Ο Αμαζόνιος δεν ήταν ποτέ μια «παρθένα» ακατοίκητη ζούγκλα, καθώς έχει αποκαλυφθεί ολόκληρο ανθρώπινο δίκτυο με διαμορφωμένα τοπία και οργανωμένες κοινωνίες. Κάτω από τη ζούγκλα κρύβονται χιλιάδες ανεξερεύνητες ιστορίες, σε έναν τόπο που αποτελεί ένα ζωντανό ιστορικό αρχείο της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Το Llanos de Moxos, μια τεράστια τροπική σαβάνα και υγρότοπος στη βόρεια Βολιβία, μοιάζει σαν ένα ασύνδετο μωσαϊκό από δάση και λίμνες με μία πρώτη ματιά, ένας τόπος με υπερυψωμένα αναχώματα, μονοπάτια και ένα πυκνό, διάσπαρτο δίκτυο καναλιών που διατρέχει το έδαφος. Σιγά – σιγά, αντιλαμβάνεται κανείς ότι πρόκειται για ένα οργανωμένο δίκτυο διασταυρούμενων γραμμών, περιφράξεων και δρόμων το οποίο φανερώνει το αποτύπωμα της ανθρώπινης ζωής του παρελθόντος.

Οι αρχαιολογικές έρευνες έχουν αναβαθμιστεί με το σύστημα LiDAR,  το οποίο χαρτογραφεί την περιοχή από αεροπλάνο ή drone μέσω λέιζερ που ανακλώνται από την επιφάνεια της Γης.  Κάποιοι από τους παλμούς διαπερνούν τοv φυλλώδη θόλο του δάσους, φτάνουν στο έδαφος και επιστρέφουν στον αισθητήρα.

Το σύστημα δημιουργεί εξαιρετικά ακριβή τρισδιάστατα μοντέλα του εδάφους. Με αυτόν τον τρόπο, «αφαιρείται» η βλάστηση και φαίνεται για πρώτη φορά ο «θησαυρός» που κρύβεται κάτω από το δάσος του Αμαζονίου, σύμφωνα με ανάλυση στο The Conversation. 

Οι αρχαίοι οικισμοί δεν εμφανίζονται πλέον αμυδρά, αλλά ως ένα ολόκληρο αστικοποιημένο τοπίο. Μεγάλο τμήμα στο νοτιοανατολικό μέρος της περιοχής ανήκε στον πολιτισμό Casarabe, ανθρώπους που εποίκισαν τα πεδινά του Αμαζονίου και κυριάρχησαν μεταξύ 500 μ.Χ. και 1400 μ.Χ.

Αυτοί οι οικισμοί συνδέονται μέσω υπερυψωμένων αναχωμάτων με μικρότερους δευτερεύοντες και τριτογενείς οικισμούς, σε απόσταση αρκετών χιλιομέτρων. Υπάρχουν επίσης ομάδες απομονωμένων αναχωμάτων διάσπαρτων στις πεδιάδες, που πιθανότατα αντιστοιχούσαν σε περιοχές κατοίκησης αγροτών οι οποίοι καλλιεργούσαν τη γη.

Οι οικισμοί περιλαμβάνουν εντυπωσιακή αρχιτεκτονική. Κωνικές πυραμίδες ύψους άνω των 20 μέτρων και κατασκευές που πιθανότατα λειτουργούσαν ως χώροι συγκεντρώσεων για ομιλίες ή τελετές. Αυτές οι δομές είχαν κατασκευαστεί πάνω σε τεχνητές πλατφόρμες που έφταναν έως και 5 μέτρα ύψος. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι όλα αυτά τα «μυστικά» παραμένουν ακόμη κρυμμένα κάτω από το δάσος, αλλά τα νέα τεχνολογικά δεδομένα αποκαλύπτουν το σχήμα, το ύψος και τη διάταξή τους.

Ο όγκος που μετακινήθηκε για την κατασκευή αυτών των έργων θα μπορούσε να συγκριθεί -και σε ορισμένες περιπτώσεις να ξεπεράσει – εκείνο γνωστών μνημείων των Άνδεων, όπως η Akapana στον αρχαιολογικό χώρο Tiwanaku στη Βολιβία.

