Οι διπλές φονικές δονήσεις που συγκλόνισαν τη Βενεζουέλα άνοιξαν ξανά τη συζήτηση για τα μεγάλα ρήγματα στην Ελλάδα, τα ιστορικά μεγασεισμικά γεγονότα και το κατά πόσον η χώρα είναι έτοιμη απέναντι σε ένα ακραίο γεωλογικό σενάριο.

Η ανυπολόγιστη καταστροφή από τους δύο ισχυρότατους σεισμούς στη Βενεζουέλα δεν μετριέται μόνο σε ανθρώπινες ζωές και κατεστραμμένες υποδομές. Οι δονήσεις μεγέθους 7,2 και 7,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, που εκδηλώθηκαν με διαφορά μόλις 39 δευτερολέπτων, ενεργοποιώντας μεγάλα ρήγματα της βορειοανατολικής προέκτασης των Άνδεων, επανέφεραν στο προσκήνιο ένα από τα πιο διαχρονικά ερωτήματα της σεισμολογίας, το κατά πόσο πιθανό είναι να εκδηλωθούν αντίστοιχα ακραία φαινόμενα σε άλλες σεισμογενείς περιοχές του πλανήτη.

Το σπάνιο για τη συγκεκριμένη περιοχή φαινόμενο, που οι επιστήμονες αποκαλούν seismic doublet, δηλαδή «σεισμικό δίδυμο», έχει ήδη τραβήξει το ενδιαφέρον της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας.

Την ώρα που οι διασώστες συνεχίζουν να αναζητούν επιζώντες κάτω από τα ερείπια, η συζήτηση έχει μεταφερθεί και στην Ελλάδα, μια χώρα που βρίσκεται πάνω σε μία από τις πιο ενεργές σεισμικές ζώνες της Ευρώπης και της Μεσογείου.

Το ερώτημα που τίθεται σχεδόν αυθόρμητα είναι αν ένας σεισμός αντίστοιχου μεγέθους θα μπορούσε να συμβεί και στον ελληνικό χώρο.

Η απάντηση των επιστημόνων είναι πιο σύνθετη από ένα απλό «ναι» ή «όχι». Οι γεωλογικές συνθήκες διαφέρουν σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, ενώ κάθε τεκτονικό περιβάλλον έχει τα δικά του χαρακτηριστικά.

Ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, δρ Βασίλης Καραστάθης, μιλώντας στο iefimerida επισημαίνει ότι πριν επιχειρηθεί οποιαδήποτε σύγκριση ανάμεσα στη Βενεζουέλα και την Ελλάδα πρέπει να εξεταστούν οι ουσιαστικές διαφορές των δύο περιοχών. Όπως εξηγεί, οι πρόσφατοι σεισμοί εκδηλώθηκαν στα όρια της Καραϊβικής και της νοτιοαμερικανικής λιθοσφαιρικής πλάκας, σε μια περιοχή όπου η κίνηση των πλακών είναι κυρίως οριζόντια.

«Οι σεισμοί της Βενεζουέλας έγιναν σε περιοχή που είναι στα όρια λιθοσφαιρικών πλακών και συγκεκριμένα μεταξύ της Καραϊβικής και της νοτιοαμερικανικής λιθοσφαιρικής πλάκας. Στο σημείο αυτό η κίνηση μεταξύ των πλακών είναι οριζόντια και το ρήγμα που ενεργοποιήθηκε είναι πάρα πολύ μεγάλο, με τεράστιο δυναμικό και μήκος περίπου 1.300 χιλιόμετρα. Αυτό σημαίνει ότι οποιοδήποτε μεγάλο σεισμικό γεγονός σε αυτή την περιοχή μπορεί να είναι ιδιαίτερα καταστροφικό, καθώς εξελίσσεται κοντά σε πολύ πυκνοκατοικημένες περιοχές», αναφέρει.

Παρά τις διαφορές αυτές, ο κ. Καραστάθης ξεκαθαρίζει ότι και η Ελλάδα διαθέτει περιοχές με σημαντικό σεισμικό δυναμικό. Όπως σημειώνει, η χώρα μας έχει καταγράψει στο παρελθόν πολύ μεγάλους σεισμούς, χωρίς όμως να εμφανίζονται με τη συχνότητα που παρατηρείται σε άλλες μεγάλες τεκτονικές ζώνες του πλανήτη.

