«Το παιδί μου έκανε αυτό που του μάθαμε. Πήγε να ζητήσει βοήθεια από το κράτος. Και το σκότωσαν έξω από το αστυνομικό τμήμα».
«Το κράτος θεώρησε αυτονόητο ότι η γιαγιά θα τα καταφέρει. Έτσι μετατράπηκα από μητέρα που πενθεί σε γονιό ξανά. Χωρίς βοήθεια», «Στα 22 μου χρόνια, έγινα γονέας. Όχι από επιλογή. Αλλά γιατί το κράτος δεν προστάτευσε τη μητέρα μας». «Το όπλο δεν βρέθηκε τυχαία εκεί. Ήταν νόμιμο».
Η πρωτοβουλία του Κώστα Αρβανίτη να μαζέψει στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο τους συγγενείς θυμάτων γυναικοκτονιών σε μια εκδήλωση με τίτλο «Γυναικοκτονίες 8+1 ιστορίες», γέμισε μια αίθουσα με βαριά δάκρυα και ταυτόχρονα βοήθησε να φωτιστεί σε όλο του το βάθος το φαινόμενο, οι συνέπειες και οι ευθύνες.
Κι αυτό γιατί δεν κάθε συγγενείς (μάνα, πατέρας, κόρη) εκτός από τα κοινά αιτήματα (νομική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία», μέτρα για το victim blaming, φροντίδα οικογενειών, δικαιοσύνη) έφερνε κι ένα προσωπικό αίτημα που απορρέει από την ξεχωριστή περίπτωση της κάθε οικογένειας. Όλα αυτά μαζί ανέδειξαν με τον πιο καθαρό τρόπο, πως η γυναικοκτονία είναι κρατικό έγκλημα όμως κραυγάζει το τρανσοφεμινιστικό κίνημα.
«Είμαι η Ντόρα, η Ελένη, η Γαρυφαλλιά. Κάποτε έκανα όνειρα είμαι η Κυριακή κι έγινα όνομα σε τίτλο ειδήσεων. Είμαι η Ερατώ, είμαι η Πολυξένη, είμαι η Σοφία, μη με αφήσεις να γίνω άλλη μια φωτογραφία». Η εκδήλωση ξεκίνησε με το βίντεο της οργάνωσης «Γίνε άνθρωπος» η πρόεδρος της οποίας εξήγησε στη συνέχεια πως δημιουργήθηκε για να ενώσει τους συγγενείς των θυμάτων μετά τη δολοφονία της Γαρυφαλλιάς.
Εκτός από τους συγγενείς μίλησαν οι : Ξένη Δημητρίου, Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επί τιμή, Έλενα Κουντουρά, Ευρωβουλεύτρια ΣΥΡΙΖΑ, Μέλος της Επιτροπής FEMM, Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, Καθηγήτρια Εγκληματολογίας, Πρόεδρος του ΜΚΟ «Γίνε Άνθρωπος», Μαρία Ρεπούση, Ιστορικός, Διευθύντρια Ινστιτούτου Νίκος Πουλατζάς και Φωτεινή Λαμπρίδη, δημοσιογράφος TVXS.
Τον λόγο πήρε και η Ελεονώρα Μελέτη, ευρωβουλεύτρια της ΝΔ, η οποία με δάκρυα στα μάτια υπογράμμισε πως είναι εκεί ως γυναίκα, μητέρα και θύμα έμφυλης βίας, για να γίνει η φωνή των θυμάτων.
Ανοίγοντας την εκδήλωση ο Κώστας Αρβανίτης υπογράμμισε πως αυτή η εκδήλωση δεν είναι σαν τις άλλες και πως στόχος της είναι να προωθηθεί το αίτημα για αναγνωρίσει του όρου «γυναικοκτονία» από την ΕΕ και την πρόληψη. «Η πολιτική πρέπει να δώσει λύσεις τώρα. Θέλω να είμαι σαφής: η Ευρώπη που υπερασπιζόμαστε δεν μπορεί να ανέχεται τη διαιώνιση πατριαρχικών στερεοτύπων και έμφυλων ανισοτήτων. Η βία κατά των γυναικών δεν είναι προσωπικό ζήτημα. Δεν είναι γυναικείο μόνο μας αφορά όλους και όλα».
