Τη δημιουργία και λειτουργία των λεγόμενων «return hubs» («κέντρα επιστροφής») σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης για μετανάστες των οποίων οι αιτήσεις ασύλου έχουν απορριφθεί προανήγγειλε ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης. Η ανακοίνωση έρχεται εν μέσω σφοδρών αντιδράσεων από φορείς και οργανώσεις, ότι η Ευρώπη επιχειρεί να επιβάλλει το μοντέλο της ICE, αντιγράφοντας τις πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ.

Όπως ανέφερε ο Θάνος Πλεύρης, η πρωτοβουλία αποτελεί αντικείμενο κοινής συνεννόησης μεταξύ Ελλάδας, Γερμανίας, Αυστρίας, Δανίας και Ολλανδίας, με στόχο την ίδρυση, κατά κύριο λόγο κλειστών, κέντρων φιλοξενίας και επιστροφών σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δέχονται σφοδρή κριτική ότι μιμούνται στοιχεία της σκληρής κατασταλτικής πολιτικής στη μετανάστευση από την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ και την ICE, με οργανώσεις να προειδοποιούν ότι ενδέχεται να υπάρχει σοβαρή παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Κατά την ενημέρωση της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής για το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου, ο κ. Πλεύρης παρουσίασε τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ, που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα στο Λουξεμβούργο.

Μεταξύ των χωρών που εξετάζουν ή προωθούν τη δημιουργία κέντρων επιστροφής συγκαταλέγονται η Αυστρία, η Δανία, η Ολλανδία, η Ελλάδα και η Γερμανία, ενώ η Ιταλία έχει ήδη δημιουργήσει αντίστοιχες εγκαταστάσεις στην Αλβανία.

Ευρωβουλή: Αντιδράσεις από την Κεντροαριστερά και την Αριστερά

Η συμφωνία κατέστη δυνατή αφού το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (EPP) ψήφισε μαζί με ακροδεξιές ομάδες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Μάρτιο, προκειμένου να περάσουν αυστηρότερα μέτρα για την επιστροφή μεταναστών χωρίς έγγραφα. Πριν από τη δεξιότερη στροφή του Κοινοβουλίου στις ευρωεκλογές του 2024, το σώμα λειτουργούσε ως φρένο στις «σκληρές» διαθέσεις κάποιων κρατών-μελών, σύμφωνα με ανάλυση της Guardian. 

Αναφερόμενος στη συμφωνία των πέντε χωρών για τα «return hubs», ο υπουργός εξήγησε ότι πρόκειται για ένα σχέδιο δημιουργίας «κόμβων επιστροφής» σε τρίτες χώρες εκτός ΕΕ. Όπως σημείωσε, όλα τα συμμετέχοντα κράτη έχουν ήδη αναπτύξει επαφές με υποψήφιες χώρες υποδοχής. «Προσωπικά έχω πραγματοποιήσει συναντήσεις με αφρικανικές χώρες, όπως και άλλοι ομόλογοί μου με χώρες της Αφρικής και της Ασίας», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι τα κέντρα θα λειτουργούν υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που παρουσίασε, στόχος είναι έως το τέλος του 2026 να έχουν ολοκληρωθεί οι συμφωνίες με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, ώστε η λειτουργία των πρώτων κέντρων να ξεκινήσει το 2027. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η πρωτοβουλία συναντά αντιδράσεις από πολιτικές ομάδες της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

«Η λογική του κόμβου επιστροφής είναι να υπάρχει μια επιπλέον επιλογή διαχείρισης των περιπτώσεων αυτών, αντί οι άνθρωποι αυτοί να παραμένουν σε κλειστές δομές στα νησιά ή στην ενδοχώρα», ανέφερε.

