Το 2021, μεσούσης της πανδημίας κορωνοϊού και ενώ στα εργαστήρια είχε μόλις κερδηθεί η μάχη για την ανάπτυξη αποτελεσματικών εμβολίων κατά της COVID-19, ένας Ελληνας επιστήμονας στη Γερμανία ακολουθεί σταθερά τη δική του ερευνητική διαδρομή με στόχο τη θεραπεία νόσων με τα CAR-T κύτταρα.
Ο αναπληρωτής τότε καθηγητής και ιατρός στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ερλανγκεν στη Βαυαρία, Δημήτριος Μουγιακάκος, είχε αφοσιωθεί από το 2017 στην ανάπτυξη θεραπειών με CAR-T λεμφοκύτταρα ενάντια στον καρκίνο. Ωστόσο, κατά τη δύσκολη εκείνη περίοδο για την επιστήμη και την ανθρωπότητα, ο ίδιος και η ομάδα του απέκτησαν στο εργαστήριο κρίσιμη γνώση που τους οδήγησε σε έναν κομβικό θεραπευτικό σταθμό: στη χορήγηση κυτταρικής θεραπείας και στα αυτοάνοσα νοσήματα.
Εκτοτε, η ομάδα του έχει πραγματοποιήσει πρωτοποριακές παγκοσμίως κλινικές εφαρμογές CAR-T κυττάρων για συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (SLE), μυασθένεια Gravis και ανοσολογική θρομβοπενία, αφήνοντας ισχυρό αποτύπωμα στην εξέλιξη των κυτταρικών θεραπειών για τα αυτοάνοσα νοσήματα. Η έρευνα του καθηγητή Μουγιακάκου συμβάλλει καθοριστικά στη μεταφορά μιας θεραπευτικής προσέγγισης που αρχικά αναπτύχθηκε για την αντιμετώπιση αιματολογικών καρκίνων σε παθήσεις όπου το ανοσοποιητικό σύστημα στρέφεται εναντίον του ίδιου του οργανισμού, ανοίγοντας νέους δρόμους για θεραπείες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδύνατες.
Δεδομένου ότι τα αυτοάνοσα νοσήματα -όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η πολλαπλή σκλήρυνση, ο ερυθηματώδης λύκος, το σκληρόδερμα και η μυασθένεια Gravis- επηρεάζουν περίπου το 10% του πληθυσμού, γίνεται εύκολα αντιληπτή η τεράστια σημασία της έρευνας στον τομέα αυτό. Πλέον η χρήση των CAR-T κυττάρων για τα αυτοάνοσα νοσήματα μελετάται από τις μεγαλύτερες φαρμακευτικές εταιρείες.
«Αυτή τη στιγμή υπάρχουν σε εξέλιξη πάνω από 300 κλινικές μελέτες παγκοσμίως για τη θεραπεία των αυτοάνοσων ασθενειών με κυτταρικές θεραπείες. Το ενδιαφέρον για τη φαρμακευτική αγορά είναι τεράστιο, και έτσι κινείται η έρευνα. Οι δικές μας δημοσιεύσεις συνέβαλαν ώστε να ανοίξει ο δρόμος γι’ αυτές τις θεραπείες και πέραν της Αιματολογίας – Ογκολογίας. Ωστόσο, ο τελικός στόχος μας ως γιατρών είναι να φανούμε χρήσιμοι στους ασθενείς, να θεραπεύσουμε ασθενείς. Σε αυτό το πεδίο μετράει το αποτέλεσμα», λέει μιλώντας στο «ΘΕΜΑ» ο καθηγητής και διευθυντής σήμερα στην Πανεπιστημιακή Κλινική Αιματολογίας – Ογκολογίας του Πανεπιστημίου του Μαγδεμβούργου, κ. Μουγιακάκος.
