Παρά την εκτίναξη στην τιμή του πετρελαίου και την ανησυχία για τις επιπτώσεις του πολέμου στην ενέργεια γενικότερα, η τιμή του ψωμιού δεν έχει επηρεαστεί ακόμη
Με αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία παρακολουθούν τις εξελίξεις με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή οι αρτοποιοί του Έβρου, προσπαθώντας να απορροφήσουν για ακόμη μία φορά οι ίδιοι τις αυξήσεις και να μην προβούν σε νέα αύξηση στην τιμή του ψωμιού.
Η τιμή του ψωμιού αυξήθηκε ουσιαστικά δύο φορές τα τελευταία 15 χρόνια: το 2011 και το 2021, με το ξέσπασμα της ενεργειακής κρίσης. Από το 2021 και μετά, η τιμή του απλού λευκού ψωμιού στα αρτοποιεία παρέμεινε σταθερή –παρά το γεγονός ότι το κόστος παραγωγής εκτοξεύτηκε.
Όπως λένε οι αρτοποιοί της περιοχής μας, σε αυτή τη φάση η βασικότερη ανησυχία τους αφορά την τιμή του πετρελαίου. Ένα αρτοποιείο χρειάζεται περίπου 1.000 λίτρα πετρέλαιο το μήνα. Με τις σημερινές αυξήσεις που φτάνουν περίπου τα 30 λεπτά, αυτό μεταφράζεται αμέσως σε αύξηση κόστους 300 ευρώ το μήνα, χωρίς να συνυπολογίζονται τα έξοδα ρεύματος και πρώτων υλών, που επίσης εκτιμάται ότι θα αυξηθούν το επόμενο διάστημα. Οι τελικές αποφάσεις θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια του πολέμου και για πόσο διάστημα θα επηρεάσει τις τιμές σε ενέργεια και πρώτες ύλες. Για την ώρα, οι τιμές παραμένουν σταθερές στα αρτοποιεία του Έβρου, παρά τις δυσκολίες.
Είκοσι χρόνια πριν, ένα κιλό ψωμί στον φούρνο της γειτονιάς κόστιζε 1,30 ευρώ. Σήμερα, το 2026, η τιμή του απλού λευκού ψωμιού, σε αρκετές περιοχές, ξεπερνά τα 3 ευρώ το κιλό. Μιλάμε για αύξηση της τάξης του 140%-160% σε σχέση με το 2006.
Σύμφωνα με το capital.gr, το ίδιο το αλεύρι έχει ανέβει από 30 λεπτά το κιλό το 2006 στα 50 λεπτά σήμερα, αύξηση περίπου 67%. Ωστόσο, αυτό δεν είναι το κύριο πρόβλημα: το αλεύρι συμμετέχει στο τελικό κόστος του ψωμιού σε ποσοστό 15%-20%, άρα οι αυξήσεις του δεν εξηγούν από μόνες τους την άνοδο της τιμής. Αυτό που πραγματικά χτύπησε τον κλάδο ήταν η ενέργεια, ο κατώτατος μισθός και τα κόστη του ψηφιακού μετασχηματισμού.
«Το 2019 πληρώναμε 9 λεπτά ανά κιλοβατώρα», θυμάται η Έλσα Κουκουμέρια, η πρώτη γυναίκα που αναλαμβάνει την προεδρία της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος. «Το 2022 φτάσαμε τα 35 λεπτά – αύξηση σχεδόν 290%. Αυτό ήταν το πιο τρομακτικό πράγμα που έχω ζήσει σε 40 χρόνια στον κλάδο». Σήμερα, με σταθερό τιμολόγιο, η τιμή κυμαίνεται γύρω στα 13 λεπτά – περίπου 44% πάνω από το 2019 και πιθανώς μόνιμα εκεί. Τα αρτοποιεία είναι εξάλλου ενεργοβόρες επιχειρήσεις: τα ψυγεία δουλεύουν 24 ώρες το 24ωρο, 365 μέρες τον χρόνο.
Και όμως οι φούρνοι κλείνουν. Όχι με θόρυβο. Σιωπηλά, ο ένας μετά τον άλλο, στις γειτονιές των ελληνικών πόλεων. Σύμφωνα με στοιχεία του ΓΕΜΗ που επικαλείται η Ομοσπονδία Αρτοποιών Ελλάδος, 800 παραγωγικά αρτοποιεία έχουν κλείσει την τελευταία πενταετία. Μόνο το 2025 εκτιμάται ότι ακόμα 60-70 καταστήματα κατέβασαν ρολά. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της συρρίκνωσης: το 2006 λειτουργούσαν πανελλαδικά 14.400 φούρνοι, σήμερα οι ενεργοί έχουν μειωθεί στους περίπου 12.000.
«Το ένα τρίτο των λουκέτων οφείλεται στη συνταξιοδότηση», εξηγεί η κ. Κουκουμέρια. «Αλλά κανείς δεν αγοράζει πια. Κανείς δεν θέλει να μπει σε αυτή τη δουλειά υπό αυτές τις συνθήκες».
Αν η απουσία διαδόχων είναι το «εσωτερικό» πρόβλημα, ο ανταγωνισμός από τα σημεία έψησης κατεψυγμένου ψωμιού είναι το «εξωτερικό» – και κατά την κ. Κουκουμέρια, το πιο επικίνδυνο.
Τη στιγμή που έκλειναν 800 παραγωγικά αρτοποιεία, άνοιγαν 600 σημεία που ψήνουν κατεψυγμένη ζύμη. Και από το 2015 επιτρέπεται να αποκαλούνται «φούρνοι».
«Όταν μπαίνετε σε έναν φούρνο, μυρίζετε το ψωμί που ψήνεται», λέει. «Όταν μπαίνετε σε ένα κατάστημα που ψήνει κατεψυγμένο ψωμί, η μυρωδιά είναι ακριβώς η ίδια. Εκεί είναι το πρόβλημα». Ο νόμος 3526 του 2007 ορίζει ότι τα σημεία αυτά οφείλουν να αναρτούν ταμπέλα 50-70 εκατοστών που να αναγράφει ότι το ψωμί προέρχεται από κατεψυγμένη ζύμη. «Δεν το έχω δει πουθενά», λέει η πρόεδρος της Ομοσπονδίας στο capital.
Η Ομοσπονδία έχει στείλει επιστολές σε όλους τους βουλευτές όλων των κομμάτων και περιμένει απάντηση και από τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο. Το αίτημα είναι απλό: να μην μπορούν τα σημεία έψησης κατεψυγμένου να φέρουν τον τίτλο «φούρνος».
Για το μέλλον, η κ. Κουκουμέρια δεν τρέφει ψευδαισθήσεις. Αυτό που βίωσε η Ευρώπη τη δεκαετία του ’90 –μαζικά λουκέτα σε μικρά αρτοποιεία, αντικατάστασή τους από βιομηχανικές μονάδες και τώρα μια στροφή πίσω στη βιοτεχνική παραγωγή– είναι ένα σενάριο που η ίδια θεωρεί πιθανό και για την Ελλάδα. Η χώρα μας διατηρεί ακόμα τον υψηλότερο μέσο όρο αρτοποιείων ανά κάτοικο στην Ευρώπη: ένα κατάστημα για κάθε οκτώ άτομα. Ένας αριθμός που συρρικνώνεται σταθερά.
Κική Ηπειρώτου