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΚΟΥ – Μητέρα Γαρυφαλλιάς Ψαρράκου
Η μητέρα της Γαρυφαλλιάς που δολοφονήθηκε από τον σύντροφο της στην Φολέγανδρο υπογράμμισε πως:
«Η κόρη μου πέθανε μόνη. Μετά, επιχείρησε να παρουσιάσει τη δολοφονία της ως ατύχημα. Και από εκείνη τη στιγμή και μετά, ξεκίνησε κάτι ακόμη. Μια δεύτερη δολοφονία. Όχι του σώματός της. Της μνήμης της. Γιατί αντί να σταθούμε απέναντι στο έγκλημα, αρχίσαμε να ρωτάμε το θύμα.
«Γιατί δεν έφυγε;» «Γιατί δεν κατήγγειλε;», «Γιατί μπλέκουν με τέτοιους άντρες;» Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι αθώες. Μεταφέρουν την ευθύνη από τον δράστη στο θύμα.
Από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητώ κάτι συγκεκριμένο:
επένδυση στην πρόληψη από την παιδική ηλικία,
δεσμευτικά εκπαιδευτικά προγράμματα για την ισότητα,
αξιολόγηση των δράσεων που χρηματοδοτούνται,
και μηχανισμούς έγκαιρης παρέμβασης πριν η βία γίνει μη αναστρέψιμη.
Γιατί αν συνεχίσουμε να μιλάμε μόνο μετά τη δολοφονία, έχουμε ήδη αποτύχει. Μετά τη δολοφονία της κόρης μου, το κράτος ήταν απόν. Όχι μόνο σε επίπεδο στήριξης.
Αλλά σε επίπεδο κατανόησης. Δεν υπήρξε ψυχολογική ή ψυχιατρική φροντίδα για την οικογένεια. Δεν υπήρξε κοινωνικός λειτουργός. Δεν υπήρξε θεσμική καθοδήγηση. Δεν υπήρξε καμία οργανωμένη κρατική απάντηση».
ΕΛΕΝΗ ΚΡΕΜΑΣΤΙΩΤΗ – Μητέρα Ερατούς Μανωκέλλη
«Βρίσκομαι εδώ ως μητέρα. Και ως γιαγιά» είπε η μητέρα της Ερατούς που υπογράμμισε ότι ο χωρισμός δεν προστάτευσε την κόρη της.
«Θέλω να σταθούμε εδώ. Γιατί συχνά λέμε στις γυναίκες “φύγε”. Η κόρη μου έφυγε. Και αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο σημείο της ζωής της. Ο χωρισμός δεν λειτούργησε ως προστασία.
Λειτούργησε ως συναγερμός που κανείς δεν άκουσε.
Και εδώ αποκαλύπτεται ένα τεράστιο κενό του συστήματος. Το κράτος θεωρεί ότι όταν μια γυναίκα χωρίσει, τελείωσε ο κίνδυνος. Η πραγματικότητα λέει το αντίθετο. Η πιο επικίνδυνη στιγμή για μια γυναίκα είναι όταν προσπαθεί να φύγει.
Κανένας μηχανισμός δεν ενεργοποιήθηκε.Καμία επιτήρηση. Καμία πρόβλεψη. Καμία προστασία. Και ας μιλήσουμε και για το όπλο. Το όπλο δεν βρέθηκε τυχαία εκεί. Ήταν νόμιμο. Υπήρχε. Και χρησιμοποιήθηκε. Κανείς δεν έλεγξε αν έπρεπε να το έχει.
Κανείς δεν αναρωτήθηκε αν ένας άνθρωπος σε διάσταση, σε ένταση, σε ρήξη, πρέπει να έχει πρόσβαση σε όπλο…..