«Από το 2021 που επιβεβαιώσαμε την παρατήρηση πως η θεραπεία με CAR-T κύτταρα καταστρέφει όχι μόνο τα καρκινικά Β-κύτταρα αλλά και τα φυσιολογικά Β-κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, τα οποία όμως είναι εκείνα που παράγουν αντισώματα και πυροδοτούν διάφορα αυτοάνοσα νοσήματα, εστιάσαμε σε αυτό», εξηγεί ο καθηγητής.
Η ομάδα του κ. Μουγιακάκου ουσιαστικά παρήγαγε την κυτταρική θεραπεία κατ’ ανάλογο τρόπο για τα αυτοάνοσα όπως και στον καρκίνο: «Γίνεται απομόνωση των Τ κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος από τα λευκά αιμοσφαίρια, στη συνέχεια η γενετική τροποποίησή τους ώστε να στοχεύουν και να καταστρέφουν τα φυσιολογικά Β-κύτταρα και, τέλος, η επανέγχυσή τους στον οργανισμό».
Τα πρώτα θετικά αποτελέσματα
Η πρώτη ασθενής που έλαβε την κυτταρική θεραπεία ήταν μια νεαρή Γερμανίδα με σοβαρής μορφής λύκο. Στη συνέχεια τα CAR-T κύτταρα χορηγήθηκαν σε ασθενή με μυασθένεια Gravis. Πρόσφατα η κυτταρική θεραπεία χορηγήθηκε και σε ασθενή με αυτοάνοση θρομβοπενία.
Κλείσιμο
Ολοι βρίσκονται σε ύφεση όσον αφορά το αυτοάνοσο νόσημα που είχαν εκδηλώσει και για το οποίο οι διαθέσιμες θεραπείες δεν είχαν αποτέλεσμα – κάτι που αποτελεί βασική προϋπόθεση για να χορηγηθεί η θεραπευτική επιλογή με τα CAR-T κύτταρα.
«Ξέρουμε πως η διαδρομή μας είναι ακόμη μακρά. Αυτά τα τρία περιστατικά, παρότι έχουν εξελιχθεί πολύ καλά, είναι μεμονωμένα. Χρειάζονται κλινικές μελέτες, όπως ορίζει το νομικό πλαίσιο, που να αποδείξουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με CAR-T κύτταρα. Ευτυχώς γίνονται πλέον πολλές μελέτες – το δικό μας κέντρο συνεργάζεται με κέντρα στις ΗΠΑ, στην Ιταλία, στη Γαλλία και χώρες της Ασίας. Βρισκόμαστε μάλιστα σε συνομιλίες και με κέντρα στην Ελλάδα, κάτι που με χαροποιεί ιδιαίτερα, τόσο για τα αντανακλαστικά των Ελλήνων συναδέλφων όσο και για το ενδεχόμενο συμμετοχής ασθενών σε πειραματικές θεραπείες», σημειώνει ο κ. Μουγιακάκος.
Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και το σκληρόδερμα είναι από τις βασικές αυτοάνοσες νόσους για τις οποίες διεξάγονται κλινικές μελέτες, έχοντας ενθαρρυντικά αποτελέσματα στην προκαταρκτική φάση, με τη διεθνή επιστημονική κοινότητα να βρίσκεται σε αναμονή των τελικών αποτελεσμάτων από τη Φάση 3.
Tο κόστος των €300.000
Ενα άλλο ζήτημα που απασχολεί τον καθηγητή -όπως το θέτει στη συνομιλία μας, η οποία εξασφαλίστηκε με μεγάλη προσπάθεια εν μέσω του απαιτητικού κλινικού και ερευνητικού του έργου- είναι συνολικά το πλαίσιο της έρευνας.
