Λένε πως η αγορά είναι πάνω απ’όλα ψυχολογία και σε αυτό επικεντρώνει η νέα έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Με αφορμή την σοβαρή επιδείνωση του οικονομικού κλίματος στην Ευρωζώνη, οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ εξετάζουν τις επιπτώσεις των γεωοπολιτικών κινδύνων στις καταναλωτικές προσδοκίες.
Η έρευνα φωτίζει έναν μηχανισμό που είναι ιδιαίτερα οικείος στους Έλληνες καταναλωτές. Όπως αναφέρει, τα νοικοκυριά που έχουν ζήσει επανειλημμένα οικονομικές κρίσεις αντιδρούν σε κάθε νέο σοκ με δυσανάλογη ένταση, ακόμα κι όταν τα πραγματικά οικονομικά μεγέθη δεν δικαιολογούν τέτοια αντίδραση.
Το φαινόμενο αυτό, που οι ερευνητές αποκαλούν «διπλό τραύμα» ή «διπλή ουλή»(double scar), έχει γίνει η κυρίαρχη συνθήκη στην οποία τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά αντιμετωπίζουν τον πόλεμο στο Ιράν και τις επιπτώσεις του στις τιμές ενέργειας.
Η έρευνα συνέκρινε τις αντιδράσεις των καταναλωτών στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 με την αντίδρασή τους στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, που ξεκίνησε με τι διπλή επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.
Τον Μάρτιο του 2026, ένα μήνα μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, οι μέσες πληθωριστικές προσδοκίες για το επόμενο δωδεκάμηνο αναθεωρήθηκαν ανοδικά κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ οι προσδοκίες για οικονομική ανάπτυξη υποχώρησαν κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες. Η ταυτόχρονη επιδείνωση και στις δύο κατευθύνσεις, υψηλότερες τιμές και χαμηλότερη ανάπτυξη, είναι ο ορισμός του στασιμοπληθωρισμού.
Η γενική μετατόπιση προς τα σενάρια στασιμοπληθωρισμού είναι, σύμφωνα με τα στοιχεία, κάπως λιγότερο έντονη από ό,τι το 2022. Η κρίσιμη διαφορά όμως είναι ότι τώρα ξεκινάμε από χειρότερη βάση, δηλαδή από υψηλότερο επίπεδο ανησυχίας. Ήδη πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στο Ιράν, οι μεσοπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες των καταναλωτών ήταν υψηλότερες από ό,τι τον Ιανουάριο του 2022, πριν την εισβολή στην Ουκρανία. Το νέο σοκ βρήκε το έδαφος ήδη προετοιμασμένο.
H έκθεση της ΕΚΤ εστιάζει σε έναν παράγοντα που δύσκολα μπαίνει σε μετρήσιμα καλούπια. Αυτός δεν είναι άλλος από τον παράγοντα της μνήμης. «Το παρελθόν δεν είναι ποτέ νεκρό. Δεν είναι καν παρελθόν», λέει μία από τις διασημότερες ατάκες της παγκόσμιας δραματουργίας. Η φράση του θεατρικού ήρωα του Φόκνερ, έχει χρησιμοποιηθεί ουκ ολίγες φορές από πολιτικά πρόσωπα – από τον Μπαράκ Ομπάμα ως τον Τόνι Μπλερ. Οι ερευνητές της ΕΚΤ, χωρίς να εμπνέονται άμεσα από τον Φώκνερ, μεταφέρουν την αναλογία στο πεδίο της οικονομίας. Τα τραύματα του πρόσφατου παρελθόντος, σημαδεύουν το παρόν και επηρεάζουν την καταναλωτική συμπεριφορά.
Τον Ιανουάριο του 2023, όταν ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη άγγιζε το 8,6%, σχεδόν τα μισά νοικοκυριά δήλωναν ότι παρακολουθούν στενά τις μεταβολές των τιμών. Μέχρι τον Αύγουστο του 2025, ακόμα και με τον πληθωρισμό να έχει επιστρέψει κοντά στον στόχο της ΕΚΤ, το ποσοστό αυτό είχε υποχωρήσει μόλις στο 41%, εξαιρετικά υψηλό για περίοδο «κανονικότητας».
Μόλις ξέσπασε ο πόλεμος στο Ιράν, ανέβηκε εκ νέου στο 50%. Οι ερευνητές το ερμηνεύουν ως απόδειξη ότι η εμπειρία της πληθωριστικής κρίσης άφησε ένα μόνιμο αποτύπωμα, καθώς οι καταναλωτές παρακολουθούν τις τιμές με αυξημένη ευαισθησία ακόμα και όταν η ίδια η πραγματικότητα δεν δικαιολογεί ιδιαίτερη ανησυχία.