Το κράτος θεώρησε αυτονόητο ότι η γιαγιά θα τα καταφέρει. Έτσι μετατράπηκα από μητέρα που πενθεί σε γονιό ξανά. Χωρίς βοήθεια. Χωρίς πλαίσιο. Χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Το όπλο δεν σκότωσε μόνο του. Κάποιο σύστημα του επέτρεψε να υπάρχει εκεί. Η κόρη μου δολοφονήθηκε στο σπίτι της. Στον χώρο που υποτίθεται ότι είναι καταφύγιο….. Χρειαζόμαστε ευρωπαϊκές πολιτικές που να προστατεύουν τις γυναίκες όταν φεύγουν. Που να αφαιρούν όπλα όταν υπάρχει ρήξη και απειλή.
Και που να αναγνωρίζουν τα παιδιά των δολοφονημένων γυναικών ως παιδιά που χρειάζονται σταθερή φροντίδα, όχι φιλανθρωπία.»
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΠΕΡΔΟΥ – Μητέρα Πολυξένης
«Σας μιλάω ως μητέρα που είδε το κράτος να σκοτώνει δύο γυναίκες μέσω του οπλισμένου εκπροσώπου του» τόνισε η Αγγ. Μπέρδου.
«Η κόρη μου δολοφονήθηκε από έναν άνθρωπο που ήταν εν ενεργεία αστυνομικός. Έναν άνθρωπο που είχε υπηρεσιακό όπλο. Έναν άνθρωπο που το κράτος είχε εκπαιδεύσει, εξοπλίσει και εμπιστευτεί.
Με το ίδιο όπλο δολοφονήθηκε και η Σοφία Σαββίδου. Θέλω να το πω καθαρά: αυτό δεν ήταν απλώς ένα οικογενειακό έγκλημα. Ήταν κατάχρηση κρατικής εξουσίας με θανατηφόρο αποτέλεσμα.
Η Πολυξένη δεν δολοφονήθηκε μόνο από έναν άντρα. Δολοφονήθηκε από ένα σύστημα που: του έδωσε όπλο, δεν τον αφαίρεσε από την υπηρεσία, δεν τον αξιολόγησε ως επικίνδυνο, δεν προστάτευσε τη γυναίκα του.
Και μετά την δολοφονία της, άφησε πίσω δύο παιδιά. Δύο παιδιά που σήμερα μεγαλώνουν χωρίς μητέρα. Τα μεγαλώνουμε εγώ, ο παππούς τους και η θεία τους.
Χωρίς καμία ουσιαστική κρατική στήριξη. Χωρίς σχέδιο. Χωρίς φροντίδα. Αυτά τα παιδιά δεν έχασαν μόνο τη μητέρα τους. Έχασαν και την εμπιστοσύνη ότι το κράτος υπάρχει για να τα προστατεύει.
Και υπάρχει κάτι ακόμα πιο βαρύ: αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν γνωρίζοντας ότι ο άνθρωπος που σκότωσε τη μητέρα τους φορούσε στολή και κρατούσε όπλο του κράτους». Ζήτησε μεταξύ άλλων: Να θεσπιστεί ευρωπαϊκό πλαίσιο υποχρεωτικής αφαίρεσης όπλων από ένστολους όταν υπάρχουν ενδείξεις ενδοοικογενειακής βίας, απειλών ή σοβαρών συγκρούσεων. Να υπάρξει ανεξάρτητος μηχανισμός ελέγχου και καταγγελιών για ένστολους, ώστε η βία να μη θάβεται μέσα στην ιεραρχία».
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΙΚΑΡΝΤΑ – Ξάδερφος Έφής Τσιχλάκη
«Αυτό που ζούμε στην Κρήτη είναι αίσχος. Είναι από τα μεγαλύτερα δικαστικά σκάνδαλα της χώρας» υπογράμμισε ο ξάδερφος της Έφης Τσιχλάκη που ισχυρίστηκε πως παλεύει ακόμα με τη μαφία που συγκαλύπτει το έγκλημα.