Ωστόσο, ενώ μνημεία όπως η Akapana περιβάλλονταν από συμπαγείς, πυκνές πόλεις με χιλιάδες κατοίκους, η αντίστοιχη κοινωνία των Casarabe ήταν εντελώς διαφορετική. Υπήρχε διάσπαρτη και χαμηλής πυκνότητας κατοίκηση μέσα σε τεράστιους χώρους δάσους, μια μορφή «τροπικής αστικοποίησης» που αμφισβητεί τις παραδοσιακές αντιλήψεις για την περιοχή που παραδοσιακά θεωρούνταν αραιοκατοικημένη με ελάχιστη ανθρώπινη παρουσία. Συγκρίσεις έχουν γίνει και με άλλες κατασκευές όπως αυτές των Μάγιας στην Κεντρική Αμερική και του ναού Angkor στην Καμπότζη.

Εξίσου σημαντική είναι η συνοχή του συστήματος. Οι οικισμοί σπάνια ήταν απομονωμένοι, αλλά αποτελούσαν μέρος ενός στενά συνδεδεμένου δικτύου με κοινά συστήματα διαχείρισης νερού. Ήταν ένα σχεδιασμένο και συντονισμένο σύστημα, όχι μόνο για κατοίκηση αλλά και για τη ζωή της κοινότητας που εκτεινόταν σε ολόκληρη την περιοχή.

Η κοινωνία Casarabe βασιζόταν σε γεωργία αποστραγγισμένων αγρών. Τα κανάλια είχαν σκαφτεί ώστε να καθιστούν τη γη καλλιεργήσιμη την περίοδο των βροχών. Η βασική καλλιέργεια ήταν το καλαμπόκι, αλλά υπήρχε μεγάλη ποικιλία προϊόντων. Το σύστημα υποστηριζόταν από δεξαμενές που επέτρεπαν τη γεωργία και την πρόσβαση σε νερό κατά τη διάρκεια της ξηρασίας.

Επίσης, αξιοσημείωτο είναι ότι τα κύρια αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και οι ταφές είναι προσανατολισμένα προς τα βορειο-βορειοδυτικά. Αυτό υποδηλώνει ότι η κοινωνία πιθανόν καθοδηγούνταν από κοσμολογικές αντιλήψεις, με ουράνια σώματα ή περιοχές του ουρανού που λειτουργούσαν ως συμβολικά σημεία αναφοράς.

Ο πολιτισμός Casarabe κάλυπτε λιγότερο από το 1% του Αμαζονίου, μιας τεράστιας περιοχής που καταλαμβάνει σχεδόν το μισό της Νότιας Αμερικής. Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, αυτή η περιοχή θεωρούνταν από τους αρχαιολόγους περιοριστικό περιβάλλον για την ανθρώπινη κατοίκηση.

Τα φτωχά εδάφη, το περιορισμένο κυνήγι, οι ακραίες πλημμύρες και οι ξηρασίες ερμηνεύονταν ως παράγοντες που θα περιόριζαν τον πληθυσμό σε μικρές ομάδες νομάδων. Οι μεγάλες οργανωμένες κοινωνίες θεωρούνταν απίθανο να ευδοκιμήσουν σε τέτοιο αφιλόξενο περιβάλλον.

Αυτή η αντίληψη άρχισε να αλλάζει σταδιακά στα τέλη του 20ού αιώνα. Οι αρχαιολόγοι διαπίστωσαν ότι οι λαοί του Αμαζονίου είχαν εξημερώσει φυτά από το τέλος της Εποχής των Παγετώνων, είχαν αναπτύξει μία από τις αρχαιότερες τεχνικές κεραμικής και είχαν δημιουργήσει τεχνητά γόνιμα εδάφη που επέτρεπαν την εκτεταμένη γεωργία.

Παρόμοιες ανακαλύψεις έχουν γίνει και στην κοιλάδα Upano στον Ισημερινό, όπου εντοπίστηκε εκτεταμένο δίκτυο οικισμών και δρόμων με αυστηρό σχεδιασμό.

Τα ερωτήματα που μένουν αναπάντητα είναι συναρπαστικά. Πώς οργανώνονταν πολιτικά αυτές οι κοινωνίες; Πώς επηρεάζονταν από το κλίμα; Υπάρχουν ενδείξεις ότι αλλαγές στο κλίμα, ηφαιστειακή δραστηριότητα ή αλλαγές στο εμπόριο μπορεί να συνέβαλαν στην παρακμή αυτών των κοινωνιών, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι υπάρχουν πολλά ακόμη ανεξερεύνητα πεδία για να αποκρυπτογραφηθούν.