Αγιος Σώστης. Ενα πολύ μικρό ορεινό χωριό, στα 850 μέτρα υψόμετρο στην Τριφυλία, στα σύνορα της Μεσσηνίας με την Αρκαδία και την Ηλεία. Ελάχιστοι οι σημερινοί του κάτοικοι, σε μόλις λίγες δεκάδες μετρήθηκαν στην απογραφή του 2021. Κάποτε ήταν πολύ περισσότεροι, όπως άλλωστε συμβαίνει σε πλήθος από χωριά της πατρίδας μας.
Στην είσοδο του Αγίου Σώστη υπάρχει ένα μνημείο. «Εις μνήμην των τεσσάρων Ελλήνων θυμάτων του “Τιτανικού” του έτους 1912 αναζητούντων καλυτέραν τύχην εις ΗΠΑ δι’ εαυτούς και οικογενείας των. Βασιλείου Γ. Καταβέλου – Παναγιώτου Κ. Λυμπερόπουλου – Αποστόλου Μ. Χρονόπουλου – Δημητρίου Μ. Χρονόπουλου», γράφει η μαρμάρινη πλάκα. Και στα αγγλικά βεβαίως, ακριβώς από κάτω.
Ενώ στην κορυφή υπάρχει χαραγμένη και η μορφή του «Τιτανικού». Του «θαύματος» της εποχής του, του λεγόμενου και «αβύθιστου υπερωκεάνιου», που όμως το πρώτο του ταξίδι έμελλε να είναι και το τελευταίο, παίρνοντας μαζί του στον παγωμένο υγρό τάφο του Βόρειου Ατλαντικού περίπου 1.500 ανθρώπους τη νύχτα της 14ης προς την 15η Απριλίου του 1912. Και τότε, όπως σήμερα, ήταν μόλις λίγες ημέρες μετά το Πάσχα.
Το μνημείο για τους τέσσερις νεκρούς στο ναυάγιο του «Τιτανικού» στην είσοδο του Αγίου Σώστη Μεσσηνίας
Οι μοναδικοί Ελληνες
Τέσσερις, λοιπόν, από τους επιβάτες του «Τιτανικού» ήταν Ελληνες. Και όλοι τους από αυτό το μικρό χωριό της Μεσσηνίας. Κάτι που δεν είναι και ιδιαίτερα γνωστό, αν και το ότι υπήρξαν και ελληνικές απώλειες στο πιο συζητημένο όσο και σοκαριστικό ναυάγιο όλων των εποχών, μόνο μικρής σημασίας γεγονός δεν είναι. Ιδίως αν αναλογιστεί κανείς την εποχή και τις συνθήκες που συνέβη.
Σύμφωνα πάντως με τις επίσημες λίστες των επιβατών και των θυμάτων του «Τιτανικού», οι τέσσερις Μεσσήνιοι ήταν και οι μοναδικοί Ελληνες. Κάποιες πληροφορίες αδιασταύρωτες για άλλα ονόματα επιβατών, θυμάτων ή και διασωθέντων, που πιθανόν να ανήκαν σε Ελληνες, καθώς παρέπεμπαν σε ελληνικής προέλευσης λέξεις, ουδέποτε επιβεβαιώθηκαν. Οπως για παράδειγμα οι Rafull Baccos και Elias Nicola Jamila ήταν συριολιβανέζικης και λιβανέζικης υπηκοότητας αντίστοιχα.
Για τους τέσσερις, όμως, από τον Αγιο Σώστη, δυστυχώς η αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης στην Αμερική αποδείχτηκε μοιραία. Η ελληνική εφημερίδα της Ομογένειας, «Ατλαντίς», που εκδιδόταν ήδη από το 1893 στη Νέα Υόρκη, στο φύλλο της 17ης Απριλίου 1912, στο ρεπορτάζ της για το ολέθριο ναυάγιο ήταν η πρώτη που έκανε τη δυσάρεστη αναφορά στα ονόματα αυτών των τραγικών Ελλήνων επιβατών.