Μελέτη από διεθνή ομάδα επιστημόνων δημιουργεί πολλές ελπίδες στους ασθενείς που πάσχουν από τα συγκεκριμένα νοσήματα – Ο δρ Δημήτρης Μουγιακάκος εξηγεί πώς μία φόρμουλα για ογκολογικούς ασθενείς μπορεί να συμβάλλει στην αντιμετώπιση του λύκου, της μυασθένειας Gravis και της ανοσολογικής θρομβοπενίας
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
«Πέρα από την αυστηρή τήρηση του νομικού πλαισίου στην έρευνα, είναι πολύ σημαντική η διαδικασία της διάχυσης της γνώσης και της εμπειρίας σε άλλα νοσοκομεία, τόσο στη Γερμανία όσο και διεθνώς. Κάτι που, όπως έδειξε και η πανδημία, μπορεί να επιταχύνει καθοριστικά την πρόοδο της Ιατρικής όταν οι επιστήμονες μοιράζονται γρήγορα δεδομένα και τεχνογνωσία», λέει ο κ. Μουγιακάκος.
Εξίσου σημαντική θεωρεί -και το επισημαίνει- τη διαμόρφωση ενός ισχυρού ηθικού πλαισίου σχετικά με τις πρωτοποριακές και πολύ ακριβές κυτταρικές θεραπείες. Σημειωτέον πως μια θεραπεία CAR-T για ογκολογικούς ασθενείς κοστίζει τουλάχιστον 300.000 ευρώ.
«Το ερώτημα που ευλόγως ανακύπτει είναι αν θα μπορούν τα συστήματα υγείας να αντέξουν το κόστος. Ενα ερώτημα όχι μόνο οικονομικό, αλλά βαθιά ηθικό, που αφορά την ισότιμη πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες», λέει.
Παρά τον προβληματισμό και την ανησυχία του, η αισιοδοξία του παραμένει αμείωτη όταν μιλά για τα επιστημονικά δεδομένα που εμπλουτίζονται με ταχύ ρυθμό, ανοίγοντας νέους δρόμους για την επιστημονική κοινότητα.
«Τώρα εξετάζουμε τις αλλογενείς CAR-T θεραπείες. Αντί να χρησιμοποιούμε τα κύτταρα του ίδιου του ασθενούς, τα οποία τροποποιούμε γενετικά στο εργαστήριο και στη συνέχεια επαναχορηγούμε στον οργανισμό του, προσπαθούμε να πετύχουμε το ίδιο αποτέλεσμα αξιοποιώντας κύτταρα από υγιείς δότες. Το ερευνητικό πεδίο είναι ιδιαίτερα δυναμικό και μέσα στο 2026 περιμένουμε αποτελέσματα από κλινικές δοκιμές για τις αλλογενείς CAR-T θεραπείες», λέει ο κ. Μουγιακάκος.
Η προσέγγιση αυτή φιλοδοξεί να οδηγήσει στη δημιουργία «έτοιμων» κυτταρικών θεραπειών ώστε να ξεπεραστεί ο σκόπελος της δαπανηρής και χρονοβόρας διαδικασίας παραγωγής των εξατομικευμένων θεραπειών, αλλά και ο ηθικός προβληματισμός που γεννά το υψηλό κόστος και η περιορισμένη πρόσβαση των ασθενών σε αυτές.
Ενας παθιασμένος ερευνητής
Ο ίδιος, πάντως, δηλώνει «τυχερός που είμαι κομμάτι μιας τέτοιας εξέλιξης, που αποτελεί το όνειρο και τον στόχο κάθε επιστήμονα όταν βρίσκεται στο εργαστήριό του». Το αποτύπωμά του είναι μεγάλο: έχει δημοσιεύσει περισσότερες από 170 επιστημονικές εργασίες, μεταξύ άλλων στα περιοδικά «Lancet», «Lancet Neurology», «New England Journal of Medicine», «Nature» και «Nature Medicine», και έχει λάβει ερευνητική χρηματοδότηση που υπερβαίνει τα 25 εκατ. ευρώ.
