιο βαγονέτο, μέσω του οποίου απομακρύνονταν αθόρυβα τα μπάζα των εκσκαφών προς τον Ιλισό.
Αστυνομικοί και δημοσιογράφοι παρατηρούν το φρεάτιο της ΕΥΔΑΠ στη σκεπασμένη κοίτη του Ιλισού, απ’ όπου ανοίχτηκε το υπόγειο τούνελ, μήκους δεκάδων μέτρων
Οι δράστες εργάστηκαν χρησιμοποιώντας γεννήτριες και κομπρεσέρ, χωρίς να κινήσουν υποψίες, γεγονός που άφησε άφωνους ακόμη και τους πιο έμπειρους αστυνομικούς όταν το τούνελ αποκαλύφθηκε. Οταν έφτασαν στο υπόγειο της τράπεζας, τρύπησαν μπετόν πάχους περίπου 60 εκατοστών και εισέβαλαν στον χώρο των θυρίδων, αγνοώντας πλήρως τα ταμεία και εστιάζοντας αποκλειστικά στον πραγματικό τους στόχο.
Από τις συνολικά 1.151 θυρίδες, παραβίασαν 301, αδειάζοντάς τες συστηματικά και αφαιρώντας χρήματα, κοσμήματα, πολύτιμα αντικείμενα, ομόλογα και μετοχές. Η λεία τους υπολογίστηκε σε περίπου 5 δισ. δραχμές, ποσό που ακόμη και σήμερα θεωρείται αστρονομικό και που τότε συγκλόνισε την κοινή γνώμη.
Η διάρρηξη αποκαλύφθηκε το πρωί της 21ης Δεκεμβρίου 1992, ανοίγοντας έναν μαραθώνιο ερευνών, σεναρίων και εικασιών. Οι πρώτες έρευνες δεν οδήγησαν σε απτά αποτελέσματα, μέχρι που εβδομάδες αργότερα, σε ερημική περιοχή της Βραυρώνας, εντοπίστηκαν τυχαία κατεστραμμένες θυρίδες και έγγραφα, εύρημα που ενίσχυσε την εκτίμηση πως οι δράστες διέφυγαν διά θαλάσσης, πιθανότατα μεταφέροντας τα κλοπιμαία εκτός Ελλάδας.
Οι έρευνες είχαν πλέον βαλτώσει, όταν τον Ιούνιο του 1994 ένας κρατούμενος για απάτες στον Κορυδαλλό, ισχυρίστηκε ότι πήρε μέρος στο ριφιφί του αιώνα. Ο Τζουμάχ Χαλίντ δήλωσε πρόθυμος να μιλήσει για την εμπλοκή του και σταδιακά ενέπλεξε περί τα 17 άτομα στην κλοπή των θυρίδων από το θησαυροφυλάκιο της Εργασίας. Μεταξύ αυτών ήταν ο υποδιευθυντής του καταστήματος Αναγνώστης Καλαφάτης, οι επιχειρηματίες Στέλιος Κολοβός, Διονύσης Παπασταματάτος και Μανώλης Σπανουδάκης καθώς και ο υπάλληλος των ΕΛΤΑ Λάμπρος Κώτσαλος. Οι ενδείξεις που προέκυψαν από την έρευνα του ανακριτή οδήγησαν σε προφυλακίσεις αλλά ο Χαλίντ τρεις μήνες μετά αναίρεσε τα αρχικά λεγόμενά του για την πολύκροτη υπόθεση.
Ο Τζουμάχ Χαλίντ, που ήταν κρατούμενος για απάτες, δήλωσε ότι είχε πληροφορίες για το ριφιφί. Εγιναν 17 συλλήψεις που δεν οδήγησαν πουθενά
Την επόμενη χρονιά με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και οι πέντε κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες, που προέκυψαν από τα ψέμματα του Χαλίντ. Παρά τις επικήρυξεις, τις θεωρίες περί διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος ή εσωτερικής πληροφόρησης και τις αναλύσεις ειδικών, το ριφιφί παραμένει μέχρι σήμερα ανεξιχνίαστο, ως μια από τις πιο εντυπωσιακές και σκοτεινές σελίδες της ελληνικής εγκληματικής ιστορίας, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο ένα πρωτοφανές τεχνικό εγχείρημα, αλλά και εκατοντάδες θύματα που είδαν μέσα σε μια νύχτα τις ζωές τους να αλλάζουν οριστικά.
Θύματα του ριφιφί στην Τράπεζα Εργασίας στην Καλλιρόης, παραμονές Χριστουγέννων του 1992, μιλούν για πρώτη φορά και αποκαλύπτουν όλα όσα είδαν και έζησαν στο υπόγειο της Τράπεζας Εργασίας μετά τη μεγάλη διάρρηξη
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