Η ελληνική εφημερίδα «Ατλαντίς» της Νέας Υόρκης, στο φύλλο της 17ης Απριλίου 1912 κάνει την πρώτη αναφορά σε ονόματα Ελλήνων επιβατών
Η σταφιδική κρίση
Τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή. Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του περασμένου αιώνα, η Ελλάδα ήταν μια πάμπτωχη χώρα. Επισήμως χρεοκοπημένη – πτωχευμένη νωρίτερα διά στόματος Χαρίλαου Τρικούπη, το 1893, με την αγροτική παραγωγή υπό πλήρη κατάρρευση λόγω κυρίως της σταφιδικής κρίσης (1893-1905), ενώ προερχόταν και από την ακόμα πιο νωπή ολέθρια στρατιωτική ήττα του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, που πρόσθεσε οικονομικά δεινά στη χώρα και βύθισε ακόμα περισσότερο στη φτώχεια τους Ελληνες.
Εκείνα τα χρόνια άνθησε η μετανάστευση στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ηταν προτιμότερη και από την εσωτερική μετανάστευση, αρκεί κάποιος να είχε τις δυνατότητες και τις προϋποθέσεις.
Πρακτικά, τα χρήματα για το ταξίδι, καθώς οι αμερικανικές Αρχές το 1900 κατάργησαν τους περιορισμούς στην είσοδο των Ελλήνων μεταναστών στη χώρα. Από το 1890 μέχρι και το 1924 το ελληνικό μεταναστευτικό ρεύμα προς την Αμερική πήρε εκρηκτικές διαστάσεις. Το 1900 υπήρχαν στις ΗΠΑ μόλις 15.000 Ελληνες. Στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο αριθμός τους ανερχόταν σε 450.000.
Υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τους λόγους και τις αιτίες που οδήγησαν τους τέσσερις νέους -οι δύο αδέρφια- να αφήσουν τον Αγιο Σώστη των τριακοσίων ψυχών για να παλέψουν για το δικό τους όνειρο και τους δικούς τους στόχους στη γεμάτη υποσχέσεις και προκλήσεις για όλους τους ξένους Αμερική. Δυστυχώς, όμως, γι’ αυτούς, η μοίρα είχε αποφασίσει αλλιώς…
Αλλαξαν γνώμη στη Μασσαλία
Φαίνεται ότι οι τέσσερις συγχωριανοί ταξίδεψαν μαζί μέχρι τη Μασσαλία, είτε είχαν ραντεβού στο λιμάνι της για το μεγάλο υπερατλαντικό ταξίδι που θα ακολουθούσε. Το αρχικό σχέδιο ήταν να ταξιδέψουν με ένα από τα συνηθισμένα πλοία που ξεκινούσαν από γαλλικά και βρετανικά λιμάνια και πήγαιναν στη Νέα Υόρκη.
Ο 30χρονος τότε Παναγιώτης Λυμπερόπουλος βίωνε ήδη το δικό του «αμερικανικό όνειρο», αλλά δεν ήθελε να το συνεχίσει. Είχε προλάβει να ανοίξει μια μικρή επιχείρηση χάρτινων αντικειμένων στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στην Ελλάδα και τον Αγιο Σώστη, παντρεύτηκε, βάφτισε τον ηλικίας 2 μηνών γιο του -του έδωσαν το όνομα Κώστας-, στις αρχές Απριλίου 1912 έφυγε ξανά για την Αμερική με σκοπό να πουλήσει το ταχύτερο δυνατό την επιχείρηση και να επιστρέψει στην πατρίδα. Αλλά θα ήταν ταξίδι χωρίς επιστροφή.
Φτάνοντας στο λιμάνι της Μασσαλίας έμαθε ότι ένα τεράστιο, υπερσύγχρονο πλοίο, ο «Τιτανικός», θα έκανε το πρώτο του ταξίδι στην Αμερική, στο ένα τρίτο του χρόνου σε σύγκριση με τα άλλα υπερωκεάνια της εποχής. Δελεάστηκε. Οχι μόνο για τον χρόνο, αλλά και γιατί το κόστος της τρίτης θέσης στον «Τιτανικό» ήταν περίπου ίδιο με εκείνο των άλλων πλοίων.
