Οι επίμονες προσπάθειες του τέως προέδρου της Κύπρου Νίκου Αναστασιάδη να υπερασπιστεί την υστεροφημία του θάφτηκαν κάτω από τις 3.000 σελίδες του πορίσματος της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς που ερεύνησε ισχυρισμούς που διατυπώνονται στο βιβλίο «Κράτος Μαφία» του δημοσιογράφου Μακάριου Δρουσιώτη. Το πόρισμα ξεγυμνώνει τη λειτουργία ενός συστήματος που λειτουργούσε τη δεκαετία της διακυβέρνησης Αναστασιάδη και εγκλωβίζει τους θεσμούς σε έναν φαύλο κύκλο αυτοεξαιρέσεων, από την περαιτέρω ποινική έρευνα που ακολουθεί. Επειτα από δύο χρόνια ερευνών, καταθέσεων και εξέτασης εγγράφων από την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς αποδείχθηκε ότι η κυπριακή πραγματικότητα δεν ξεπερνά απλώς τη φαντασία, αλλά την αφήνει χιλιόμετρα πίσω. Η επίσημη ανακοίνωση της Αρχής σχετικά με το πόρισμα είναι η ακτινογραφία ενός συστήματος εξουσίας που λειτούργησε με όρους ιδιωτικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και απεριόριστης απληστίας, με τον τέως πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη να βρίσκεται στο κέντρο αυτού του κόσμου που περιστρεφόταν γύρω του.
Η εικόνα που αναδύεται είναι εκείνη μιας εκτεταμένης, βαθιάς και σχεδόν θεσμοθετημένης διαφθοράς και δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά ή για τη δράση κάποιων λίγων επίορκων που απλώς παραστράτησαν και βούτηξαν το δάχτυλο στο βάζο με το μέλι. Αποκαλύπτεται μια συντονισμένη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος συχνά έμοιαζε να κινείται με γνώμονα όχι το δημόσιο συμφέρον, αλλά τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις οικονομικές διευκολύνσεις φίλων, πελατών και συνοδοιπόρων της τότε πολιτικής ηγεσίας. Ο Νίκος Αναστασιάδης, ο άνθρωπος που κυβέρνησε τον τόπο για μία δεκαετία, εμφανίζεται στο πόρισμα ως αρχιτέκτονας ή, στην καλύτερη περίπτωση, ως ανεκτικός θεατής μιας κατάστασης όπου τα όρια μεταξύ δημόσιου αξιώματος και ιδιωτικού οφέλους είχαν γίνει απελπιστικά δυσδιάκριτα.
Το πόρισμα μοιάζει περισσότερο με ακτινογραφία μιας περιόδου, κατά την οποία, η εξουσία, οι προσωπικές σχέσεις, τα δικηγορικά γραφεία, οι τράπεζες, οι Ρώσοι ολιγάρχες, τα χρυσά διαβατήρια και η κρατική μηχανή συναντήθηκαν σε έναν μονόδρομο διαφθοράς.
Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός συστήματος στο οποίο οι θεσμοί δεν εμφανίζονται πάντοτε ως φραγμός στην αυθαιρεσία, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις ως εργαλείο εξυπηρέτησης. Για τον απλό πολίτη το κράτος συχνά μοιάζει με λαβύρινθο, ενώ για κάποιους άλλους -κυρίως Ρώσους ολιγάρχες- από όσα περιγράφονται έμοιαζε με θυρωρείο πολυτελούς ξενοδοχείου, με το προσωπικό έτοιμο να ικανοποιήσει κάθε επιθυμία τους.
Ενας ολιγάρχης, ένα διαζύγιο και ένα κράτος στα πόδια του
Η υπόθεση που κλέβει την παράσταση στο πόρισμα, τόσο για τη κουτσομπολίστική διάσταση της όσο και για την απόλυτη ξεδιαντροπιά της, είναι αυτή του Ρώσου ολιγάρχη Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ. Ο άνθρωπος αυτός βρέθηκε κάποια στιγμή σε έναν σκληρό δικαστικό πολιτικό και οικονομικό πόλεμο με την εν διαστάσει σύζυγό του για τον μοίρασμα μιας αμύθητης περιουσίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Σε οποιοδήποτε άλλο σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, η επίλυση μιας τέτοιας διαφοράς θα ήταν αποκλειστική υπόθεση των δικαστηρίων και των δικηγόρων των δύο πλευρών. Στην Κύπρο της εποχής εκείνης, όμως, έγινε κρατική υπόθεση και μάλιστα άμεσης προτεραιότητας.
Ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός, από την ανώτατη ηγεσία μέχρι τις διωκτικές αρχές, έδειξε μια πρωτοφανή προθυμία να τεθεί στην υπηρεσία του Ρώσου μεγιστάνα, με μοναδικό στόχο να βρεθούν οι νομικοί και πρακτικοί τρόποι ώστε να περιοριστεί το οικονομικό κόστος του διαζυγίου του. Για να επιτευχθεί αυτό επιστρατεύτηκαν μέσα και αξιώματα που προκαλούν δέος. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δικαστής, ο τότε βοηθός γενικός εισαγγελέας, ακόμα και ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας εμφανίζονται να κινούνται με μια κοινή συνισταμένη: να ικανοποιηθεί ο ξένος «επενδυτής»… να μη χάσουμε τον πελάτη.
Το αποκορύφωμα αυτής της ιλαροτραγωδίας ήταν η φωτογραφική νομοθεσία, ο περίφημος «νόμος Ριμπολόβλεφ», που ψηφίστηκε με διαδικασίες-εξπρές από τη Βουλή για να εξυπηρετήσει τις συγκεκριμένες νομικές ανάγκες του ολιγάρχη στο θέμα των εμπιστευμάτων. Ενας ολόκληρος κρατικός μηχανισμός υποτάχθηκε με σκυμμένο το κεφάλι στις ορέξεις ενός Ρώσου δισεκατομμυριούχου μετατρέποντας την Κυπριακή Δημοκρατία σε μια απέραντη offshore εταιρεία παροχής υπηρεσιών για VIP πελάτες.
Με πρόφαση ένα δαχτυλίδι
Η αφετηρία της υπόθεσης ήταν καταγγελία που υποβλήθηκε στην Αστυνομία από τον δικηγόρο Παναγιώτη Νεοκλέους, συνέταιρο τότε στη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ, εκ μέρους συγκεκριμένου εμπιστεύματος, για πολύτιμο κόσμημα μεγάλης αξίας.
Κλείσιμο
Το κόσμημα ήταν ένα δαχτυλίδι αξίας περίπου €25 εκατ. Η πλευρά της Ελένας Ριμπολόβλεβα υποστήριζε ότι επρόκειτο για δώρο που της είχε κάνει ο σύζυγός της προτού ξεσπάσει η μεγάλη δικαστική διαμάχη για το διαζύγιο και την περιουσία. Η πλευρά του εμπιστεύματος (δηλαδή του Ντ. Ριμπολόβλεβ), όμως, θεωρούσε ότι το κόσμημα ανήκε σε αυτό και όχι στην ίδια.
Η Αρχή κατά της Διαφθοράς, εξετάζοντας την υπόθεση, κατέληξε ότι η καταγγελία στην Αστυνομία υποβλήθηκε στο πλαίσιο σχεδίου για τη σύλληψη της Ελένας Ριμπολόβλεβα, ώστε να της ασκηθεί πίεση για τη διευθέτηση των οικονομικών όρων του διαζυγίου με τον Ντ. Ριμπολόβλεβ. Αυτή είναι η κεντρική διαπίστωση που δημιουργεί απίστευτες σκιές για εκτεταμένη διαφθορά.
Η κυρία Ριμπολόβλεβα έφτασε στην Κύπρο στις 24 Φεβρουαρίου 2014 και συνελήφθη με ένταλμα που είχε εκδοθεί στη βάση της καταγγελίας του δικηγόρου Παναγιώτη Νεοκλέους. Η υπόθεση πήρε αμέσως διεθνείς διαστάσεις, λόγω του ονόματος του Ριμπολόβλεφ, του τεράστιου ύψους της περιουσίας του και της σφοδρής δικαστικής σύγκρουσης του ζευγαριού.
Η Αρχή σημειώνει ότι στην εξέλιξη της υπόθεσης προέκυψαν στοιχεία και ισχυρισμοί που αμφισβητούσαν τη βασιμότητα των κατηγοριών εναντίον της Ριμπολόβλεβα. Το αρχικό σχέδιο που φαίνεται να είχε καταστρωθεί για παρατεταμένη κράτηση της Ριμπολόβλεβα δεν προχώρησε, με αποτέλεσμα την απελευθέρωσή της. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι προσπάθειες άσκησης πίεσης επάνω της δεν σταμάτησαν εκεί.