«Εμείς έπρεπε να αποδείξουμε ότι ο Λιμενιτάκης, σωματοφύλακας πανίσχυρης οικογένειας είναι ένοχος. Γιατί τα ελληνικά δικαστήρια αποφάσισαν ότι αυτοκτόνησε μια γυναίκα καταχτυπημένη, ότι πήρε το όπλο και αυτοκτόνησε με το λάθος χέρι!
Στη δικαστική αίθουσα έβγαλαν την ξαδέρφη μου τρελή, μανιοκαταθλιπτικη και χρησιμοποίησαν το επιχείρημα ότι δεν είχε κάνει παιδιά».
ΡΟΖΑ ΦΩΤΙΑΔΟΥ – Μητέρα Σοφίας Σαββίδου
«Η Σοφία δεν είχε καμία σχέση με τον άνθρωπο που τις σκότωσε. Δεν είχε προηγούμενη σύγκρουση.
Δεν είχε λόγο να φοβάται. Βρέθηκε απλώς δίπλα σε μια γυναίκα που κινδύνευε. Και αυτό θέλω να το πω καθαρά: η έμφυλη βία δεν σκοτώνει μόνο τη γυναίκα-στόχο. Σκοτώνει και ό,τι βρεθεί στον δρόμο της. Σκοτώνει στον δρόμο. Σκοτώνει στον χώρο εργασίας…
Η Σοφία δεν είχε καμία “προειδοποίηση”. Δεν είχε καμία δυνατότητα προστασίας. Δεν υπήρχε κανένα σύστημα που να λέει: αυτός ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος για όποιον βρεθεί μπροστά του. Σήμερα στέκομαι εδώ για να ζητήσω από την Ευρώπη να δει αυτό που συχνά αποφεύγουμε:
Ότι η έμφυλη βία δεν είναι μόνο ζήτημα δικαιωμάτων. Είναι ζήτημα δημόσιας ασφάλειας. Ζητώ: Να αντιμετωπίζεται η έμφυλη βία ως δυνητικός κίνδυνος για τρίτους, όχι μόνο για το άμεσο θύμα.
Να υπάρχουν μηχανισμοί έγκαιρης απομάκρυνσης και αφοπλισμού επικίνδυνων προσώπων, πριν η βία ξεφύγει από τον “ιδιωτικό” χώρο.
Να αναγνωριστούν και να στηριχθούν τα παιδιά των δολοφονημένων γυναικών ως θύματα έμφυλης βίας, με ουσιαστική και μακροχρόνια φροντίδα.
Και να σταματήσει επιτέλους η ψευδαίσθηση ότι “αν δεν είναι δική σου σχέση, δεν κινδυνεύεις”. Η Σοφία κινδύνευσε. Και δεν έπρεπε. Η κόρη μου δεν δολοφονήθηκε επειδή έκανε κάτι λάθος.»
ΝΤΑΝΑΪ ΤΖΕΣΙΚΑ (ΣΤΕΦΑΝΙΑ) – Κόρη Ενκελέϊντα Λιμάι
«Η μητέρα μου φοβόταν και το είπε πολλές φορές. Το είπε στην αστυνομία. Το είπε στη δικαιοσύνη. Το είπε ξανά και ξανά σε όποια αρμόδια αρχή γνώριζε. Και παρ’ όλα αυτά, ο άνθρωπος από τον οποίο όπως φάνηκε κινδύνευε η ζωή της εξακολουθούσε να κυκλοφορεί ελεύθερος. Της μίλησαν για διαδικασίες. Της μίλησαν για δομές.
Της μίλησαν για “κουμπιά πανικού”. Η μητέρα μου είχε καταγγείλει αυτόν τον άνθρωπο…Τον άνθρωπο που τελικά τη δολοφόνησε, όχι μία αλλά τρεις φορές. Ακόμη περισσότερες ήταν οι φορές βέβαια που είχε πάει στην αστυνομία και την παρότρυναν να μην κάνει μήνυση και ότι θα καταγράψουν το εκάστοτε περιστατικό».