«Στην Ελλάδα δεν έχουμε ιστορικό τόσο μεγάλων σεισμών με τέτοια συχνότητα. Έχουμε τον μεγάλο σεισμό του 365 μ.Χ. δυτικά της Κρήτης, τον σεισμό του 1303 μ.Χ. με μέγεθος περίπου 8 Ρίχτερ ή και μεγαλύτερο, καθώς και άλλους ιστορικούς σεισμούς που έχουν υπολογιστεί σε αυτά τα μεγέθη. Ο τελευταίος πολύ μεγάλος σεισμός ήταν εκείνος της Αμοργού το 1956, ο οποίος συνοδεύτηκε από τσουνάμι», τονίζει.

Σύμφωνα με τον διευθυντή του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, τέτοιου είδους γεγονότα συνδέονται άμεσα με τη ζώνη σύγκλισης των λιθοσφαιρικών πλακών που αναπτύσσεται νότια της Κρήτης και αποτελεί τον πυρήνα του Ελληνικού Τόξου. Πρόκειται, ωστόσο, για εξαιρετικά σπάνια φαινόμενα, με περιόδους επανάληψης που μετρώνται σε εκατοντάδες χρόνια.

Το Ελληνικό Τόξο αποτελεί εδώ και δεκαετίες το επίκεντρο του ενδιαφέροντος των γεωεπιστημόνων. Εκτείνεται από τα Επτάνησα και το Ιόνιο, περνά νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης και συνεχίζει προς την Κάρπαθο και τη Ρόδο.

Στη ζώνη αυτή η αφρικανική λιθοσφαιρική πλάκα βυθίζεται κάτω από την πλάκα του Αιγαίου, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τους ισχυρότερους σεισμούς που μπορούν να εκδηλωθούν στον ευρωπαϊκό χώρο.

Η Ιστορία έχει καταγράψει με τον πιο εμφατικό τρόπο τη δυναμική αυτής της γεωλογικής δομής. Το 365 μ.Χ. σημειώθηκε νοτιοδυτικά της Κρήτης ο ισχυρότερος γνωστός σεισμός της Μεσογείου. Οι επιστημονικές εκτιμήσεις τοποθετούν το μέγεθός του μεταξύ 8,5 και 8,6 Ρίχτερ. Η δύναμη του σεισμού ήταν τόσο μεγάλη ώστε τμήματα της δυτικής Κρήτης ανυψώθηκαν έως και εννέα μέτρα, ενώ το τεράστιο τσουνάμι που ακολούθησε προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, φτάνοντας μέχρι την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Αιώνες αργότερα, το 1303, ένας ακόμη μεγάλος σεισμός ανάμεσα στην Κρήτη και τη Ρόδο, που υπολογίζεται κοντά στα 8 Ρίχτερ, δημιούργησε νέο καταστροφικό τσουνάμι, επιβεβαιώνοντας ότι η συγκεκριμένη θαλάσσια ζώνη διαθέτει τη δυνατότητα παραγωγής εξαιρετικά μεγάλων σεισμικών γεγονότων.

Στη σύγχρονη εποχή ακολούθησε ο σεισμός των Κυθήρων το 1903, μεγέθους περίπου 7,9 Ρίχτερ, ο ισχυρός σεισμός της Ρόδου το 1926, που προσεγγίζει ιστορικά τα 8 Ρίχτερ, και φυσικά ο μεγάλος σεισμός της Αμοργού το 1956, ο ισχυρότερος του 20ού αιώνα στην Ελλάδα, με μέγεθος που εκτιμάται μεταξύ 7,7 και 7,8 Ρίχτερ. Η συγκεκριμένη δόνηση συνοδεύτηκε από τσουνάμι με κύματα που σε ορισμένες περιοχές έφτασαν ακόμη και τα 30 μέτρα.

Με βάση αυτή τη γεωλογική πραγματικότητα, ο ακαδημαϊκός και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας Κώστας Συνολάκης εκτιμά ότι η πιθανότητα εκδήλωσης ενός πολύ μεγάλου σεισμού στο Ελληνικό Τόξο παραμένει υπαρκτή σε βάθος χρόνου.