Στο μικροσκόπιο οι χειρισμοί κρατικών αξιωματούχων στην υπόθεση του Ρώσου ολιγάρχη και της πρώην συζύγου του – Πάνω από 3.000 σελίδες περιγράφουν σχέσεις πολιτικής εξουσίας, δικαστικών λειτουργών και επιχειρηματικών συμφερόντων

Νόμος κατά παραγγελία Ριμπολόβλεφ
Στο φόντο της σύλληψης βρίσκεται και η τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα, που είχε χαρακτηριστεί δημόσια ως «νόμος Ριμπολόβλεφ». Με την τροποποίηση αυτή τα κυπριακά δικαστήρια μπορούσαν να αποκτήσουν δικαιοδοσία για αδικήματα που φέρονταν να τελέστηκαν στο εξωτερικό, εφόσον αφορούσαν περιουσία που βρισκόταν εκτός Κύπρου αλλά συνδεόταν με εταιρεία εγγεγραμμένη στη Κυπριακή Δημοκρατία ή με κυπριακό καταπίστευμα.
Η σημασία της φωτογραφικής τροποποίησης, όπως την καταγράφει η Αρχή, είναι ότι καθιστούσε δυνατή την ποινική δίωξη της Ελένας Ριμπολόβλεβα στην Κύπρο, κάτι που προηγουμένως δεν ήταν εφικτό. Το εύρημα αυτό είναι κρίσιμο γιατί δείχνει πως το νομικό πλαίσιο αξιοποιήθηκε σε μια ιδιωτική περιουσιακή διαμάχη με διεθνείς προεκτάσεις και ενεπλάκη και η Βουλή με τροποποίηση νόμου που εισηγήθηκε η κυβέρνηση Ν. Αναστασιάδη.
Ο βολικός δικαστής 
Στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς υπάρχει κι ένα κεφάλαιο που αφορά τον πρώην πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Χάρη Σολομωνίδη. Η αναφορά του δεν είναι δευτερευούσης σημασίας, καθώς αφορά τον τρόπο με τον οποίο η πλευρά Ριμπολόβλεφ φέρεται να αξιοποίησε διαδικασίες ενώπιον των κυπριακών δικαστηρίων για να περιορίσει τις κινήσεις της Ελένας Ριμπολόβλεβα στη διεθνή δικαστική διαμάχη του διαζυγίου.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Αρχής, τον Οκτώβριο του 2013 καταχωρίστηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αιτήσεις από εταιρείες καταπιστευμάτων μέσω των οποίων ο Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ διατηρούσε μέρος της περιουσίας του. Με τις αιτήσεις αυτές ζητούνταν, μεταξύ άλλων, να απαγορευτεί στην Ελένα Ριμπολόβλεβα και στους δικηγόρους της να εγείρουν νομικές διαδικασίες σε δικαστήρια εκτός Κύπρου, για ζητήματα που συνδέονταν με τα εμπιστεύματα και τις οικονομικές της αξιώσεις από τον γάμο.
Οι αιτήσεις καταχωρίστηκαν από τη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ και τέθηκαν ενώπιον του δικαστή Χάρη Σολομωνίδη, ο οποίος τότε υπηρετούσε ως πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο δικαστής εξέδωσε μονομερώς (χωρίς να κληθεί η πλευρά της Ριμπολόβλεβα)  προσωρινά διατάγματα υπέρ των αιτητριών εταιρειών του Ριμπολόβλεφ. Ουσιαστικά τα διατάγματα επιχειρούσαν να κρατήσουν τη διαμάχη στο κυπριακό δικαστικό πεδίο και να δυσκολέψουν την Ελένα Ριμπολόβλεβα να κινηθεί δικαστικά αλλού, κυρίως στη Γενεύη, όπου είχε ανοίξει η διαδικασία του διαζυγίου.
Η Αρχή καταγράφει ως ιδιαίτερα σοβαρό στοιχείο τη χρονική ακολουθία των γεγονότων. Λίγες ημέρες μετά την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, η σύζυγος του δικαστή φέρεται να προσλήφθηκε στη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ, με υψηλές απολαβές. Κατά την Αρχή κατά της Διαφθοράς, η σύζυγος του δικαστή ήταν άνεργη κατά τον χρόνο καταχώρισης των αιτήσεων, ενώ η πρόσληψή της συνιστούσε σημαντικό περιουσιακό όφελος για την οικογένεια του δικαστή.
Το ζήτημα τέθηκε από τους δικηγόρους της Ριμπολόβλεβα, οι οποίοι ζήτησαν την εξαίρεση του δικαστή λόγω προκατάληψης. Η Αρχή αναφέρει ότι ο κ. Σολομωνίδης απέκρυψε ή συνέβαλε στη μη αποκάλυψη του πραγματικού εργοδότη της συζύγου του, παρουσιάζοντας ως εργοδότρια εταιρεία διαφορετική από τη δικηγορική εταιρεία που χειριζόταν τις επίμαχες αιτήσεις. Κατά την Αρχή, από τη μαρτυρία προκύπτει ότι πραγματικός εργοδότης ήταν η ίδια η δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ.