Λυγίζοντας από το κλάμα η κόρη του θύματος υπογράμμισε πως:
«Στα 22 μου χρόνια, έγινα γονέας. Όχι από επιλογή. Αλλά γιατί το κράτος δεν προστάτευσε τη μητέρα μας. Και κάθε μέρα ζω με ένα ερώτημα: τι θα είχε γίνει αν κάποιος την είχε ενημερώσει;
Τι θα είχε γίνει αν η μητέρα μου γνώριζε ότι είναι ελεύθερος ο άνθρωπος που την απειλούσε για τη ζωή της ; Ίσως τώρα η μητέρα μου να ζούσε και να μην χρειαζόταν να είμαι εγώ η φωνή της σήμερα. Η υπόθεση της μητέρας μου δείχνει κάτι ξεκάθαρο: οι καταγγελίες όταν δεν συνοδεύονται από αξιολόγηση κινδύνου, ενημέρωση του θύματος και άμεση προστασία, δεν αρκούν…Αξίζει δε, να σημειωθεί πως λόγω καταγωγής και εθνικότητας της οικογένειας μου, παρουσιάζονται εμπόδια, δυσκολίες και νομικά κενά τα οποία δυσχεραίνουν μέχρι και σήμερα, μετά τον θάνατο της, τις καταστάσεις σε κάθε στάδιο».
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΩΤΗ – Μητέρα Ντόρας Ζαχαριά
«Το stalking αντιμετωπίστηκε σαν υπερβολή. Η ψηφιακή παρακολούθηση σαν άγχος. Ο φόβος της σαν προσωπική ανησυχία» είπε η μητέρα της Ντόρας.
«Και όμως, σήμερα γνωρίζουμε ότι η ψηφιακή βία είναι προάγγελος φυσικής βίας. Ο άνθρωπος που σκότωσε την κόρη μου δεν ήταν «μια κακή στιγμή».
Είχε δείξει εξουσιαστική συμπεριφορά και σε προηγούμενες σχέσεις του. Υπήρχε μοτίβο. Αλλά αυτό το μοτίβο δεν καταγράφηκε ποτέ. Δεν αξιολογήθηκε ποτέ. Δεν λειτούργησε ποτέ ως καμπανάκι κινδύνου. Αντίθετα, υπήρξε σιωπή. Υπήρξε συγκάλυψη. Υπήρξε ανοχή….Η Ντόρα δολοφονήθηκε λίγες ημέρες μετά τον χωρισμό της.
Την ώρα που προσπαθούσε να φύγει.Την ώρα που το σύστημα έπρεπε να είναι σε επιφυλακή. Δεν ήταν……»
Ανάμεσα στα αιτήματα της ήταν το να αναγνωριστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο το stalking και η ψηφιακή παρακολούθηση ως σοβαροί δείκτες επικινδυνότητας και όχι ως “δευτερεύοντα περιστατικά».
ΓΟΝΕΙΣ ΕΛΕΝΗΣ ΤΟΠΑΛΟΥΔΗ
«Χρειαζόμαστε μία πραγματικά ανεξάρτητη δικαιοσύνη όχι δικαιοσύνη της πολιτικής και των πολιτικών μία δικαιοσύνη ακηδεμόνευτη όχι να λειτουργεί κάθε φορά κατά το δοκούν και να εκτροχιάζεται. Η δικαιοσύνη δεν έχει πόδια όλοι εμείς πρέπει να τη σηκώσουμε στους ώμους μας όπως έγραψε και ο μεγάλος συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης» τόνισε ο πατέρας της Ελένης Γιάννης.
Η Ελένη μας θα ήταν ακόμα άταφη αν δεν μας έδινε χρήματα η γιαγιά Ελένη που τα μάζευε για το γάμο της εγγονής της και τα έδωσε για την κηδεία της.