Το είπε στον συνταξιδιώτη του, τον Βασίλη Καταβέλο, και στα δύο αδέλφια, τους Χρονόπουλους. Και για τον χρόνο που θα εξοικονομούσαν και για το ότι δεν θα επιβαρύνονταν με πρόσθετα έξοδα. Και έγραψε στη γυναίκα του ότι «σε πέντε ημέρες θα ταξιδέψουμε με το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο ατμόπλοιο του κόσμου» -ο ίδιος και οι τρεις συγχωριανοί του- προκειμένου να την καθησυχάσει.
Στον «Τιτανικό» επιβιβάστηκαν όλοι από το λιμάνι του Χερβούργου στις 10 Απριλίου 1912. Πήγαν σε αυτό σιδηροδρομικώς από τη Μασσαλία. Την ώρα της πρόσκρουσης του πλοίου στο παγόβουνο και της βύθισής του που ακολούθησε λίγο αργότερα είναι άγνωστο πού βρισκόταν ο καθένας τους. Μάλλον οι δρόμοι τους χωρίστηκαν. Οχι όμως και η μοίρα τους. Δυστυχώς, αυτή ήταν κοινή για όλους, όπως και για τους συντριπτικά περισσότερους επιβάτες της τρίτης θέσης του «Τιτανικού».
Ανιση μάχη
Ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος πάλεψε για τη ζωή του. Ηταν, όμως, πολύ άτυχος. Μετά την πρόσκρουση με το παγόβουνο και την εντολή εγκατάλειψης του πλοίου, ο ίδιος, μάλλον επειδή γνώριζε πολύ καλά αγγλικά, κατάφερε κάποια στιγμή να φτάσει μέχρι το κατάστρωμα και μετά να επιβιβαστεί σε μία από τις σωστικές λέμβους, μάλλον σε μία από τις πτυσσόμενες, είτε πριν αυτή καθελκυστεί, είτε αφού άρπαξε ένα σωσίβιο και βούτηξε στα παγωμένα νερά. Αν και στη δεύτερη εκδοχή, ελάχιστοι επιβίωσαν έστω για λίγο χρόνο.
Δυστυχώς, τα νερά φαίνεται ότι τους παρέσυραν αρκετά βόρεια και έτσι το επιβατηγό πλοίο «Καρπάθια», το οποίο έφτασε πρώτο στο σημείο της βύθισης και περισυνέλεξε τους επιζώντες, δεν κατάφερε να τους εντοπίσει. Μετά από δύο μήνες σχεδόν, οι ναύτες του πλοίου «Mackay Bennett» εντόπισαν τη σωστική λέμβο σε μια ακτή του Καναδά. Ομως ήταν πολύ αργά, όλοι οι επιβάτες είχαν ήδη πεθάνει, προφανώς από ασιτία.
Μάλιστα, είχαν δεθεί στη λέμβο με τις ζώνες των παντελονιών τους, ενώ είχαν σκίσει τα σωσίβια με τα δόντια τους, πιθανότατα σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ξεγελάσουν την πείνα τους. Ανάμεσά τους εντοπίστηκε και αναγνωρίστηκε και το άψυχο σώμα του Παναγιώτη Λυμπερόπουλου. Ενας άδικος και επώδυνος θάνατος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της βάσης δεδομένων «Encyclopedia Titanica», που προκύπτουν από τη Λίστα Συμβατικών Εισιτηρίων της White Star Line 1912 και τα Εθνικά Αρχεία της Νέας Υόρκης (NRAN), ο Παναγιώτης Κ. Λυμπερόπουλος είχε το εισιτήριο με αριθμό 2683, Γ’ Θέσης. Πλήρωσε γι’ αυτό 6 λίρες, 8 σελίνια και 9 πένες. Αναφέρεται επίσης ότι ζούσε στο Στάνφορντ του Κονέκτικατ από το 1906 και επέστρεφε εκεί από την Ελλάδα, όπου ήταν παντρεμένος με την Αγγελική.