Στη συνέχεια, ο ίδιος δικαστής εξέδωσε αποφάσεις υπέρ των αιτητριών εταιρειών (Ριμπολόβεφ), κρίνοντας ότι η πλευρά Ριμπολόβλεβα είχε ειδοποιηθεί δεόντως. Αργότερα, κατόπιν αίτησης των δικηγόρων της Ελενας Ριμπολόβλεβα, άλλη δικαστής παραμέρισε μία από τις αποφάσεις, κρίνοντας ότι η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοσή της ήταν παράτυπη λόγω έλλειψης ορθής νομικής βάσης.
Η Αρχή καταλήγει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που δημιουργούν εύλογη υπόνοια πως ο δικαστής Σολομωνίδης, κατά κατάχρηση ή εκμετάλλευση του δικαστικού του αξιώματος, συμφώνησε με τη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ για την πρόσληψη της συζύγου του, με αντάλλαγμα την έκδοση αποφάσεων υπέρ πελατών της εταιρείας στις επίμαχες υποθέσεις που ευνοούσαν τον Ριμπολόβλεφ.
Για τον πρώην δικαστή η Αρχή καταγράφει ενδεχόμενη διάπραξη τριών ποινικών αδικημάτων. Δεκασμό δημόσιου λειτουργού, συναλλαγές με αντιπροσώπους που υποδηλώνουν διαφθορά και αθέμιτη κτήση περιουσιακού οφέλους. Για τη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ καταγράφονται ενδεχόμενα αδικήματα δεκασμού δημόσιου λειτουργού, συναλλαγών που υποδηλώνουν διαφθορά και ενεργού δωροδοκίας οικείων δημόσιων αξιωματούχων με εταιρική ευθύνη νομικού προσώπου. Για τον δικηγόρο Παναγιώτη Νεοκλέους καταγράφεται ενδεχόμενο αδίκημα συνωμοσίας για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης.
Η αναφορά στον Χάρη Σολομωνίδη αλλάζει και το βάρος της υπόθεσης Ριμπολόβλεβα. Το πόρισμα δεν περιγράφει μόνο μια προσπάθεια σύλληψης μέσω Αστυνομίας και Γενικής Εισαγγελίας αλλά και μια παράλληλη δικαστική διαδρομή, μέσα από την οποία, κατά την Αρχή, επιχειρήθηκε να περιοριστεί η νομική άμυνα της Ριμπολόβλεβα και να ενισχυθεί η πίεση προς την ίδια στο πλαίσιο της περιουσιακής διαμάχης του διαζυγίου.
Ο φάκελος και τα τεκμήρια
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον κ. Ρίκκο Ερωτοκρίτου, ο οποίος την περίοδο εκείνη ήταν βοηθός γενικός εισαγγελέας. Σύμφωνα με την Αρχή, η καταγγελία που υποβλήθηκε στην Αστυνομία στάλθηκε για οδηγίες στη Νομική Υπηρεσία (Γενική Εισαγγελία) και, κατόπιν αιτήματος του κ. Ερωτοκρίτου, ο φάκελος χρεώθηκε στον ίδιο προσωπικά.
Η Αρχή καταγράφει ότι ο κ. Ερωτοκρίτου χειρίστηκε προσωπικά τον φάκελο, δεν τον προώθησε στον τότε γενικό εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη και διασφάλισε την άμεση επιστροφή του στην Αστυνομία, κατά παρέκκλιση των καθιερωμένων διαδικασιών της Νομικής Υπηρεσίας.
Ακόμη σημαντικότερο είναι το εύρημα ότι υπήρξε, σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάστηκαν, άμεση παρέμβαση του κ. Ερωτοκρίτου στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που προσκομίστηκε στο δικαστήριο για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης της Ελενας Ριμπολόβλεβα.
Για τον κ. Ερωτοκρίτου η Αρχή καταγράφει ενδεχόμενη ποινική ευθύνη για κατάχρηση εξουσίας σε βαθμό πλημμελήματος, ενώ δεν προέκυψαν στοιχεία που να δείχνουν άμεσο ή έμμεσο προσωπικό οικονομικό ή υλικό όφελος για τον ίδιο.
Η Αστυνομία στην υπηρεσία του Ριμπολόβλεβ
Στο ίδιο κεφάλαιο του πορίσματος εμφανίζεται και ο ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας Ιωάννης Σωτηριάδης, ο οποίος υπηρετούσε ως διοικητής του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού.