Τα τελευταία λόγια του παιδιού μας, της Ελένης μας, πριν την πετάξουν στη θάλασσα ήταν “θα σας βρει ο πατέρας μου”. Ποιος γονιός θα μπορούσε να ζήσει αν κάθε μέρα κάθε ώρα κάθε στιγμή είχε τη σκέψεις του τα τελευταία αυτά λόγια του παιδιού του;».
Η μητέρα της Ελένης Κ. Αρμουτίδου πρόσθεσε: «Η κόρη μας υπέστη όλες τις μορφές βίας. Και αυτό δεν το λέμε για να σοκάρουμε. Το λέμε γιατί αυτή η αλήθεια συχνά κόβεται σε κομμάτια για να αντέχεται. Όταν όμως κόβεις την αλήθεια, χάνεις την ουσία.
Η υπόθεση της Ελένης δεν ήταν ένα “ακραίο περιστατικό’. Ήταν η κατάληξη μιας βίας που η κοινωνία μας δεν ξέρει να βλέπει ως ενιαία, ως κλιμακούμενη, ως θανάσιμη. Καμία μορφή βίας κατά των γυναικών δεν αντιμετωπίζεται ως άμεσος κίνδυνος για τη ζωή τους. Ούτε η σεξουαλική. Ούτε η σωματική. Ούτε η ψυχολογική.»
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΛΛΕΑ – Μητέρα Κυριακής Γρίβα
«Η κόρη μου δεν βρέθηκε τυχαία σε λάθος μέρος. Πήγε εκεί που της μάθαμε να πηγαίνει για να προστατευτεί. Πήγε στο κράτος. Η Κυριακή φοβόταν. Δεν είχε απλώς ανησυχία. Είχε φόβο. Και βρήκε το κουράγιο να το φωνάξει δυνατά. Πήγε σε αστυνομικό τμήμα. Μίλησε. Ζήτησε προστασία» είπε η μητέρα της Κυριακής Γρίβα.
«Το προσωπικό ήταν παρόν. Το κτίριο ήταν παρόν. Αλλά η προστασία απούσα.Η Κυριακή έφυγε από το τμήμα όπως μπήκε: μόνη. Χωρίς συνοδεία. Χωρίς μέτρα. Χωρίς σχέδιο. Χωρίς καμία αξιολόγηση.Δολοφονήθηκε έξω από το αστυνομικό τμήμα.
Μετά τη δολοφονία της Κυριακής, μας είπαν πολλά. Μας είπαν ότι ‘δεν υπήρχε καταγγελία’. Μας είπαν ότι ‘δεν υπήρχε ένταλμα’. Μας είπαν ότι ‘δεν προβλέπεται’. Αλλά εγώ ρωτώ: Τι προβλέπεται για μια γυναίκα που ζητά βοήθεια και το κράτος της λέει να φύγει; Τι προβλέπεται όταν η αστυνομική αδράνεια σκοτώνει;»
Στην εξαιρετική της τοποθέτηση η Ξένη Δημητρίου, Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επί τιμή, υπογράμμισε πως «Οι κοινωνίες που αποφεύγουν να ονομάσουν γυναικοκτονίες υποκρύπτουν ανοχή στην έμφυλη βία».
Έκανε λόγο για τις επείγουσες συστάσεις της GREVIO για τη συμμόρφωση της Ελλάδας στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. «Το ’26 η GREVIO θα ελέγξει την Ελλάδα και φοβάμαι ότι στους λίγους μήνες που απομένουν δεν θα γίνουν πολλά πράγματα» είπε και πρόσθεσε πως η GRENIO βλέπει με καχυποψία τον νόμο για τη συνεπιμέλεια.
«Καλέσαμε δικαστές και αστυνομικούς να τους εκπαιδεύσουμε. Η απάντηση ήταν εμείς εκπαιδεύουμε δεν εκπαιδευόμαστε» είπε για να τονίσει την απροθυμία των αρχών να εκπαιδευτούν ενώ χαρακτήρισε την εφαρμογή του ήδη υπάρχοντος πλαισίου «άδειο πουκάμισο».
