website analysis Τι γίνεται με τον Τράμπ; – Epikairo.gr

ΔιεθνήΤι γίνεται με τον Τράμπ;

Οι αποφάσεις του Προέδρου Τράμπ προκαλούν προβληματισμό. Άρα ακολουθούν κάποιο επεξεργασμένο σχέδιο στρατηγικής; Οι απρόσμενες και βασιζόμενες σε μία λογική «ντηλαρίσματος» αποφάσεις του, για μερικούς δεν ανταποκρίνονται σε καμία οργανωμένη στρατηγική θεώρηση, παρά μόνο στο να εκτρέψουν την προσοχή από το εσωτερικό μέτωπο και να δώσουν έκφραση σε διάφορες μερίδες της ρεπουμπλικανικής παράταξης (βλ. σχετικά The National Security Strategy is less a strategy than a mood board, The Washington Post, 5.12.2025).

Για άλλους, αντίθετα, αυτές οι αποφάσεις ανταποκρίνονται σε μία συνεκτική λογική. Σύμφωνα με τον διπλωμάτη A. Wess Mitchell, ο Τραμπ ακολουθεί την πολιτική της «εδραίωσης» (consolidation), δηλαδή στην προσπάθεια μιας μεγάλης δύναμης να ενισχύσει προληπτικά τη θέση της προκειμένου να αυξήσει την διαθέσιμη δύναμή της με την πάροδο του χρόνου. Εδραίωση ή παγιοποίηση σημαίνει αποδοχή βραχυπρόθεσμων συμβιβασμών, ενώ παράλληλα εργάζεται για την ανανέωση των υποκείμενων διαρθρωτικών παραγόντων, έτσι ώστε η μεγάλη δύναμη να μπορεί να υπερβεί ή να μετριάσει αυτούς τους συμβιβασμούς στο μέλλον. Με άλλα λόγια, η ενοποίηση αυτή ανταλλάσσει τον βραχυπρόθεσμο κίνδυνο με μακροπρόθεσμο κέρδος. Τα ασύμμετρα συστήματα τείνουν να καταρρέουν. Στην περίπτωση των ΗΠΑ, η εδραίωση είναι μια λογική απάντηση σε δύο πρωταρχικά στρατηγικά προβλήματα – πρώτον, ότι η χώρα δεν διαθέτει επί του παρόντος τη στρατιωτική ισχύ για να πολεμήσει όλους τους αντιπάλους της ταυτόχρονα, σε περίπτωση που χρειαστεί να το κάνει. Και δεύτερον, ότι η συνολική οικονομική και τεχνολογική της ισχύς διαβρώνεται σιγά σιγά έναντι της Κίνας, του πιο τρομερού αντιπάλου στην ιστορία των ΗΠΑ (A. Wess Mitchell, “The Grand Strategy behind Trump’s foreign policy”, Foreign Policy, 14.1.2026).

Τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά για τον J. Mearsheimer: ο Τράμπ θέλει επιτέλους να τελειώνει με την μεταπολεμική διεθνή τάξη όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά το 1945 και η οποία απέβη ζημιογόνος για τα αμερικανικά συμφέροντα (συζήτηση με τον John Mearsheimer στην South China Morning Post, 19.1.2026).

Οι οπαδοί του Τράμπ βλέπουν σε όλα αυτά τα σημάδια μίας ανάκαμψης των ΗΠΑ μετά την «πτώση» της διακυβέρνησης Ομπάμα και Μπάιντεν. Επιτέλους, οι ΗΠΑ έχουν γίνει και πάλι μία υπερδύναμη. Έτσι, ενθουσιωδώς πανηγυρίζει ο αρθρογράφος Arthur Herman στις σελίδες της Wall Street Journal (14.1.2026). Σύμφωνα δε με την ερευνήτρια Meaghan Mobbs, οι ΗΠΑ διατηρούν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τα πράγματα και τις ισορροπίες σε όλο τον κόσμο: «Οι επικριτές ουρλιάζουν για τον ιμπεριαλισμό και τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, ωστόσο αυτές οι αντιρρήσεις ηχούν κενές περιεχομένου σε έναν κόσμο όπου η πολυπολικότητα έχει ήδη χρησιμοποιηθεί ως όπλο εναντίον της Δύσης. Η οργή αγνοεί επίσης τον τρόπο με τον οποίο συσσωρεύεται στην πραγματικότητα η εξουσία στη σύγχρονη εποχή, όχι μόνο μέσω της κατάκτησης, αλλά μέσω του κεφαλαίου, της μόχλευσης και του ελέγχου των σημείων ελέγχου. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Κίνα, η οποία έχει εργαστεί εκτενώς για να δεσμεύσει παγκόσμιους πόρους χρηματοδοτώντας λιμάνια, ορυχεία και υποδομές σε χώρες με οικονομικές δυσκολίες, και στη συνέχεια αξιοποιώντας το χρέος και την πολιτική πίεση για να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμο έλεγχο. Αυτό επέτρεψε στο Πεκίνο να παραγκωνίσει την κυριαρχία μέσω της κατάληψης των αλυσίδων εφοδιασμού. Η Βενεζουέλα ήταν ένα βασικό γρανάζι σε αυτή την επιχείρηση, καθώς η Κίνα χορήγησε δισεκατομμύρια σε δάνεια μέσω κρατικών τραπεζών και η αποπληρωμή έγινε σε μεγάλο βαθμό με τη μορφή μειωμένου σε τιμές αργού πετρελαίου. Απλά, αυτό το φθηνό πετρέλαιο επέτρεψε στην Κίνα να αγοράσει χρόνο, να κλιμακώσει την ισχύ και να χρηματοδοτήσει φιλοδοξίες με μοναδικό σκοπό να μειώσει τη Δύση»

Αντίθετα, άλλοι αναλυτές βλέπουν στον ακτιβισμό του Τράμπ «σημάδια αδυναμίας» ή «το κύκνειο άσμα» πριν την καταστροφή. Το σίγουρο είναι ότι αν διαβάσει κανείς την ετήσια ανασκόπηση της διεθνούς πολιτικής από τον Le Monde: Le Bilan du Monde 2026, διαπιστώνει και τα δύο τινά, δηλαδή και την επεκτεινόμενη πολιτική «ντηλαρίσματος» του Τράμπ και την αργή αλλά σταθερή διείσδυση της Κίνας μέσω των δανείων και της οικονομίας, ακόμα και σε νησιά της Καραϊβικής.

Πηγή: militaire.gr