Η Αρχή καταγράφει ότι συγκεκριμένοι αστυνομικοί, περιλαμβανομένου του κ. Σωτηριάδη, είχαν επισκεφθεί το γραφείο του κ. Ερωτοκρίτου κατά την επίμαχη περίοδο. Επίσης, διαπιστώθηκε περιστατικό κατά το οποίο αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν η Ελένα Ριμπολόβλεβα και η δικηγόρος της με κατεύθυνση προς τη ρωσική πρεσβεία στη Λευκωσία είχε τεθεί υπό παρακολούθηση από άλλο αυτοκίνητο, οδηγός του οποίου ήταν αστυνομικός.
Για τον κ. Σωτηριάδη η Αρχή αναφέρει ότι απέκρυψε σκόπιμα την αρχική καταγγελία από τον άμεσο προϊστάμενό του, αστυνομικό διευθυντή Λεμεσού, παρά τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Καταγράφεται επίσης διαρροή πληροφοριών της Αστυνομίας προς την πλευρά του Ριμπολόβλεβ, σε πραγματικό χρόνο, καθώς και προσπάθειες παρακολούθησης της κυρίας Ριμπολόβλεβα μετά την απελευθέρωσή της από τα αστυνομικά κρατητήρια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το εύρημα ότι υπήρξε σκόπιμη καθυστέρηση στην επιστροφή του διαβατηρίου της, σε συνεννόηση με το δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ και τον Παναγιώτη Νεοκλέους, παρά τις οδηγίες του τότε Γενικού Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη και του Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού, άμεσου προϊσταμένου του Ιωάννη Σωτηριάδη.
Κατά την Αρχή κατά της Διαφθοράς, ο αξιωματικός της Αστυνομίας σε συνεργασία με τον τότε βοηθό γενικό εισαγγελέα Ερωτοκρίτου και πρόσωπα της δικηγορικής εταιρείας, ενεργούσε έτσι ώστε η ποινική έρευνα εναντίον της Ριμπολόβλεβα να παραμένει ανοικτή, με σκοπό να συνεχίζεται η πίεση για τη διευθέτηση των οικονομικών όρων του διαζυγίου. Και για τον κ. Σωτηριάδη η Αρχή καταγράφει ενδεχόμενη ποινική ευθύνη για κατάχρηση εξουσίας σε βαθμό πλημμελήματος.
Μεσολάβηση για το ιδιωτικό τζετ
Η Αρχή αποδίδει ειδικό ρόλο στον δημοσιογράφο Ανδρέα Χατζηκυριάκο, τον οποίο εμφανίζει ως σύνδεσμο ανάμεσα στον Νίκο Αναστασιάδη και τον Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ. Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο κ. Χατζηκυριάκος εμπλεκόταν στον συντονισμό της στήριξης ή της φαινομενικής στήριξης κρατικών αρχών και λειτουργών στο σχέδιο σύλληψης της Ελενας Ριμπολόβλεβα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το ζήτημα ιδιωτικής πτήσης του τότε προέδρου Νίκου Αναστασιάδη από τις Βρυξέλλες προς την Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2014. Η Αρχή καταγράφει ότι υπήρξε συμφωνία που προέβλεπε πως ο Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ θα κάλυπτε το κόστος της πτήσης με διευκόλυνση του Α. Χατζηκυριάκου.
Η πτήση, σύμφωνα με την Αρχή, είχε αρχικά προορισμό την Αθήνα, αλλά λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου που υπέστη υπουργός πραγματοποιήθηκε τελικά απευθείας προς τη Λάρνακα. Οι λειτουργοί επιθεώρησης της Αρχής κατά της Διαφθοράς έλαβαν υπόψη την απουσία καταχώρισης κράτησης από πλευράς του τότε Προέδρου, την απουσία πληρωμής από το Γενικό Λογιστήριο και την απουσία σχετικής καταγραφής από την Προεδρία και την Πολιτική Αεροπορία.
Ο Νίκος Αναστασιάδης, σύμφωνα με την Αρχή, δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που να στηρίζουν τον ισχυρισμό του ότι τα έξοδα της πτήσης είχαν καλυφθεί από οικογένεια επιχειρηματία φίλου του, ούτε ότι η οικογένεια αυτή ανταποκρίθηκε σε αίτημα για προσκόμιση αποδείξεων.