Η δρ Κέλλυ Ιωάννου Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Ιδρύτρια της οργάνωση «Γίνε Άνθρωπος» που ήταν συνδιοργανώτρια της εκδήλωσης τόνισε μεταξύ άλλων πως:
«Η γυναικοκτονία δεν είναι ξαφνική. Είναι προβλέψιμη.Όχι επειδή οι γυναίκες «δεν έφυγαν», αλλά επειδή ο δράστης δεν σταμάτησε. Και δεν σταμάτησε, γιατί κανένας θεσμός δεν του έβαλε όρια.
Ως εγκληματολόγος, μελετώ όχι το περιστατικό, αλλά το μοτίβο. Και τα μοτίβα είναι εξοργιστικά σταθερά: η κλιμάκωση έχει δείκτες, οι δείκτες είναι γνωστοί,και το κράτος τους αγνοεί. Δεν υπάρχει «απρόβλεπτη» γυναικοκτονία. Υπάρχει αχαρτογράφητη.
Στην Ελλάδα όταν μια γυναίκα αναφέρεται στην ψηφιακή παρακολούθηση, συχνά την αποθαρρύνουν να καταγγείλει, η αστυνομία δεν έχει εκπαίδευση, ούτε εργαλεία, ούτε προσωπικό, δεν υπάρχει διαδικασία άμεσης αφαίρεσης πρόσβασης του δράστη στις συσκευές της, δεν υπάρχει εξειδικευμένη υπηρεσία για ψηφιακή βία, τα περιστατικά δεν ταξινομούνται ως προειδοποιητικά για σωματική βία. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη έκφανση της άγνοιας του συστήματος: Η ψηφιακή βία δεν θεωρείται βία υψηλού κινδύνου.»
Η Έλενα Κουντούρα υπογράμμισε πως: « Η Κομισιόν απαντώντας στην ερώτησή μου, επιβεβαίωσε ότι αναγνωρίζει τη σημασία της νομικής αναγνώρισης του εγκλήματος της “γυναικοκτονίας”. Όμως αναφέρει ότι ο ορισμός της ως έγκλημα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης θα απαιτούσε νομική βάση στη Συνθήκη, η οποία επί του παρόντος δεν υπάρχει.
Παραπέμπει στην ευρωπαϊκή νομοθεσία που εκτιμά ότι θα αποτρέψει πολλές πιθανές περιπτώσεις γυναικοκτονίας, με ειδική αναφορά στην υποχρέωση της αστυνομίας και των κοινωνικών υπηρεσιών να διενεργήσουν ενδελεχή αξιολόγηση κινδύνου στις καταγγελίες.
Η Κομισιόν, επίσης αναφέρει στην απάντησή της, ότι μόλις λήξει η προθεσμία μεταφοράς της ευρωπαϊκής Οδηγίας στις εθνικές νομοθεσίες τον Ιούνιο του 2027, θα διενεργήσει ελέγχους ορθής μεταφοράς της Οδηγίας. Και όσον αφορά τα στατιστικά, αναφέρει ότι αν τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν τέτοια στοιχεία, η Eurostat μπορεί να ζητήσει προσεγγιστικά στατιστικά στοιχεία βάσει παραγόντων, όπως το φύλο του θύματος.
Θέλω να είμαι ξεκάθαρη: η απάντηση της Κομισιόν είναι ανεπαρκής. Θα προχωρήσω σε νέες παρεμβάσεις το επόμενο διάστημα για τη νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως έμφυλου εγκλήματος, με καθαρό ορισμό, καλύπτοντας όλες τις μορφές της.»
