Ο κ. Βαρθολομαίος κατηγορείται από τους Ρώσους για «επιθετικότητα» που δεν περιορίζεται στην Ουκρανία και τις χώρες της Βαλτικής και για «ύπουλη συμπεριφορά» που εξαπλώνεται σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης
Ωστόσο, η μείζων διαμφισβήτηση αφορά στην αυτοκεφαλία της ουκρανικής Εκκλησίας, ένα ζήτημα, προφανώς πολιτικό. Ο Κύριλλος, σε πλήρη εναρμόνιση με τη βούληση του Βλάντιμιρ Πούτιν, καταδίκασε αμέσως και απερίφραστα τη σχετική πρωτοβουλία του Βαρθολομαίου. Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 2018 η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αποφάσισε τη χορήγηση αυτοκεφάλου στην Εκκλησία της Ουκρανίας.
Την αρχική απόφαση ακολούθησε μία επιπλέον, η οποία προέβλεπε την αναγνώριση της κανονικότητας στις δύο πρώην σχισματικὲς Εκκλησίες της Ουκρανίας, στις οποίες ανήκει η πλειονότητα του ουκρανικού λαού. Όμως, τον Οκτώβριο του 2018, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας -η οποία, μάλιστα, συνεδρίασε στο Μινσκ της Λευκορωσίας και, όλως παραδόξως όχι στην έδρα της, τη Μόσχα. Η Σύνοδος αυτή εξέδωσε κείμενο, στο οποίο εκφράζεται η πλήρης εναντίωση στην επιλογή του Βαρθολομαίου να παραχωρήσει το αυτοκέφαλο στην Εκκλησία της Ουκρανίας.
Η τεκμηρίωση του γιατί το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έπρεπε -και δεν είχε το δικαίωμα, επί της ουσίας- να αναγνωρίσει εκκλησιαστική αυτοκεφαλία στην Ουκρανία, ήταν μακροσκελής και εξαντλητική. Ο Κύριλλος και οι συνεργάτες του συνέταξαν το κείμενο αμφισβήτησης της απόφασης του Βαρθολομαίου επικαλούμενοι το «δεδικασμένο», βάσει του οποίου το Οικουμενικό Πατριαρχείο εμφανιζόταν σαν ανακόλουθο με το παρελθόν. Τα παραδείγματα που χρησιμοποιήθηκαν από τους Ρώσους για να εκθέσουν τον Βαρθολομαίο αναφέρονταν σε υποθέσεις που εξετάστηκαν σε Συνόδους προ αιώνων. Ενώ ως προς τα πιο σύγχρονα, ο Κύριλλος υπενθύμιζε στον Βαρθολομαίο ότι το 1992 είχε καθαιρέσει και το 1997, ακόμη χειρότερα, είχε αναθεματίσει επισήμως τον πρώην αρχιεπίσκοπο Κιέβου, Φιλάρετο.
Από την πλευρά του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντέτεινε με διαρροές ότι ο Κύριλλος και το Πατριαρχείο Μόσχας θεωρούν την Ουκρανία ρωσικό έδαφος, εξού και δεν επιθυμούν τη δημιουργία αυτοκεφάλου Εκκλησίας εκεί, παρόλον ότι η κατάσταση των ορθοδόξων Ουκρανών, λόγω της τριχοτόμησης της τοπικής Εκκλησίας, είχε δημιουργήσει μια χαοτική κατάσταση για τους πιστούς. «Εμείς» έλεγαν οι εν Κωνσταντινουπόλει, «επιχειρούμε να υπερβούμε αυτή τη στρεβλή κατάσταση (για την οποία αδιαφόρησε πλήρως και επί δεκαετίες το Πατριαρχείο Μόσχας). Η παρασχεθείσα αυτοκεφαλία στην Ουκρανία προσβλέπει αποκλειστικά και μόνο στην ενότητα».
Ενδιαμέσως υπήρξε μια μικρή αναλαμπή, για κάποιους μια ελπίδα γεφύρωσης του χάσματος, καθώς στις 31 Αυγούστου του 2018 ο Αρχιεπίσκοπος Μόσχας, με δική του πρωτοβουλία, μετέβη στην έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Σε μια αυθημερόν επίσκεψη, ο Κύριλλος έγινε δεκτός στην Κωνσταντινούπολη με τη δέουσα, εν Χριστώ βεβαίως, εγκαρδιότητα.
Το δελτίο τύπου του Πατριαρχείου, όπως πάντα σε άψογη καθαρεύουσα, αποτύπωνε το κλίμα της σημαντικής αυτής συνάντησης ως εξής:
«Ὁ Παναγιώτατος [σσ: Βαρθολομαίος] καλωσόρισε δι’ ἐνθέρμων προσρήσεων τόν ὑψηλόν ἐπισκέπτην εἰς τάς αὐλάς τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, μνησθείς τῶν προαπελθόντων Γερόντων αὐτῶν ἀειμνήστων Μητροπολιτῶν Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος καί Λέννιγκραντ Νικοδήμου, ὡς καί πάντων τῶν διακονησάντων τάς διμερεῖς μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἀλλά καί εὐρύτερον τάς διορθοδόξους σχέσεις, καί τονίσας τήν σημασίαν τοῦ διαλόγου ὡς θεοστάλτου μέσου πρός ὑπέρβασιν τῶν παρουσιαζομένων δυσχερειῶν. Ο δέ Μακαριώτατος [σσ: Κύριλλος], ἀπαντητικῶς, ἐξέφρασε τήν συγκίνησίν του καί τάς ζωηράς ἀναμνήσεις του ἐκ τῶν κατά διαφόρους περιστάσεις πραγματοποιηθεισῶν ἐπισκέψεών του εἰς τήν Βασιλίδα τῶν Πόλεων καί ἐκ τῆς συνεργασίας του μετά τῆς Α. Θ. Παναγιότητος.
Ἐπηκολούθησε μακρά κατ’ ἰδίαν συζήτησις ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Γραφείῳ μεταξύ τῶν δύο Προκαθημένων» κ.λπ.
Από ό,τι φάνηκε όμως εκ των υστέρων, πίσω από τα πρωτόκολλα και τις εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις, δεν βρέθηκε σημείο σύγκλισης ανάμεσα στον Βαρθολομαίο και τον Κύριλλο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη ενός διαπρεπούς Ρώσου θεολόγου, του Ζορζ Φλορόφσκι, ο οποίος αποφαίνεται πως «η ρωσική σκέψη δεν πάσχει από την ελληνική πιεστική κυριαρχία, αλλά τουναντίον, πάσχει από την ασύνετη και μωρά διακοπή της από τη συνέχεια των βυζαντινών και ελληνικών παραδόσεων. Το γεγονός αυτό της εξόδου από τη (βυζαντινή και ελληνική) διαδοχή επέφερε στη ρωσική ψυχή μία διαρκή και στείρα γοητεία. Διότι η δημιουργία είναι αδύνατη χωρίς τις ζωντανές παραδόσεις. Η άρνηση της ελληνικής κληρονομιάς δεν μπορεί να ισοδυναμεί σήμερα παρά με εκκλησιαστική αυτοκτονία».
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
