Η μεγάλη απειλή που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη στην εργασία ίσως να μην είναι τελικά η μαζική εξαφάνιση θέσεων εργασίας, αλλά κάτι πολύ πιο βαθύ και ήδη ορατό – η δημιουργία ενός νέου χάσματος ανάμεσα σε όσους χρησιμοποιούν την AI για να ενισχύσουν τις δυνατότητές τους και σε εκείνους των οποίων η καθημερινότητα καθορίζεται όλο και περισσότερο από αόρατα συστήματα παρακολούθησης και αλγοριθμικού ελέγχου.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την AI και την εργασία παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα παραπλανητικό δίπολο, όπως υπογραμμίζει σχετικό άρθρο της βρετανικής εφημερίδας The Guardian.
Από τη μία, κυριαρχούν οι προειδοποιήσεις για εκατομμύρια θέσεις εργασίας που κινδυνεύουν να χαθούν από τις μηχανές.
Από την άλλη, προβάλλεται η αισιόδοξη αφήγηση ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα εκτοξεύσει την παραγωγικότητα και θα μεταμορφώσει θετικά την οικονομία. Και οι δύο προσεγγίσεις, όμως, παραβλέπουν αυτό που ήδη συμβαίνει σε χώρους εργασίας σε ολόκληρο τον κόσμο – από τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες έως την Κένυα.
Για ένα μέρος των εργαζομένων, η AI λειτουργεί πράγματι ως εργαλείο απελευθέρωσης από τη ρουτίνα.
Πρόκειται κυρίως για επαγγέλματα με υψηλότερες απολαβές και μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας – αναλυτές, δικηγόρους, πανεπιστημιακούς, συμβούλους, στελέχη επιχειρήσεων.
Εκεί, όταν η τεχνητή νοημοσύνη αξιοποιείται συμπληρωματικά και όχι ως μηχανισμός αντικατάστασης, λειτουργεί σαν «συγκυβερνήτης» που επιταχύνει διαδικασίες, διευκολύνει επαναλαμβανόμενες εργασίες και αφήνει περισσότερο χώρο για δημιουργική σκέψη και ανθρώπινη κρίση.
Για εκατομμύρια άλλους εργαζομένους, όμως, η AI δεν είναι βοηθός. Είναι προϊστάμενος.
Εμφανίζεται μέσα από λογισμικά διαχείρισης βαρδιών, εφαρμογές παρακολούθησης, αλγορίθμους βελτιστοποίησης διαδρομών και αυτοματοποιημένα συστήματα αξιολόγησης απόδοσης.
Είναι η τεχνολογία που αποφασίζει ποιος θα δουλέψει, για πόση ώρα, με ποιο ρυθμό και αν θεωρείται «αρκετά παραγωγικός». Σε αυτούς τους χώρους εργασίας, η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι κάτι που χρησιμοποιείς – είναι κάτι που σε παρακολουθεί και σε ελέγχει.
Αυτό ακριβώς είναι και το νέο κοινωνικό ρήγμα που αρχίζει να διαμορφώνεται.
Ήδη, περίπου το ένα τρίτο των εργοδοτών στη Βρετανία χρησιμοποιεί λογισμικά τύπου «bossware» [λογισμικά “αφεντικό”] τα οποία επιτρέπουν την παρακολούθηση της διαδικτυακής δραστηριότητας των εργαζομένων.
Και αυτό θεωρείται μόνο η αρχή όσων πρόκειται να ακολουθήσουν.
Η πραγματικότητα, λοιπόν, είναι πολύ πιο σύνθετη από το απλοϊκό ερώτημα αν η AI είναι «καλή» ή «κακή».
Οι επιχειρήσεις αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για να ενισχύσουν την παραγωγικότητα ορισμένων εργαζομένων, ενώ ταυτόχρονα επιβάλλουν σε άλλους ολοένα πιο ασφυκτικές και απρόσωπες μορφές επιτήρησης. Δημιουργούνται νέες ευκαιρίες στην κορυφή της αγοράς εργασίας και νέες μορφές πίεσης και ελέγχου στη βάση της.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι οι πρακτικές αλγοριθμικής διαχείρισης που σήμερα εφαρμόζονται σε αποθήκες, εταιρείες διανομής, τηλεφωνικά κέντρα ή πλατφόρμες gig economy, σταδιακά επεκτείνονται και σε γραφεία, νοσοκομεία, σχολεία και πολυεθνικές εταιρείες.
Η Amazon, για παράδειγμα, έχει δεχθεί καταγγελίες από μηχανικούς λογισμικού που υποστηρίζουν ότι παρακολουθούνται στενά και πιέζονται να χρησιμοποιούν AI για μεγαλύτερη παραγωγικότητα, ακόμη και όταν αυτό τελικά καθυστερεί τη δουλειά τους.
Παράλληλα, η Meta σχεδιάζει συστήματα καταγραφής πληκτρολογήσεων, κινήσεων ποντικιού και κλικ των εργαζομένων, προκειμένου να εκπαιδεύσει τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης της.
Έτσι, ακόμη και οι εργαζόμενοι που σήμερα επωφελούνται από την άνοδο της AI ενδέχεται στο μέλλον να βρεθούν οι ίδιοι υπό καθεστώς αυστηρού αλγοριθμικού ελέγχου.
Έρευνες των τελευταίων ετών για τη συνύπαρξη εργαζομένων και τεχνητής νοημοσύνης δείχνουν ότι το πιο κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η άμεση μαζική ανεργία, αλλά η διεύρυνση των ανισοτήτων σε δεξιότητες, αυτονομία και ψυχική ευημερία ανάμεσα σε όσους συνεργάζονται δημιουργικά με την AI και σε όσους διοικούνται από αυτήν.
Οι θέσεις εργασίας μπορεί να συνεχίσουν να υπάρχουν στο μέλλον, αλλά είναι πιθανό να γίνουν πιο πιεστικές, πιο κατακερματισμένες και λιγότερο ανθρώπινες.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί η εργασία δεν αφορά μόνο το εισόδημα. Συνδέεται επίσης με την αξιοπρέπεια, την εμπιστοσύνη και το αίσθημα ελέγχου πάνω στη ζωή.
Η πανδημία ανέδειξε πόσο βαθιά επηρεάζει η εργασία την ψυχική υγεία.
Τα συστήματα εργασίας που διοικούνται από αλγορίθμους εντείνουν αυτή την πίεση.
Όταν κάθε κίνηση, κάθε τηλεφώνημα, κάθε παύση ή κάθε «κλικ» μπορεί να μετρηθεί, να αξιολογηθεί και να βαθμολογηθεί από ένα αδιαφανές σύστημα που ο εργαζόμενος ούτε κατανοεί πλήρως ούτε μπορεί να αμφισβητήσει, το αποτέλεσμα είναι αυξημένο άγχος και ψυχολογική εξάντληση.
Για εργαζομένους σε αποθήκες, λιανεμπόριο, εστίαση, logistics, τηλεφωνική εξυπηρέτηση ή gig economy, αυτό μεταφράζεται σε ολοένα μεγαλύτερη πίεση από συστήματα που παρουσιάζονται ως «αντικειμενικά» και «ουδέτερα», ενώ στην πραγματικότητα απέχουν πολύ από το να είναι.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς τεχνολογικό. Είναι βαθιά κοινωνικό, πολιτικό και ηθικό.
Η Βρετανία, που συχνά προβάλλει την εικόνα μιας χώρας πρωτοπόρου στην AI, προωθεί ήδη μεγάλα προγράμματα ανάπτυξης δεξιοτήτων τεχνητής νοημοσύνης για το εργατικό δυναμικό.
Πίσω όμως από αυτή τη ρητορική, κρύβεται μια πιο δύσκολη πραγματικότητα, καθώς πολλές επιχειρήσεις και οργανισμοί παραμένουν απροετοίμαστοι να εισαγάγουν την AI με δίκαιο τρόπο.
Πρόσφατη παγκόσμια έρευνα μεταξύ επιχειρηματικών στελεχών έδειξε ότι, παρότι οι περισσότεροι αναγνωρίζουν πως οι δεξιότητες AI αποτελούν πλέον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ελάχιστοι διαθέτουν ουσιαστικούς πόρους για την εκπαίδευση των εργαζομένων τους.
Ακόμη λιγότεροι διαθέτουν σαφείς μηχανισμούς εποπτείας και λογοδοσίας για τη χρήση αυτών των τεχνολογιών.
Αν οι καλύτερα αμειβόμενοι εργαζόμενοι εκπαιδεύονται ώστε να αξιοποιούν την AI, ενώ οι χαμηλόμισθοι εκτίθενται απλώς σε όλο και πιο αυστηρά συστήματα παρακολούθησης και αυτοματοποιημένης διοίκησης, τότε η ιστορία της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα είναι ιστορία κοινής προόδου – αλλά ιστορία ενός ακόμη βαθύτερου κοινωνικού χάσματος.
Οι εργαζόμενοι χρειάζονται ουσιαστική πρόσβαση στην εκπαίδευση, όχι μόνο γύρω από τα ψηφιακά εργαλεία, αλλά και σε δεξιότητες που αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία στην εποχή της AI: κρίση, επικοινωνία, κριτική σκέψη.
Ταυτόχρονα, απαιτούνται βασικές δημοκρατικές αρχές στους χώρους εργασίας. Τα συστήματα που επηρεάζουν μισθούς, αξιολόγηση και επαγγελματική πορεία πρέπει να είναι διαφανή και να μπορούν να αμφισβητηθούν. Κυρίως όμως, οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν λόγο στον τρόπο με τον οποίο εισάγονται αυτές οι τεχνολογίες στην καθημερινότητά τους.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να επιβάλλεται πίσω από κλειστές πόρτες στο όνομα της «αποτελεσματικότητας».
Πρέπει να διαμορφώνεται με τη συμμετοχή εκείνων που θα επηρεάσει άμεσα – και οι ίδιες οι έρευνες δείχνουν ότι όταν οι εργαζόμενοι συμμετέχουν στη διαδικασία, βελτιώνεται τόσο η ποιότητα της εργασίας τους όσο και η αποτελεσματικότητα της ενσωμάτωσης της AI.
Το πώς θα αλλάξει τελικά η τεχνητή νοημοσύνη τον κόσμο της εργασίας δεν αποφασίζεται μόνο στα διοικητικά συμβούλια της Silicon Valley ή στις διεθνείς συνόδους κορυφής.
Η μάχη δίνεται ήδη, καθημερινά, σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε εταιρεία και σε κάθε χώρα.
Και αν δεν δοθεί προσοχή τώρα, το νέο χάσμα της AI κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ακόμη μία βαθιά κοινωνική ανισότητα – μια ανισότητα που θα εδραιωθεί αθόρυβα, μέχρι τη στιγμή που θα είναι πλέον παντού.