Εμπορία επηρεασμού
Το κεντρικό πιθανό αδίκημα που καταγράφει η Αρχή για την υπόθεση είναι η εμπορία επηρεασμού. Πρόκειται για την παροχή, υπόσχεση ή αποδοχή αθέμιτου πλεονεκτήματος, ώστε κάποιο πρόσωπο να ασκήσει ή να εμφανιστεί ότι μπορεί να ασκήσει επιρροή σε δημόσιους λειτουργούς ή στη λήψη κρατικών αποφάσεων.
Για τον Ανδρέα Χατζηκυριάκο, η Αρχή αναφέρει ότι φέρεται να ενήργησε ως πρόσωπο που παρείχε ή διευκόλυνε την παροχή αθέμιτου πλεονεκτήματος σε πρόσωπο με πραγματική ή φερόμενη επιρροή σε αποφάσεις δημόσιων λειτουργών.
Για τον Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ καταγράφει ότι φέρεται να παρείχε ή να προσέφερε αθέμιτο πλεονέκτημα σε πρόσωπο που είχε ή εμφανιζόταν να έχει επιρροή στη λήψη αποφάσεων κρατικών λειτουργών.
Για τον Νίκο Αναστασιάδη αναφέρει ότι φέρεται να λειτούργησε ως πρόσωπο που έλαβε ή αποδέχθηκε αθέμιτο πλεονέκτημα προκειμένου να ασκήσει ή να προτείνει ότι θα ασκήσει αθέμιτη επιρροή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων δημόσιων λειτουργών.
Η Αρχή διευκρινίζει ότι οι ίδιοι οι κρατικοί λειτουργοί που ενεπλάκησαν στη διαδικασία της σύλληψης θεωρούνται για τους σκοπούς αξιολόγησης του αδικήματος της εμπορίας επηρεασμού οι λήπτες αποφάσεων και δεν βρέθηκαν υπόλογοι για το συγκεκριμένο αδίκημα υπό αυτή την ιδιότητα.
Τα ίχνη του χρήματος και δικηγορικό γραφείο
Πίσω από τις πολιτικές πλάτες και τις κρατικές διευκολύνσεις υπάρχει πάντα το χρήμα και η διαδρομή του. Το πόρισμα της κυπριακής Αρχής κατά της Διαφθοράς ανοίγει ξανά το μεγάλο κεφάλαιο της πιθανής φοροδιαφυγής και του ενδεχόμενου ξεπλύματος βρώμικου χρήματος, με επίκεντρο ένα ποσό €220.000 ευρώ. Εδώ το ενδιαφέρον στρέφεται αναπόφευκτα στο δικηγορικό γραφείο Νίκος Αναστασιάδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ.
Ο τέως Πρόεδρος της Κύπρου μπορεί να δήλωνε ότι είχε αποχωρήσει από την ενεργό δράση του γραφείου όταν ανέλαβε τα ηνία του κράτους, όμως το όνομά του παρέμεινε στη μαρκίζα και οι δύο κόρες του, μαζί με τους στενούς του συνεταίρους του, κρατούσαν το τιμόνι. Η έρευνα φωτίζει τον ρόλο των συνεταίρων του γραφείου και τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν ή, για την ακρίβεια, δεν ακολουθήθηκαν, όσον αφορά τον έλεγχο της προέλευσης των χρημάτων. Οι συμπτώσεις είναι πολλές για να χαρακτηριστούν τυχαίες και οι εξηγήσεις που δίνονται κατά καιρούς μάλλον επιτείνουν τις αμφιβολίες αντί να τις διαλύουν. Η διαπλοκή μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και της επαγγελματικής δραστηριότητας του περιβάλλοντος του τέως Προέδρου Αναστασιάδη αποτελεί το βασικό όχημα για τον διασυρμό των θεσμών.
Από τα χρυσά διαβατήρια στην αγκαλιά των ολιγαρχών
Η υπόθεση Ριμπολόβλεφ δεν ήταν η μοναδική. Ηταν απλώς η κορυφή του παγόβουνου σε μια εποχή που η Κύπρος είχε μετατραπεί σε παράδεισο για Ρώσους ολιγάρχες, οι οποίοι έβρισκαν στη Λευκωσία όχι μόνο ζεστό καιρό, αλλά και μια εξαιρετικά φιλόξενη πολιτική αγκαλιά. Ο Νίκος Αναστασιάδης δεν έκρυψε ποτέ τις στενές φιλικές και πελατιακές σχέσεις του με ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες από την πρώην Σοβιετική Ενωση.