Γεωπολιτικές ανησυχίες Το δεύτερο εύρημα αφορά τις γεωπολιτικές ανησυχίες. Τον Μάιο του 2022 το 35% των ερωτηθέντων δήλωνε υψηλή ανησυχία για τις επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομική τους κατάσταση. Τον Δεκέμβριο του 2025, λίγο πριν ξεσπάσει η νέα σύγκρουση, το αντίστοιχο ποσοστό παρέμενε στο 25%, ένα επίπεδο που υποδηλώνει ότι η αίσθηση απειλής δεν εξαλείφθηκε ποτέ στο μεσοδιάστημα. Το «διπλό τραύμα» αντικατοπτρίζει ακριβώς τον συνδυασμό αυτών των δύο επικαλυπτόμενων εμπειριών, που ενισχύουν αμοιβαία τη δυσπιστία των νοικοκυριών απέναντι σε κάθε νέο σοκ.
Γιατί οι Έλληνες καταναλωτές είναι οι πιο απαισιόδοξοι της Ευρώπης;
Αν τα ευρήματα αυτά περιγράφουν ένα γενικό ευρωπαϊκό πρόβλημα, για την Ελλάδα αποτελούν ακριβή απεικόνιση μιας χρόνιας παθολογίας. Σύμφωνα με την τελευταία Έρευνα Καταναλωτικών Προσδοκιών της ΕΚΤ, τον Μάρτιο του 2026 ο διάμεσος αντιληπτός πληθωρισμός στην Ελλάδα για το προηγούμενο δωδεκάμηνο ανήλθε στο 10,1%, έναντι 3,5% για την Ευρωζώνη συνολικά, και πρόκειται για τη μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ χώρας και μέσου όρου στο σύνολο της έρευνας.
Η απόσταση από τον επίσημο πληθωρισμό είναι εξίσου εντυπωσιακή. Ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή τον Μάρτιο έδειχνε ετήσια αύξηση 3,4%, με αποτέλεσμα ο «πληθωρισμός της τσέπης» που βιώνουν τα ελληνικά νοικοκυριά να είναι σχεδόν τριπλάσιος του επίσημου. Ακόμα πιο αποκαλυπτικές είναι οι προσδοκίες: οι Έλληνες καταναλωτές ανέμεναν πληθωρισμό 10% για το επόμενο δωδεκάμηνο τον Μάρτιο, από 5,2% που ανέμεναν τον Φεβρουάριο, πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στο Ιράν, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδας προβλέπει πληθωρισμό 3,1% για το 2026.
Το χάσμα αυτό έχει δομικές ρίζες. Τα ελληνικά νοικοκυριά χρειάστηκαν 17 χρόνια για να επανέλθει το ονομαστικό τους διαθέσιμο εισόδημα στα επίπεδα του 2008, χωρίς να έχουν αντισταθμίσει τις απώλειες σε πραγματικούς όρους. Η χώρα βρίσκεται στην προτελευταία θέση της ΕΕ ως προς το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, οριακά μπροστά από τη Βουλγαρία, με εισόδημα που αντιστοιχεί στα δύο τρίτα περίπου του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε νέα αύξηση τιμών έχει δυσανάλογο αντίκτυπο, γιατί η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών παραμένει ευάλωτη.
Η έρευνα της ΕΚΤ επισημαίνει ότι η εμπιστοσύνη στην Κεντρική Τράπεζα λειτουργεί ως ανάχωμα στην επιδείνωση των προσδοκιών. Τα νοικοκυριά που εμπιστεύονται την ΕΚΤ αναθεώρησαν τις πληθωριστικές τους προσδοκίες κατά πολύ λιγότερο από εκείνα που έχουν χαμηλότερη εμπιστοσύνη, υποστηρίζει η έρευνα. Μια θετική ένδειξη, σημείωνουν, είναι ότι η εμπιστοσύνη στην ΕΚΤ εμφανίζεται υψηλότερη τον Φεβρουάριο του 2026 από ό,τι τον Φεβρουάριο του 2022, κάτι που αποδίδεται στην επιτυχή αντιμετώπιση της προηγούμενης πληθωριστικής κρίσης.
Ωστόσο όταν οι δομικές συνθήκες σε μια χώρα δημιουργούν ένα διαρκές αίσθημα οικονομικής ευαλωτότητας, η εμπιστοσύνη εξανεμίζεται. Στην Ελλάδα ο συνδυασμός χαμηλών μισθών, υψηλού στεγαστικού κόστους και της πιο αδύναμης αγοραστικής δύναμης στην Ευρωζώνη, δημιουργούν συνθήκες μόνιμης αβεβαιότητας. Αν όχι για όλους, τουλάχιστον για τα 2/3 των νοικοκυριών, που με το ζόρι βγάζουν τον μήνα. Για τους Έλληνες καταναλωτές, ο «αντιληπτός πληθωρισμός» αντανακλά τη συνισταμένη μιας δεκαπενταετίας συμπιεσμένων εισοδημάτων, που κάνει κάθε νέο γεωπολιτικό σοκ να αισθάνεται ως απειλή πρωτίστως για τα βασικά.
