Για «εμπαιγμό» στο ζήτημα των εκταφών και για «μεθοδευμένη προσπάθεια» με σκοπό να καταστεί ατελέσφορη η διαδικασία κάνει λόγο ο σύλλογος ατόμων πληγέντων δυστυχήματος Τεμπών σε ανακοίνωση του.
«Ως συγγενείς θυμάτων, για τα οποία εκκρεμεί ζήτημα εκταφής, προσφύγαμε κατά της επείγουσας Παραγγελίας της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, κ. Αικ. Παπαϊωάννου, για άμεσες εκταφές. Όχι γιατί δεν επιθυμούμε να προχωρήσει η διαδικασία εκταφών και οι απαιτούμενες εξετάσεις για τη διακρίβωση των αιτίων θανάτου, ούτε γιατί “βρίσκουμε διαρκώς αφορμές για καθυστέρηση”, αλλά επειδή είναι ολοφάνερο ότι μας εμπαίζουν και επιδιώκουν να οδηγήσουν σε αδιέξοδο και να καταστήσουν ατελέσφορη την διαδικασία των εκταφών, γεγονός που αποτελεί διαρκή κυβερνητική επιδίωξη, και με την ανεπίτρεπτη συνδρομή συγκεκριμένων εισαγγελέων και δικαστών» τονίζεται από τον σύλλογο ατόμων πληγέντων δυστυχήματος Τεμπών.
«Γνωστοποιήσαμε εμπρόθεσμα τις εξετάσεις που πρέπει να γίνουν, γιατί είναι απολύτως αναγκαίες, προς διακρίβωση των αιτίων του θανάτου 57 συνανθρώπων μας, δηλώσαμε εργαστήρια του εξωτερικού, που μπορούν να τις πραγματοποιήσουν, κι αντ’ αυτού η Παραγγελία της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, κ. Α. Παπαϊωάννου, δεν επιτρέπει την αποστολή δειγμάτων στο εξωτερικό για διενέργεια εξετάσεων, τις οποίες τα εργαστήρια στην Ελλάδα αδυνατούν να διενεργήσουν, ενώ τα αρμόδια Εργαστήρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των Ιατρικών Σχολών ΕΚΠΑ, ΑΠΘ και Πανεπιστημίου Κρήτης εγγράφως γνωστοποίησαν στις εισαγγελικές αρχές ότι οι απαιτούμενες εξετάσεις δεν μπορεί να πραγματοποιηθούν σε αυτά και, συνακόλουθα, στην Ελλάδα» σημειώνεται στο κείμενο.
Όπως αναφέρεται στο κείμενο: «Συν τοις άλλοις, με την ίδια – σε στυλ «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» – εισαγγελική παραγγελία απαγορεύεται να διενεργήσουν δειγματοληψία οι διορισθέντες τεχνικοί σύμβουλοί μας. Η εκταφή για την υποδεικνυόμενη από την εισαγγελεία ταυτοποίηση μέσω DNA και για απλές τοξικολογικές αναλύσεις (κανναβινόλες, αλκαλοειδή της κόκας, βενζοδιαζεπίνες, οπιούχα, αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά και φαρμακευτικές ουσίες) ουδέν δύναται να εισφέρουν στη διερεύνηση των αιτιών της φωτιάς και του συνεπακόλουθου θανάτου των θυμάτων και μάλιστα σε μια διαδικασία ούτως ή άλλως ιδιαίτερα επώδυνη για εμάς τους συγγενείς των θυμάτων.
Μέσα σε αυτό το κλίμα οι νεκροθάφτες της αλήθειας αποκαλύπτονται κάθε μέρα και αποθρασύνονται περισσότερο. Για άλλη μια φορά φανερώνει το πρόσωπο του το εχθρικό κράτος που αντιμετωπίζουμε από την πρώτη στιγμή του εγκλήματος. Το ίδιο κράτος που βάζει συνεχώς εμπόδια για να μην αποκαλυφθεί ότι στηρίζει με νύχια και με δόντια την πολιτική του κέρδους που θυσιάζει την ανθρώπινη ζωή. Ματαιοπονούν… Ο αγώνας μας δε θα σταματήσει. Στηρίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις τα συλλαλητήρια στις 28 Φλεβάρη μαζί με όλους εκείνους που ήταν από την πρώτη στιγμή στο πλευρό μας: Για να μην υπάρξουν άλλα Τέμπη. Η τα κέρδη τους η οι ζωές μας!».
Ένταση στη δίκη για τα βίντεο μετά την απόρριψη του αιτήματος για κλήση του Εφέτη Ανακριτή
Ένταση σημειώθηκε κατά τη δικαστική διαδικασία για την υπόθεση των Τεμπών, που αφορά το βιντεοληπτικό υλικό της εμπορικής αμαξοστοιχίας, μετά την απόρριψη αιτήματος συγγενών θυμάτων για την κλήση προς κατάθεση του Εφέτη Ανακριτή Λάρισας, ,Σωτήρη Μπακαΐμη και της γραμματέως του. Η μήνυση που είχε υποβάλει η Μαρία Καρυστιανού και άλλοι συγγενείς θυμάτων σε βάρος του Εφέτη Ανακριτή κρίθηκε αβάσιμη στην ουσία της από την Αντεισαγγελέα.
Οι συγγενείς είχαν ζητήσει την κλήση τους (και είχαν καταθέσει μήνυση) κατηγορώντας τον ανακριτή ότι δεν συμπεριέλαβε στη δικογραφία κρίσιμα στοιχεία, συγκεκριμένα 683.000 αρχεία ήχου και εικόνας, καθώς και για την καταστροφή βιολογικού υλικού 40 ημέρες μετά το δυστύχημα. Η απόρριψη των αιτημάτων από τις δικαστικές Αρχές έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την πλευρά των συγγενών, οι οποίοι καταγγέλλουν «προσπάθεια συγκάλυψης και βιαστικό κλείσιμο της ανάκρισης».
Την αγανάκτησή της για τη δικαστική διαδικασία, εξέφρασε σε δηλώσεις της η Μαρία Καρυστιανού, κάνοντας λόγο για σοβαρά κενά και απουσίες.
Η κ. Καρυστιανού επανέλαβε, πως από τη διαδικασία απουσιάζουν πρόσωπα-κλειδιά, όπως ο ανακριτής, οι αστυνομικοί της ΔΕΕ και οι εισαγγελικοί λειτουργοί που, όπως τόνισε, είχαν άμεση εμπλοκή με το επίμαχο υλικό. Παράλληλα, επεσήμανε, ότι δεν κλήθηκαν ούτε εκπρόσωποι της εταιρείας που φέρεται να εντόπισε τα βίντεο δύο χρόνια μετά το δυστύχημα. «Πώς είναι δυνατόν να διεξάγεται μια δίκη χωρίς όλους εκείνους που μπορούν να εξηγήσουν, πού κατέληξαν αυτά τα βίντεο;» τόνισε χαρακτηριστικά, χαρακτηρίζοντάς τη διαδικασία «μια δίκη που στερείται ουσίας».