Η Μαρία Ρεπούση τόνισε πως:
«Στα έμφυλα εγκλήματα που πολλές κοινωνίες πια ονομάζουν γυναικοκτονίες δεν υπολογίζονται οι εξαφανισμένες γυναίκες ή οι δολοφονίες γυναικών που μένουν ανεξιχνίαστες, ή οι γυναίκες που έχασαν τη ζωή τους στη διαδρομή του trafficking ή στη διάρκεια του ακρωτηριασμού των γεννητικών τους οργάνων; Δεν υπολογίζονται επίσης οι περισσότερες δολοφονίες κοριτσιών για λόγους τιμής που συμβαίνουν σε χώρες όπως το Αφγανιστάν, η Ινδία, η Παλαιστίνη, η Τυνησία όπως και στο εσωτερικό εθνοτικών κοινοτήτων σε χώρες του δυτικού κόσμου.
Ή οι δολοφονίες για την προίκα που δεν αποδόθηκε ή οι υποκινήσεις για αυτοκτονία. Στην Ινδία το 2019 αναφέρθηκαν επισήμως 7000 έμφυλα εγκλήματα που αφορούσαν την προίκα και δεν υπολογίζονται ούτε οι βρεφοκτονίες κοριτσιών σε πολλές κοινωνίες. Ακόμα δεν υπολογίζονται ούτε οι οργανωμένες μαζικές δολοφονίες γυναικών ως στρατηγική του πολέμου. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις τα θύματα δολοφονούνται επειδή γεννήθηκαν ή είναι γυναίκες».
Τέλος η Φωτεινή Λαμπρίδη εκ μέρους του TVXS έκανε λόγο για την ευθύνη των ΜΜΕ στην Ελλάδα που ενισχύουν την κουλτούρα του σεξισμού και του victim blaming.
«Ο όρος γυναικοκτονία στα ΜΜΕ αποφεύγεται, υποκαθίσταται από ευφημισμούς και χάνεται μέσα σε μια αφήγηση που εστιάζει στον δράστη, στο ψυχολογικό του προφίλ ή στη “ζήλια’, τον “θυμό” και την “έκρηξη” που έντεχνα κάποιες φωνές δικαιολογούν. Έτσι όχι απλά αποσιωπάται το αίτιο του εγκλήματος που είναι η διαχρονική κυριαρχία των ανδρών πάνω στις γυναίκες, αλλά ταυτόχρονα η δολοφονία αποπολιτικοποιείται και αποσυνδέεται από τη συστηματική βία κατά των γυναικών» είπε μεταξύ άλλων ενώ έκανε αναφορά στον νόμο Τσιάρα υπογραμμίζοντας πως:
«Ο νόμος έχει σαν αποτέλεσμα την πολλαπλή κακοποίηση αλλά και ομηρεία γυναικών και τέκνων αφού εξαναγκάζει θύματα κακοποίησης να συνευρίσκονται με τον φερόμενο ως κακοποιητή τους. Μια διάσταση τους φώτισε η μητέρα της Ερατους λέγοντας πως δεν μπορεί ένας φονιάς ή ένας κακοποιητής να είναι καλός πατέρας. Εμείς στην Ελλάδα ακούσαμε από θεσμικά χείλη, από έναν πολιτικά πως μπορεί να συμβαίνει αυτό.
Οι εκπρόσωποι των πατεράδων οι οποίοι καταγγέλλονται ως θύτες κακοποίησης έχουν βήμα στα κυρίαρχα ΜΜΕ ενώ άνδρες και γυναίκες δημοσιογράφοι που φέρνουν στο φως τις συνέπειες του εγκληματικού νόμου που έχει μετατρέψει σε κουρελόχαρτο τη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, στοχοποιούνται και απειλούνται. Υιοθετείται δε ευρέως στα ελληνικά ΜΜΕ ο όρος Γονική αποξένωση που έχει κριθεί επικίνδυνος από την Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τη Βία κατά των Γυναικών και των Κοριτσιών. Η αλλαγή του τρόπου που μιλάμε για τις γυναίκες που δολοφονούν μπορεί να σώσει τις γυναίκες που είμαστε ακόμα στη ζωή».