Η σορός του, που ανασύρθηκε από το «Mackay Bennett», είχε τον αριθμό 196. Φορούσε πράσινο ριγέ κοστούμι, χοντρό μπλε μάλλινο γιλέκο, χωρίς μπότες. Βρέθηκε πάνω του ένα χρυσό ρολόι, αξίας 15,45 δολαρίων. Η άδεια ταφής εκδόθηκε στις 9 Μαΐου και την επόμενη ημέρα τάφηκε στο κοιμητήριο Mount Olivet του Χάλιφαξ.
Η γυναίκα του και ο γιος του παρέλαβαν τα αντικείμενα που βρέθηκαν στις τσέπες του και εστάλησαν από τις ΗΠΑ: τη βέρα του, μια χρυσή καρφίτσα, το χρυσό ρολόι που προαναφέρθηκε, μια ατζέντα -στην οποία όπως ανέφερε η εγγονή του, Αγγελική Κυρίτση-Λυμπεροπούλου, στο «Istorima», έγραφε τα χρέη του-, καθώς και κάποια χρήματα.
Ο 30χρονος Παναγιώτης Λυμπερόπουλος
Ο Βασίλης Καταβέλος
Ο Βασίλης Καταβέλος ήταν μόλις 18 χρόνων τότε. Σε πολύ μικρότερη ηλικία, αυτός -ο μεγαλύτερος- και τα τρία ακόμα αδέρφια του έμειναν ορφανά και από τους δύο γονείς τους. Εμειναν για κάποιο χρόνο σε σπίτια συγγενών τους και μετά ο μεγάλος, ο Βασίλης, ξεκίνησε να δουλεύει και τους ξαναμάζεψε στο πατρικό τους. Ο δεύτερος αδερφός, ωστόσο, ο Παναγιώτης, σε ηλικία μόλις 12 ετών, μαζί με κάποιους συγχωριανούς κατάφερε να φύγει για την Αμερική.
Αργότερα όμως, όπως εξιστόρησε ο εγγονός του, από την αδερφή του, Νίκος Γιαννόπουλος, κάποιες φήμες που έφτασαν στον Αγιο Σώστη τον έφεραν να κάνει άστατη ζωή. Ο Βασίλης, ως μεγάλος αδερφός, δεν το χώνεψε. Αποφάσισε να πάει ο ίδιος στην Αμερική, να βρει τον αδερφό του και να διαπιστώσει τι συμβαίνει. Ετσι ήταν τότε οι σχέσεις στις οικογένειες. Ιερές. Επειδή, μάλιστα, δεν είχε αρκετά χρήματα, αναγκάστηκε να πουλήσει κάποια από τα πρόβατά του.
Εσμιξε με τον Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και τους Χρονόπουλους και έφυγαν μαζί. Για Γαλλία πρώτα και μετά για το μοιραίο ταξίδι. Είχε αριθμό εισιτηρίου 2682, της Γ΄ θέσης. Του κόστισε 7 λίρες, 4 σελίνια και 7 πένες. Στις καταστάσεις των επιβατών αναφέρεται ως αγρότης από τον Αγιο Σώστη της Πελοποννήσου, αλλά 19 ετών.
Προορισμός του δε τελικός αναφερόταν το Μιλγουόκι του Ουισκόνσιν, η σημερινή έδρα της ομάδας του Γιάννη Αντετοκούνμπο. Η σορός του, με αριθμό 58, ανακτήθηκε σχετικά γρήγορα από το πλοίο «Mackay-Bennett», που ανέσυρε αργότερα και τον Λυμπερόπουλο. Φορούσε σκούρο κοστούμι, καρό πουκάμισο και μαύρες μπότες, ενώ δεν είχε σημάδια στο σώμα ή στα ρούχα του.
Η σορός του ποντίστηκε εκ νέου στη θάλασσα στις 22 Απριλίου 1912, καθώς οι συγγενείς του δεν πρόλαβαν να τον αναγνωρίσουν.
