Αμφότερες ΗΠΑ και Ιράν δηλώνουν «νίκη» μετά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται.
Πέρασαν περισσότερες από 100 ημέρες αφότου άρχισαν να πέφτουν αμερικανικές και ισραηλινές βόμβες στο Ιράν, και πλέον οι δύο πλευρές δηλώνουν ότι βγήκαν νικήτριες, ένδειξη που δείχνει το πόσο πολύ χρειαζόντουσαν έναν τρόπο εξόδου από τη σύγκρουση.
Η συμφωνία έχει πλέον τερματίσει επίσημα τις εχθροπραξίες, όμως οι πιο δύσκολες διαπραγματεύσεις μόλις ξεκινούν.
Και οι δύο πλευρές έχουν παρουσιάσει τη συμφωνία στις κοινωνίες τους ως επιτυχία, ωστόσο ούτε η μία ούτε η άλλη έχουν πείσει πλήρως το εσωτερικό τους ακροατήριο, ενώ οι εγχώριοι επικριτές και στις δύο χώρες υποστηρίζουν ότι έγιναν υπερβολικές παραχωρήσεις.
Όπως αναλύει το BBC, για το Ιράν, η συμφωνία με τις ΗΠΑ προσφέρει κάτι εξίσου σημαντικό με μια εκεχειρία: τη δυνατότητα να υποστηρίξει ότι όχι μόνο επιβίωσε του πολέμου χωρίς να παραδοθεί, αλλά ότι βγήκε από αυτόν ενισχυμένο.
Από την αρχή, ο βασικός στόχος της Τεχεράνης δεν ήταν απαραίτητα η στρατιωτική νίκη επί των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αλλά η διατήρηση του καθεστώτος, της ηγεσίας και μιας διαπραγματευτικής θέσης που δεν θα είχε καταρρεύσει.
Το Μνημόνιο Κατανόησης (MoU), όπως ονομάζεται η συμφωνία, επιτρέπει στο Ιράν να προβάλλει ότι πέτυχε αυτόν τον στόχο.
Το έγγραφο, το οποίο υπεγράφη ξεχωριστά από τον πρόεδρο των ΗΠΑ και τον πρόεδρο του Ιράν, προβλέπει ένα πλαίσιο 60 ημερών διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Παράλληλα, προβλέπει άμεση παύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, αμοιβαίο σεβασμό της κυριαρχίας, επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ και άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού στην ιρανική ναυσιπλοΐα.
Οι άμεσες υποχρεώσεις του Ιράν θεωρούνται σημαντικές αλλά σχετικά περιορισμένες. Η Τεχεράνη συμφώνησε να συμβάλει στην ασφαλή εμπορική διέλευση μέσω του Ορμούζ, να επαναβεβαιώσει ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων και να συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις για το πρόγραμμα εμπλουτισμένου ουρανίου.
Οι δεσμεύσεις των ΗΠΑ είναι ευρύτερες. Σύμφωνα με το MoU, η Ουάσιγκτον θα ξεκινήσει την άρση του ναυτικού αποκλεισμού, θα εκδώσει εξαιρέσεις για τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου, θα απελευθερώσει δεσμευμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία και θα προωθήσει τη σταδιακή χαλάρωση των κυρώσεων.
Παράλληλα, προβλέπεται η προώθηση, σε συνεργασία με περιφερειακούς εταίρους, προγράμματος ανοικοδόμησης και οικονομικής ανάπτυξης για το Ιράν, ύψους τουλάχιστον 300 δισ. δολαρίων.
Η αρχική αντίδραση στο Ιράν ήταν σχετικά συγκρατημένη, καθώς η συμφωνία δίνει στην ηγεσία τη δυνατότητα να την παρουσιάσει ως επιτυχία: αναγνώριση κυριαρχίας, άρση αποκλεισμού, προοπτική άρσης κυρώσεων και αναφορά σε οικονομική ανοικοδόμηση.
Ωστόσο, αυτή η σιωπή ενδέχεται να μην διαρκέσει πολύ. Ακόμη και η αρχική τοποθέτηση του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αλί Χαμενεΐ ήταν προσεκτικά ισορροπημένη, αφήνοντας χώρο για πολιτική στήριξη της συμφωνίας αλλά και αποστασιοποίηση από την πλήρη ευθύνη.
Τα πιο κρίσιμα θέματα έχουν μετατεθεί για το μέλλον και δεν έχουν επιλυθεί. Η τύχη του υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, το εύρος του προγράμματος εμπλουτισμού και η αποκατάσταση των πυρηνικών υποδομών θα αποτελέσουν αντικείμενο νέων, πιεστικών διαπραγματεύσεων.
Αυτό δημιουργεί πολιτικό πρόβλημα για την ιρανική ηγεσία. Κρατικά μέσα ενημέρωσης, οι Φρουροί της Επανάστασης, το κοινοβούλιο και σκληροπυρηνικοί παράγοντες έχουν ήδη καλλιεργήσει την εικόνα ότι το Ιράν «νίκησε» τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Η σύγκρουση ανάμεσα στο αφήγημα της νίκης και τις πιθανές παραχωρήσεις είναι πλέον κεντρικό πολιτικό ζήτημα.
Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου και επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας Mohammad Bagher Ghalibaf επιχείρησε να παρουσιάσει τις συνομιλίες σε σκληρό τόνο, τονίζοντας ότι γνωρίζει «πώς να κάνει την Αμερική να καταλάβει».