«Στο παρελθόν έχει δώσει σεισμούς μεγέθους μέχρι και 8,5 Ρίχτερ, άρα υπάρχει πιθανότητα στο μέλλον, τα επόμενα 100 χρόνια, να κάνει έναν πολύ μεγάλο σεισμό. Αυτό είναι σχεδόν δεδομένο» σημειώνει, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η επιστήμη δεν διαθέτει σήμερα τη δυνατότητα να προσδιορίσει πότε ακριβώς θα μπορούσε να συμβεί ένα τέτοιο γεγονός.

Ο ίδιος υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα έχει ήδη βιώσει σεισμούς αντίστοιχου μεγέθους με εκείνους που προκαλούν σήμερα παγκόσμια ανησυχία.

«Σεισμοί τέτοιου μεγέθους όπως στη Βενεζουέλα υπάρχουν και στην Ελλάδα. Θυμίζω τους σεισμούς στην Κεφαλονιά το 1953 και στην Αμοργό τον προηγούμενο αιώνα. Στην Κεφαλονιά ένας από τους τρεις σεισμούς ήταν πάνω από 7 Ρίχτερ και στην Αμοργό είχαμε σεισμό 7,5 έως 7,7 Ρίχτερ», αναφέρει.

Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις ενός τόσο μεγάλου σεισμού, ο κ. Συνολάκης εξηγεί ότι δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από το μέγεθος της δόνησης αλλά και από τη θέση του ρήγματος σε σχέση με τον αστικό ιστό.

«Αυτό εξαρτάται πάντα από το πού βρίσκεται το ρήγμα σε σχέση με την πόλη. Στη Βενεζουέλα το ρήγμα ήταν ανατολικά του Καράκας και επηρέαζε άμεσα τμήμα της πόλης», επισημαίνει.

Παράλληλα, αναφέρεται και σε ένα νέο πεδίο έρευνας που απασχολεί ολοένα και περισσότερο τη διεθνή σεισμολογική κοινότητα, τους λεγόμενους υπερδιατμητικούς σεισμούς: «Σε τέτοιες περιπτώσεις η διάρρηξη του ρήγματος εξελίσσεται με ιδιαίτερα υψηλές ταχύτητες, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες επιταχύνσεις του εδάφους και, κατ’ επέκταση, σε μεγαλύτερες καταπονήσεις των κατασκευών».

Όπως διευκρινίζει ο κ. Συνολάκης, το φαινόμενο εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής έρευνας, ενώ οι πρόσφατοι σεισμοί στη Βενεζουέλα δεν προσθέτουν νέα δεδομένα ως προς την αξιολόγηση του σεισμικού κινδύνου στον ελληνικό χώρο.

Εκεί όπου, σύμφωνα με τον ίδιο, πρέπει να εστιάζεται η δημόσια συζήτηση είναι η ανθεκτικότητα των κτιρίων.

«Όλοι πρέπει να τα προσέχουμε και να τα ελέγχουμε. Όπως υπάρχουν προγράμματα για την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων, έτσι θα πρέπει να υπάρξουν και οργανωμένα προγράμματα σεισμικής αναβάθμισης», τονίζει.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η Ελλάδα διαθέτει τα γεωλογικά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν, θεωρητικά, να οδηγήσουν στην εκδήλωση ενός πολύ μεγάλου σεισμού.

Οι περιοχές με το μεγαλύτερο δυναμικό εντοπίζονται κυρίως στις υποθαλάσσιες ζώνες του Ελληνικού Τόξου, νότια της Κρήτης και προς τη Ρόδο.

Ωστόσο, τα γεγονότα αυτά είναι εξαιρετικά σπάνια και εκδηλώνονται σε χρονικούς ορίζοντες που ξεπερνούν κατά πολύ μια ανθρώπινη γενιά.

Αυτό όμως που παραμένει κρίσιμο είναι η συνεχής θωράκιση των υποδομών και η προετοιμασία της κοινωνίας απέναντι σε ένα φυσικό φαινόμενο που αποτελεί διαχρονικό κομμάτι της γεωλογικής ταυτότητας της χώρας μας.