Τα προσωπικά του αντικείμενα που βρέθηκαν πάνω του παρελήφθησαν από τους αδελφούς του Πέτρο και Παναγιώτη και την αδελφή του Λαμπρινή στις 21 Σεπτεμβρίου 1912 στον Πειραιά: δύο τετράδια σημειώσεων, ένα πορτοφόλι με 10 σεντς, ένας καθρέφτης τσέπης, μια χτένα και μια εσωτερική παραγγελία για σιδηροδρομικό ταξίδι από τη Νέα Υόρκη στο Μιλγουόκι. Ο αδελφός του, Παναγιώτης, ο φερόμενος ως «άσωτος», δούλευε ως εφημεριδοπώλης στο Μιλγουόκι. Και ήταν ο πρώτος που έμαθε για τον θάνατο του Βασίλη από τις εφημερίδες που πουλούσε…
Ο 18χρονος Βασίλειος Καταβέλος
Απόστολος και Δημήτρης Χρονόπουλος
Τα αδέλφια Χρονόπουλοι αποφάσισαν να ταξιδέψουν στην Αμερική για ένα καλύτερο αύριο. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο 26χρονος Απόστολος Χρονόπουλος είχε, όπως και ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, ήδη μεταναστεύσει στην Αμερική από τα 18 του και εργαζόταν ως διερμηνέας σε μια βιοτεχνία. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1912 με σκοπό να πάρει μαζί του στις ΗΠΑ και τον μικρότερο αδερφό του, τον 21χρονο Δημήτρη.
Αρχικά, τα δύο αδέλφια επρόκειτο να ταξιδέψουν με άλλο υπερωκεάνιο, αλλά όταν βρέθηκαν στη Μασσαλία άλλαξαν γνώμη και αποφάσισαν να συνταξιδέψουν με τους συγχωριανούς Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Βασίλη Καταβέλο πρώτα μέχρι το Χερβούργο και μετά να επιβιβαστούν στον «Τιτανικό», κατόπιν της προτροπής του πρώτου για να συντομεύσουν το ταξίδι.
Η τύχη των δύο αδελφών δεν έγινε γνωστή. Είχαν κι αυτοί εισιτήρια της Γ΄ θέσης, οι επιβάτες της οποίας δεν είχαν προνόμια πρόσβασης στα σωστικά μέσα. Δεν γνωρίζει ούτε έμαθε κανείς αν παρασύρθηκαν μαζί με τον «Τιτανικό» στον βυθό ή αν οι σοροί τους βρέθηκαν και ποντίστηκαν εκ νέου στη θάλασσα επειδή δεν αναζητήθηκαν εγκαίρως από κάποιον συγγενή ή γνωστό προκειμένου να αναγνωριστούν.
Ο Απόστολος είχε εισιτήριο Γ΄ θέσης με αριθμό 2680. Του στοίχισε 14 λίρες, 9 σελίνια και 1 πένα. Στα στοιχεία της «Titanica» αναφέρεται ως γενικός εργάτης. Ωστόσο και ο Δημήτρης είχε εισιτήριο Γ΄ θέσης με τον ίδιο ακριβώς αριθμό με τον αδερφό του, εννοείται και κόστος. Προστίθεται επίσης ότι οι σοροί τους δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ.
Ο 19χρονος Δημήτρης Χρονόπουλος
Ο 26χρονος Απόστολος Χρονόπουλος, αδελφός του Δημήτρη
Το «αβύθιστο» πλοίο
Ο «Τιτανικός» (RMS Titanic) ναυπηγήθηκε από τη ναυτιλιακή εταιρεία White Star Line, του Μπρους Ισμέι, προκειμένου να μπει στον ανταγωνισμό των υπερατλαντικών ταξιδιών με όπλα την ταχύτητα και συγχρόνως την πολυτέλεια.
Τα ναυπηγεία Harland & Wolff, στο Μπέλφαστ της Ιρλανδίας, σε 26 μήνες παρέδωσαν τον «Τιτανικό» έναντι του ασύλληπτου για την εποχή ποσού των 7,5 εκατ. δολαρίων. Ηταν ταυτόχρονα ένα ναυπηγικό θαύμα, αλλά και ένα τεράστιο πλωτό υπερπολυτελές ξενοδοχείο, με απίστευτες παροχές.
Διέθετε ταχυδρομείο, τηλεγραφείο, χαμάμ, πισίνες, θερμαινόμενη πισίνα, γυμναστήρια, κομμωτήρια, βιβλιοθήκες, εκκλησίες, εστιατόρια, μπαρ, αίθουσες χορού, ανελκυστήρες για τα δέκα καταστρώματά του. Πάνω απ’ όλα, εμφατική πολυτέλεια, κυρίως στην πρώτη θέση. Στην οποία οι καμπίνες δεν είχαν να ζηλέψουν το παραμικρό από τις πιο χλιδάτες σουίτες των ξενοδοχείων.
Το πλοίο είχε εκτόπισμα 52.310 τόνους, μήκος 269,06 μέτρα, μέγιστο πλάτος 28,19, ύψος (μέχρι τα φουγάρα) 53 μέτρα, βύθισμα 10,54 μέτρα και ανέπτυσσε ταχύτητα έως 24 κόμβους. Η σχεδίαση και η κατασκευή του ανταποκρίνονταν στα πιο πρωτοπόρα χαρακτηριστικά ασφάλειας. Διπλοπύθμενο, με 16 στεγανά διαμερίσματα με τηλεχειριζόμενες υδατοστεγείς πόρτες. Επειδή, μάλιστα, τα 4 από αυτά μπορούσαν να κατακλυστούν από νερά χωρίς να επηρεαστεί η ευστάθειά του, το ονόμαζαν όλοι «αβύθιστο». Μέγιστη αλαζονεία, καθώς στο ναυάγιο κατακλύστηκαν πέντε.
Η αντίληψη αυτή, όμως, οδήγησε την εταιρεία σε μια μοιραία, τραγική επιλογή: μείωσε αισθητά τον αριθμό -άρα και την χωρητικότητα- των σωστικών μέσων. Υπήρχαν μόνο 16 σωστικές λέμβοι και 4 πτυσσόμενες βάρκες. Χωρούσαν 1.178 άτομα. Αλλά ο «Τιτανικός» μπορούσε να φιλοξενεί έως 2.435 επιβάτες συν 899 μέλη πληρώματος, δηλαδή σύνολο 3.334 ατόμων.
Ο «Τιτανικός» χαρακτηρίστηκε «ναυπηγικό θαύμα» για την εποχή που κατασκευάστηκε, όμως το παρθενικό του ταξίδι, τον Απρίλιο του 1912, έμελλε να είναι και το τελευταίο, με 1.500 θύματα
Το τραγικό ταξίδι
Το παρθενικό -αλλά και τελευταίο- ταξίδι του «Τιτανικού» ξεκίνησε από το Σαουθάμπτον στις 12 το μεσημέρι της 10ης Απριλίου 1912. Θα έφτανε στη Νέα Υόρκη στις 17 του μήνα. Καπετάνιος ο 62χρονος αρχιπλοίαρχος της εταιρείας, Εντουαρντ Τζον Σμιθ, 899 μέλη πληρώματος, όσα προβλέπονταν, και 922 επιβάτες. Διέσχισε τη Μάγχη και έπιασε στο γαλλικό λιμάνι του Χερβούργου, και στη συνέχεια στο Κουίνς Τάουν της πολιτείας Κορκ της Ιρλανδίας, παραλαμβάνοντας και αποβιβάζοντας επιβάτες.
Στη 1.30 μ.μ. της 11ης Απριλίου, μεταφέροντας πλέον συνολικά 1.308 επιβάτες, σύνολο 2.207 ψυχές στο σκάφος, ο καπετάνιος χάραξε πορεία προς τη Νέα Υόρκη μέσω Βορείου Ατλαντικού. Οι πρώτες τρεις ημέρες του ταξιδιού κύλησαν ευχάριστα.