Αυτές οι σχέσεις βρήκαν την τέλεια θεσμική τους έκφραση στο πολύπαθο πρόγραμμα των «χρυσών διαβατηρίων». Μια βιομηχανία πολιτογραφήσεων με πρόσχημα τη δύσκολη οικονομική κατάσταση από το κούρεμα τραπεζικών καταθέσεων το 2013 και με τις ευλογίες του Υπουργικού Συμβουλίου και απέφερε εκατομμύρια ευρώ σε λίγα δικηγορικά γραφεία, ελεγκτικούς οίκους και επιχειρηματίες ανάπτυξης γης. Το δικηγορικό γραφείο που έφερε το όνομα του τότε προέδρου πρωταγωνίστησε σε αυτή τη διαδικασία, υποβάλλοντας δεκάδες αιτήσεις για λογαριασμό ξένων κροίσων, οι οποίες στη συνέχεια εγκρίνονταν από το Υπουργικό Συμβούλιο στο οποίο προήδρευε ο ίδιος ο Νίκος Αναστασιάδης. Το γεγονός ότι πολλοί από αυτούς τους νέους Κύπριους πολίτες ήταν άτομα με σκοτεινό ποινικό μητρώο ή καταζητούμενοι διεθνώς, φαινόταν να είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια μπροστά στο χρήμα που έρρεε άφθονο.
Η σκιά της Focus και το φάντασμα του Βγενόπουλου
Για να καταλάβει κανείς πώς η Κύπρος έφτασε σε αυτό το σημείο, πρέπει να γυρίσει τον χρόνο λίγο πιο πίσω, στην εποχή που προετοιμαζόταν το έδαφος για την άνοδο στην εξουσία του Νίκου Αναστασιάδη. Το πόρισμα επαναφέρει στο προσκήνιο την πολύκροτη υπόθεση της εταιρείας Focus του Ελληνα εφοπλιστή Μιχάλη Ζολώτα και τη χρηματοδότηση των δύο μεγάλων κυπριακών κομμάτων, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, από τον Ανδρέα Βγενόπουλο.
Η Focus, μια εταιρεία με έδρα τις Νήσους Μάρσαλ, λειτούργησε ως ο αγωγός μέσω του οποίου διοχετεύτηκαν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για ενίσχυση του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ. Ο Ανδρέας Βγενόπουλος, ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με την κατάρρευση του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, δεν μοίραζε χρήματα από αγαθοεργία, αλλά αγόραζε πολιτική επιρροή, ασυλία και πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η χρηματοδότηση αυτή υπήρξε το προοίμιο της πλήρους άλωσης των πολιτικών θεσμών από τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, δημιουργώντας τις δεσμεύσεις που αργότερα εξαργυρώθηκαν με τον πιο επώδυνο τρόπο για τον κυπριακό λαό. Η Αρχή κατά της Διαφθοράς διαπιστώνει πιθανή κατάχρηση εξουσίας από τον Νίκο Αναστασιάδη, επειδή, σύμφωνα με την ανακοίνωση, όταν ήταν Πρόεδρος φέρεται να παρενέβη με έντονο τρόπο στον τότε γενικό εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη, εκφράζοντας δυσφορία για την πορεία της έρευνας και ζητώντας ουσιαστικά να τερματιστούν ανακρίσεις για την εταιρεία Focus.
Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται και ο τότε βοηθός γενικός εισαγγελέας Ρίκκος Ερωτοκρίτου, ο οποίος φέρεται να ζήτησε πρωτότυπα τεκμήρια που αφορούσαν την πολιτική χρηματοδότηση μέσω Focus και να υπέδειξε στους ανακριτές να μην κρατήσουν αντίγραφα.
Νομικό κομφούζιο και φιλία 40 χρόνων
Το πιο συγκλονιστικό μέρος αυτής της ιστορίας δεν είναι το τι έγινε στο παρελθόν, αλλά το πώς το παρόν αδυνατεί να διαχειριστεί τις συνέπειές του. Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς δεν είναι δικαστική απόφαση και για να αποδοθούν ποινικές ευθύνες, πρέπει να εξεταστεί από τη Νομική Υπηρεσία (Γενική Εισαγγελία) και να αποφασιστεί αν θα οδηγηθεί η υπόθεση στα δικαστήρια. Ωστόσο προκύπτει ένα θεσμικό αλαλούμ που ενώ κάποιος θα ανέμενε ένα σκηνικό αρχαίας τραγωδίας βρισκόμαστε τελικά μπροστά σε επιθεωρησιακό νούμερο.