Δεν είναι τυχαίο: πρόκειται για έναν παθιασμένο ερευνητή που αντιμετωπίζει την επιστήμη όχι απλώς ως επάγγελμα, αλλά ως προσωπική αποστολή. «Οταν αγαπάς κάτι, όταν σε συναρπάζει, δεν το βλέπεις ως δουλειά. Για μένα η έρευνα είναι ένα πεδίο γεμάτο προκλήσεις και προσωπικά στοιχήματα. Ποτέ δεν είμαι ευχαριστημένος, και πάντα στοχεύω κάπου ψηλότερα», περιγράφει με απλά λόγια ο 47χρονος καθηγητής – με μια λιτότητα που έρχεται σε αντίθεση με την πολυπλοκότητα της έρευνας και το εξαιρετικά απαιτητικό πεδίο στο οποίο κινείται παράλληλα με το κλινικό του έργο στην Πανεπιστημιακή Κλινική Αιματολογίας-Ογκολογίας του Πανεπιστημίου του Μαγδεμβούργου.
Με αυτή την αγάπη για την επιστήμη και την αφοσίωση στην έρευνα προσπαθεί να «μπολιάσει» και τους γιατρούς και ερευνητές της ομάδας του. Δεν κρύβει μάλιστα τη χαρά του που η ομάδα του περιλαμβάνει τέσσερις ειδικευόμενους γιατρούς από την Ελλάδα, αλλά και επειδή εισπράττει μεγάλο ενδιαφέρον από Ελληνες συναδέλφους του για την έρευνα και τις κυτταρικές θεραπείες. «Είμαι σε επικοινωνία με συναδέλφους από τη χώρα και προσπαθούμε να δημιουργήσουμε το πλαίσιο για όλη αυτή την καινοτομία ώστε να γίνουν κλινικές μελέτες και σε ελληνικά νοσοκομεία, να ωφεληθούν και Ελληνες ασθενείς», λέει.
Ο ίδιος ήθελε να γίνει γιατρός ήδη από τα πρώιμα εφηβικά του χρόνια, παρότι -όπως διευκρινίζει- στην οικογένειά του δεν υπήρχε κανείς στον χώρο της Ιατρικής. Παιδί μεταναστών -οι γονείς του από το Σκουτάρι της Λακωνικής Μάνης και τη Νέα Πέραμο Αττικής έφυγαν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 για το Ανόβερο της Γερμανίας-, αφοσιώθηκε στο σχολείο, έχοντας υψηλές επιδόσεις.
Η ακαδημαϊκή πορεία
Ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του πορεία το 1998 σπουδάζοντας Ιατρική στην Ιατρική Σχολή του Ανόβερου (Hannover Medical School). Στη συνέχεια ειδικεύτηκε στην Αιματολογία και την Ογκολογία σε πανεπιστημιακά κέντρα του Φράιμπουργκ, του Ρέγκενσμπουργκ και του Ερλανγκεν.
Το ενδιαφέρον για την έρευνα πυροδοτήθηκε και από τη διαδρομή της μεγαλύτερης αδελφής του, η οποία, μετά τις σπουδές της στο ΕΜΠ, προχώρησε σε διδακτορικές σπουδές. Ετσι, από το 2008 έως το 2011 ο κ. Μουγιακάκος βρέθηκε στο Karolinska Institute της Στοκχόλμης με υποτροφία της Γερμανικής Εταιρείας Ερευνας (DFG).
Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία ηγήθηκε της ερευνητικής ομάδας Max Eder, χρηματοδοτούμενης από την German Cancer Aid, και ολοκλήρωσε την υφηγεσία του στο Πανεπιστήμιο Friedrich-Alexander του Ερλανγκεν.
Στο Μαγδεμβούργο, εκτός από την ακαδημαϊκή του βάση, βρίσκεται και η οικογενειακή του εστία, καθώς μεγαλώνει με τη σύζυγό του, επίσης γιατρό, τους τρεις γιους τους. Με το βλέμμα στραμμένο πάντα στην έρευνα, δεν ξεχνά τις ρίζες του. Επισκέπτεται όσο πιο συχνά μπορεί με την οικογένειά του την Ελλάδα, και ιδίως το Σκουτάρι της Μάνης, όπου έχουν εγκατασταθεί οι γονείς του μετά από χρόνια εργασίας στη Γερμανία.
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