Το βράδυ της 14ης Απριλίου υπήρξαν προειδοποιήσεις για επιπλέοντα παγόβουνα στην περιοχή του Newfound Land. Ομως ο «Τιτανικός» συνέχισε με πρόσω τις μηχανές και ταχύτητα 22 κόμβων. Ο καπετάνιος του πίστευε ότι τα παγόβουνα δεν αποτελούσαν ιδιαίτερο κίνδυνο για ένα τέτοιο πλοίο. Αλλά όταν στις 11.40 μ.μ. προσέκρουσε σε παγόβουνο, εκείνο έσκισε το κύτος του, ξεκινώντας από την πλώρη, καταστρέφοντας και τα 5 στεγανά μέρη της, επιτρέποντας την εισροή υδάτων.
Ο «Τιτανικός» ήταν καταδικασμένος. Δύο ώρες και σαράντα λεπτά αργότερα, στις 02.20 π.μ. της 15ης Απριλίου, βυθίστηκε, παρασύροντας στον θάνατο, βάσει των στοιχείων της «Titanica», 1.495 ανθρώπους. Το 49% των παιδιών, το 26% των γυναικών επιβατών, το 82% των ανδρών και το 78% του πληρώματος έχασαν τη ζωή τους. Ελάχιστοι από πνιγμό. Η συντριπτική πλειονότητα δεν άντεξαν τις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες στα νερά του Ατλαντικού και πέθαναν σε λίγα λεπτά από υποθερμία ή βαρύτατες καρδιακές επιπλοκές. Από όσους έπεσαν ή βρέθηκαν στη θάλασσα, διασώθηκαν μόνο έξι.
Παρά τις κακές καιρικές συνθήκες, η πλήρης εκκένωση του πλοίου ήταν ούτως ή άλλως αδύνατη. Αλλά και η προσπάθεια του πληρώματος συνοδεύτηκε από σοβαρά προβλήματα, καθώς επικρατούσε πανικός. Επέζησαν συνολικά 712 άνθρωποι, 448 επιβάτες και 264 μέλη του πληρώματος. Μόλις 32% των επιβαινόντων. Από τους άνδρες το 22%, από τις γυναίκες το 67%. Από τους επιβάτες της Α’ θέσης επέζησε το 62%, της Β’ θέσης το 33%, ενώ από τη Γ’ θέση μόνο το 21%. Ο πλοίαρχος, ο πρώτος αξιωματικός Μέρντοχ και ο ασυρματιστής του πλοίου Φίλιπς, παρασύρθηκαν στον βυθό με το πλοίο.
Σε βάθος 3.784 μέτρων
Σε κάτι λιγότερο από δύο ώρες αφότου βυθίστηκε ο «Τιτανικός», το επιβατηγό πλοίο «Καρπάθια» της Cunard έφτασε στο σημείο του ναυαγίου, όπου περισυνέλεξε τους επιζώντες που επέβαιναν στις σωσίβιες λέμβους μέχρι τις 8.30 π.μ. Στη συνέχεια κατέπλευσε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης στις 18 Απριλίου 1912.
Στην περιοχή του ναυαγίου βρισκόταν όμως και το «Καλιφόρνιαν», της εταιρείας Leyland Lines, ακινητοποιημένο από τις 10.20 το βράδυ λόγω των πάγων, σε απόσταση 20 ναυτικών μιλίων. Ωστόσο, το πλήρωμα αγνόησε τις 8 φωτοβολίδες κινδύνου που ερρίφθησαν από το πλήρωμα του «Τιτανικού». Τις επόμενες ημέρες η White Star Lane ναύλωσε τέσσερα πλοία για τη συλλογή σορών ναυαγών.
Το ναυάγιο του «Τιτανικού» παραμένει στον βυθό, σπασμένο στα δύο και σταδιακά αποσυντιθέμενο σε βάθος 3.784 μέτρων. Από την ανακάλυψή του, το 1985, πολλά αντικείμενα έχουν ανασυρθεί και εκτίθενται σε μουσεία σε όλο τον κόσμο. Εχει περάσει στην ιστορία ως ένα από τα τραγικότερα υπερωκεάνια, που από «πλοίο των ονείρων» μετατράπηκε στον χειρότερο εφιάλτη, με τη μνήμη του να διατηρείται ζωντανή μέσα από άπειρα βιβλία, τραγούδια, κινηματογραφικές ταινίες, ντοκιμαντέρ, εκθέματα και μνημεία.
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