Ο γενικός εισαγγελέας Γιώργος Σαββίδης βρίσκεται σε προφανή αδυναμία να αγγίξει τον φάκελο της υπόθεσης. Ο διορισμός του στην κυβέρνηση Αναστασιάδη ως υπουργού Δικαιοσύνης και η μετέπειτα μεταπήδησή του στη θέση του γενικού εισαγγελέα έγιναν από τον ίδιο τον Νίκο Αναστασιάδη. Οι δύο άνδρες δεν είχαν απλώς μια τυπική πολιτική σχέση. Εχουν φωτογραφηθεί επανειλημμένα σε κοινές εξόδους στα μπουζούκια, διασκεδάζοντας αγκαλιασμένοι, ενώ οι ίδιοι έχουν δηλώσει δημόσια ότι τους συνδέει μια στενή φιλία που μετρά σαράντα ολόκληρα χρόνια. Αντιλαμβανόμενος το ασυμβίβαστο, ο κ. Σαββίδης δήλωσε αυτοεξαίρεση από τη διαδικασία.
Το πρόβλημα όμως δεν λύνεται έτσι απλά. Ο δεύτερος τη τάξει στη Νομική Υπηρεσία, ο βοηθός γενικός εισαγγελέας Σάββας Αγγελίδης βρίσκεται στην ίδια ακριβώς θέση. Ηταν υπουργός Αμυνας στην κυβέρνηση Αναστασιάδη και διορίστηκε στη σημερινή του θέση με διορισμό από τον τέως Πρόεδρο Αναστασιάδη. Δήλωσε και αυτός αυτοεξαίρεση. Η σκυτάλη έπρεπε να πάει στην τρίτη στην ιεραρχία, την ανώτερη εισαγγελέα Ελενα Κλεόπα, η οποία είναι επικεφαλής του Ποινικού Τμήματος. Ωστόσο, η κυρία Κλεόπα ήταν μάρτυρας στην έρευνα της Αρχής κατά της Διαφθοράς, οπότε η αυτοεξαίρεση ήταν και γι’ αυτή μονόδρομος.
Η λύση που προκρίνεται είναι η ανάθεση της ευθύνης σε εισαγγελικό συμβούλιο που θα μελετήσει το πόρισμα και θα αποφασίσει για τα επόμενα βήματα. Ποιοι όμως αποτελούν αυτό το συμβούλιο; Τα μέλη του είναι δημόσιοι κατήγοροι και εισαγγελείς, δηλαδή άμεσοι υφιστάμενοι των τριών αξιωματούχων που αυτοεξαιρέθηκαν. Καλούνται δηλαδή κάποιοι υπάλληλοι να αποφασίσουν αν θα διώξουν ποινικά τον άνθρωπο που διόρισε τα αφεντικά τους, με τα οποία συνεργάζονται καθημερινά.
Αυτοί οι υφιστάμενοι θα πρέπει να επιλέξουν αν θα διορίσουν ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές ή αν θα αναθέσουν την έρευνα στην Αστυνομία, μια Αστυνομία που, όπως είδαμε στην υπόθεση Ριμπολόβλεφ, δεν φημίζεται για την ανεξαρτησία της όταν εμπλέκονται μεγάλα πολιτικά και επιχειρηματικά ονόματα.
Υπάρχει βέβαια και η εναλλακτική οδός. Ποινικούς ανακριτές μπορεί να διορίσει και το Υπουργικό Συμβούλιο. Εδώ, όμως, μπαίνουμε σε έναν νέο κύκλο πολιτικών συμπτώσεων. Στο τιμόνι του Υπουργικού Συμβουλίου βρίσκεται ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης, ο οποίος υπήρξε ο στενότερος συνεργάτης, κυβερνητικός εκπρόσωπος και υπουργός Εξωτερικών του Νίκου Αναστασιάδη για μία δεκαετία. Δίπλα του κάθονται ο υπουργός Αμυνας Βασίλης Πάλμας, που διετέλεσε υφυπουργός παρά τω Προέδρω στην κυβέρνηση Αναστασιάδη, και ο υπουργός Εσωτερικών Κωνσταντίνος Ιωάννου, ο οποίος ήταν υπουργός Υγείας στην ίδια κυβέρνηση.
Το πολιτικό και νομικό σύστημα της Κύπρου μοιάζει με ένα κλειστό κλαμπ, όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, όλοι έχουν θητεύσει στις ίδιες κυβερνήσεις και στα ίδια κόμματα και όλοι χρωστούν, σε κάποιον βαθμό, την ανέλιξή τους στον ίδιο άνθρωπο. Το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία» δεν είναι απλώς μια καταγραφή σκανδάλων του παρελθόντος. Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς είναι στην πραγματικότητα ένας καθρέφτης που δείχνει το σημερινό θεσμικό αδιέξοδο μιας χώρας που ψάχνει να βρει έναν ανεξάρτητο κριτή και βρίσκει μόνο παλιούς γνώριμους.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή