Τις βασικές «κόκκινες γραμμές» της επιχειρεί να ξεκαθαρίσει η Τεχεράνη καθώς οι διαπραγματεύσεις με την Ουάσινγκτον φαίνεται να πλησιάζουν σε μια κρίσιμη καμπή, ενώ παράλληλα το πολιτικό σκηνικό στο Ισραήλ βρίσκεται σε αναβρασμό, με τον Νετανιάχου να δέχεται σκληρή κριτική από την αντιπολίτευση για τη διαφαινόμενη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν. Ads Δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο και την ασφάλεια του Λιβάνου, ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκαεΐ, δήλωσε ότι ο σεβασμός της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας του Λιβάνου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μνημονίου κατανόησης που διαμορφώνεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ads Όπως ανέφερε, η Βηρυτός αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της συμφωνίας και η Τεχεράνη παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στη χώρα. Παράλληλα, εξέφρασε τα συλλυπητήριά του προς τον λιβανικό λαό για τα πρόσφατα γεγονότα, κατηγορώντας το Ισραήλ για επιθέσεις που, όπως είπε, επηρεάζουν άμεσα τις αποφάσεις της ιρανικής ηγεσίας. Ads Ο Μπαγκαεΐ υπογράμμισε ότι η συμφωνία προβλέπει τον τερματισμό των συγκρούσεων σε όλα τα μέτωπα και περιλαμβάνει ρητές εγγυήσεις για την προστασία της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας του Λιβάνου. Ads Σύμφωνα με τον ίδιο, καμία διπλωματική διευθέτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη εάν δεν συνοδεύεται από ουσιαστικές διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.
Ο εκπρόσωπος της ιρανικής διπλωματίας αναφέρθηκε επίσης στο βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών.
Υπενθύμισε το πραξικόπημα του 1953 κατά της δημοκρατικά εκλεγμένης ιρανικής κυβέρνησης, το οποίο οργανώθηκε με τη στήριξη ΗΠΑ και Βρετανίας, τονίζοντας ότι από εκείνη την περίοδο ξεκίνησε μια δυσπιστία που παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα.
«Υπάρχει πολύς δρόμος ακόμη για να κερδίσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες την εμπιστοσύνη του Ιράν», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Διαβάστε επίσης: Ισραήλ / Δεν αποχωρούμε από τον Λίβανο

Η προοπτική της συμφωνίας προκαλεί έντονες πολιτικές αντιδράσεις στο Ισραήλ
Ο πρώην υπουργός Άμυνας και επικεφαλής του κόμματος Yisrael Beytenu, Αβίγκντορ Λίμπερμαν, κάλεσε την κυβέρνηση να απορρίψει κάθε σύνδεση ανάμεσα στη συμφωνία με το Ιράν και τις εξελίξεις στον Λίβανο.
Υποστήριξε ότι η Ουάσινγκτον δεν πρέπει να συνδέσει την εκεχειρία με την Τεχεράνη με το μέτωπο της Χεζμπολάχ και προειδοποίησε πως το Ισραήλ οφείλει να διατηρήσει πλήρη ελευθερία στρατιωτικής δράσης.

Διαβάστε επίσης: Haaretz / Ταπεινωμένος από τον Τραμπ, ο Νετανιάχου ίσως ξαναβάλει φωτιά στη Μέση Ανατολή

Ο Λίμπερμαν εξαπέλυσε παράλληλα σφοδρή επίθεση κατά του Νετανιάχου, χαρακτηρίζοντας τη διαφαινόμενη συμφωνία «διπλωματική καταστροφή πολύ χειρότερη από τη συμφωνία Ομπάμα του 2015».
Υποστήριξε ακόμη ότι το Ισραήλ πρέπει να είναι έτοιμο να απαντήσει δυναμικά σε οποιαδήποτε επίθεση από το Ιράν ή τη Χεζμπολάχ, ενώ ζήτησε ακόμη και τη δημιουργία ειδικής ισραηλινής πυραυλικής δύναμης.

Διαβάστε επίσης: Μέση Ανατολή / Η ήττα της αλαζονείας Τραμπ – Νετανιάχου και το αδιέξοδο του πολέμου

Ακόμη πιο σκληρός εμφανίστηκε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, ο οποίος κατηγόρησε τον Νετανιάχου ότι «έχασε τον πόλεμο» παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες του Ισραήλ.
«Οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις πέτυχαν τους στόχους τους, αλλά ο Νετανιάχου απέτυχε πολιτικά και διπλωματικά», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι η χώρα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα πρωτοφανές διπλωματικό αδιέξοδο.
Ο Λαπίντ υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει οδηγήσει το Ισραήλ σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, σημειώνοντας πως ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται να επιβάλλει τις επιλογές του στην ισραηλινή ηγεσία.
Παράλληλα, κατηγόρησε τον Νετανιάχου ότι περιβάλλεται από ανθρώπους που δεν μπορούν να διαχειριστούν τη σημερινή κρίση και υποστήριξε ότι μετά τις εξελίξεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 αποδείχθηκε πως δεν μπορεί πλέον ούτε να εγγυηθεί την ασφάλεια των πολιτών ούτε να διαχειριστεί αποτελεσματικά το διπλωματικό μέτωπο.
Καθώς οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται και οι δύο πλευρές εμφανίζονται πιο κοντά από ποτέ σε μια συμφωνία, η Τεχεράνη επιμένει ότι ο Λίβανος αποτελεί βασικό στοιχείο οποιασδήποτε διευθέτησης, ενώ στο Ισραήλ η εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση για το περιεχόμενο και τις συνέπειες της συμφωνίας αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη ένταση.