Οι νέοι αυστηρότεροι κανόνες για τη μετανάστευση ενδέχεται να έχουν σημαντικές συνέπειες για μετανάστες και αιτούντες άσυλο, ενώ παράλληλα εγείρουν σοβαρά ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με διεθνείς οργανώσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησε στην αυστηροποίηση του πλαισίου που διέπει τη μετανάστευση και το άσυλο. Η συμφωνία, η οποία ανακοινώθηκε πριν από από λίγες μέρες, έπειτα από διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των κρατών-μελών, περιλαμβάνει τη δημιουργία των λεγόμενων «κέντρων επιστροφής» εκτός των συνόρων της ΕΕ.

Τα «κέντρα επιστροφής» είναι εγκαταστάσεις που θα λειτουργούν σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις οποίες θα μπορούν να μεταφέρονται άτομα των οποίων η αίτηση ασύλου έχει απορριφθεί, όταν δεν είναι δυνατή η απέλασή τους στη χώρα καταγωγής τους.

Οι μετανάστες δεν χρειάζεται να έχουν οποιαδήποτε σύνδεση με τη χώρα όπου βρίσκεται το κέντρο επιστροφής. Αρκεί να υπάρχει σχετική συμφωνία μεταξύ κράτους-μέλους της ΕΕ και της τρίτης χώρας. Τα κέντρα αυτά μπορούν να λειτουργούν είτε ως προσωρινοί σταθμοί μεταφοράς πριν από την απέλαση, είτε ως χώροι παραμονής μεγαλύτερης διάρκειας

Για όσους βρίσκονται ήδη στην ΕΕ, οι νέοι κανόνες σημαίνουν ότι, εφόσον η αίτησή τους απορριφθεί και τους ζητηθεί να εγκαταλείψουν τη χώρα, θα είναι ευκολότερο να τεθούν υπό κράτηση για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.

Θα υποχρεούνται να συνεργάζονται με τις αρχές, διαφορετικά θα αντιμετωπίζουν κυρώσεις όπως απώλεια κοινωνικών παροχών, κατάσχεση ταξιδιωτικών εγγράφων και παράταση της κράτησής τους.

Εάν δεν είναι δυνατή η επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής, ενδέχεται να μεταφέρονται σε κέντρα επιστροφής σε τρίτες χώρες, όπου η παραμονή τους θα μπορεί να παρατείνεται επ’ αόριστον έως ότου βρεθεί λύση

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μόλις το 28% των ατόμων που λαμβάνουν εντολή να εγκαταλείψουν την ΕΕ επιστρέφουν τελικά στη χώρα προέλευσής τους.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι οι νέοι κανόνες θα αυξήσουν το ποσοστό επιστροφών και θα ενισχύσουν τον έλεγχο της μετανάστευσης.

Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Μετανάστευσης, Μάγκνους Μπρούνερ, υποστήριξε ότι οι αλλαγές θα δώσουν στις αρχές μεγαλύτερο έλεγχο σχετικά με το ποιος εισέρχεται στην ΕΕ, ποιος παραμένει και ποιος οφείλει να αποχωρήσει.

Το νομικό καθεστώς των κέντρων παραμένει αντικείμενο συζήτησης. Γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Απρίλιο ανέφερε ότι εγκαταστάσεις εκτός ΕΕ, όπως εκείνες που έχει δημιουργήσει η Ιταλία στην Αλβανία, μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με το ευρωπαϊκό δίκαιο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Ωστόσο, οργανώσεις όπως η Διεθνής Αμνηστία προειδοποιούν ότι η μεταφορά ανθρώπων σε τρίτες χώρες ενδέχεται να οδηγήσει σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανεπαρκή προστασία.

Οι περισσότερες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων αντιτίθενται έντονα στη συμφωνία. Η Μάρτα Βέλαντερ από τη Διεθνή Επιτροπή Διάσωσης (IRC) υποστήριξε ότι οι νέοι κανόνες παρέχουν στις κυβερνήσεις πολύ ευρύτερες εξουσίες για κράτηση και απέλαση μεταναστών. Άλλες οργανώσεις, όπως η Caritas και η PICUM, κατηγορούν την ΕΕ ότι μεταφέρει τις ευθύνες της σε τρίτες χώρες και ενισχύει την επιτήρηση και τις διακρίσεις εις βάρος μεταναστών.