Αναμνήσεις ξύπνησαν στον Αριστοτέλη Σαρρηκώστα οι φωτογραφίες από το Σκοπευτήριο της Καισαριανής που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας και αποτελούν ιστορικά ντοκουμέντα για τη χώρα.
Συγκλονιστική περιγραφή Σαρρηκώστα στο iefimerida για την εκτέλεση στην Καισαριανή: Σχηματίστηκε ματωμένο αυλάκι στην άσφαλτο…
Οι 12 φωτογραφίες με τους εκτελεσθέντες κηρύχθηκαν μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού. Σε δήλωσή της, η Λίνα Μενδώνη τόνισε ότι πρόκειται για «εξόχως σημαντικά τεκμήρια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι φωτογραφίες της συλλογής δίνουν ”πρόσωπο” στις ιστορικές μαρτυρίες για το ήθος και τον πατριωτισμό τους, λίγες στιγμές πριν από την εκτέλεσή τους, και γι’ αυτό είναι ανεκτίμητες».
Η συγκλονιστική περιγραφή του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα για την ημέρα της εκτέλεσης στην Καισαριανή
«Με αφορμή την αποκάλυψη αυτών των φωτογραφιών, που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά από τον Βέλγο συλλέκτη, με αντικείμενο την εκτέλεση των 200 Ηρώων στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944, ζωντάνεψαν μέσα μου μνήμες από αυτήν τη δύσκολη περίοδο, που ήμουν παιδί χωρίς πατέρα, με τη μητέρα μου να προσπαθεί να μεγαλώσει τα 6 παιδιά της. Τότε οι άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους από την πείνα. Εκείνο που μας έσωσε εμάς από την πείνα εκείνη την περίοδο ήταν το συσσίτιο του Ερυθρού Σταυρού στο σχολείο της περιοχής. Ένα γάλα σε σκόνη, βέβαια, που μας έδιναν κάθε πρωί, και μία σούπα που μας έδιναν κάθε μεσημέρι. Για εμάς αυτά τα δύο γεύματα ήταν υπερπολύτιμα, αν και στη σούπα ψάχναμε για να βρούμε τα όσπρια. Όμως ήταν κάτι πολύ σημαντικό για εμάς, κάτι που μας κράτησε στη ζωή. Οι εικόνες από εκείνη τη μέρα είναι πολύ ζωντανές μέσα μου.
Εκείνο το πρωί λοιπόν, όπως κάθε πρωί, πήγαμε τα ξαδέρφια μου να πάρουμε το γάλα μας. Τα έπαιρνα εγώ από το χέρι για να πάμε στο σχολείο. Περνάγαμε, δε, ανάμεσα από Γερμανούς στρατιώτες. Όποιος περνούσε από το σημείο τον έδιωχναν, δεν του επέτρεπαν να περάσει. Εμάς όμως, τα παιδιά, μας γνώριζαν με τον καιρό και μας άφηναν. Ειδικά εμένα, επειδή ήμουν ξανθός και είχα σγουρά μαλλιά, πολλοί Γερμανοί στρατιώτες μου έδιναν σοκολάτες και μπισκότα και μου τα έβαζαν στην τσέπη. Εγώ βέβαια ποτέ δεν τα δέχτηκα… Τα ξαδέρφια μου καμιά φορά τα έπαιρναν γιατί πεινούσαν… Εκείνο το πρωί λοιπόν είδαμε τα καμιόνια. Αυτά τα καμιόνια που έχουμε δει τις τελευταίες ημέρες στις φωτογραφίες-ντοκουμέντο.
»Εκείνη τη στιγμή ακούσαμε τραγούδια μέσα από αυτά τα καμιόνια. Και από τα δύο-τρία τελευταία ακουγόταν ο Εθνικός Ύμνος. Αυτό έγινε το πρωί, όταν πηγαίναμε στο σχολείο. Αφού φτάσαμε στο σχολείο και ήπιαμε το γάλα, ήρθαν μετά οι άνθρωποι του Ερυθρού Σταυρού και μας είπαν ότι πρέπει να επιστρέψουμε γρήγορα στο σπίτι μας επειδή κάτι είχαν πληροφορηθεί και φοβόντουσαν μη γίνουν επεισόδια στους δρόμους.
Λίγο αργότερα, αφού πέρασαν δύο ώρες, πήραμε το δρόμο της επιστροφής, από τον ίδιο δρόμο. Τότε η λεωφόρος Εθνικής Αντιστάσεως λεγόταν Βασιλέως Κωνσταντίνου. Φτάνοντας εκεί κοντά στην εκκλησία της Παναγίτσας είδαμε αυτά τα ίδια καμιόνια να κατεβαίνουν προς το κέντρο, προς την Αθήνα, αλλά αυτή τη φορά δεν ακούσαμε ούτε τραγούδια ούτε τον Εθνικό Ύμνο, απλώς είδαμε να στάζουν από πίσω αίματα. Έσταζε αίμα, προχωρούσαν τα καμιόνια και από πίσω έσταζε αίμα.
Όταν είδα αυτό το αίμα, μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα και κατάλαβα ότι τους είχανε πάει στο Σκοπευτήριο. Είχε σχηματιστεί ένα ματωμένο αυλάκι στην άσφαλτο. Πανικοβλήθηκα, δεν σας το κρύβω, και όταν φτάσαμε στο σπίτι το είπα στη μητέρα μου και μου είπε: ”Αχ παιδάκι μου, δεν θα έπρεπε να βλέπεις τέτοια πράγματα”. Δεν ήθελα ποτέ να τα δω αυτά τα πράγματα, απλά συνέβησαν μπροστά μου, γι’ αυτό καταλαβαίνετε ότι η συγκίνηση που ένιωσα βλέποντας αυτές τις φωτογραφίες, αυτά τα αυτοκίνητα που είχα δει εκείνη την ημέρα είναι απερίγραπτη. Και να φανταστείτε ότι αυτό το πράγμα που σας λέω τώρα το έχω γράψει στο προηγούμενο βιβλίο μου πριν από 8 χρόνια και θα το προσθέσω και στο καινούργιο, το οποίο τελειώνει και θα το δώσω προς έκδοση.
Το μόνο που μπορούμε να πούμε για αυτούς τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, γιατί πολλά ακούγονται αυτές τις ημέρες, είναι ότι έδειξαν το μεγαλείο της ψυχής τους μέχρι την τελευταία στιγμή και πήγαιναν στο θάνατο τραγουδώντας για τις ιδέες τους και για την πατρίδα. Αυτοί γνώριζαν πού τους πήγαιναν -εμείς δεν ξέραμε- και τραγουδούσαν. Ύψωσαν το χέρι ψηλά και τραγουδούσαν μπροστά στους Γερμανούς χωρίς φόβο.
Οι 200 εκτελεσθέντες στην Καισαριανή άφησαν τη ζωή τους ως παρακαταθήκη για εμάς τους νεότερους. Θα πρέπει να γνωρίζουμε όλοι μας, μέσα από την πράξη τους, ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται σε κανέναν, η ελευθερία κατακτιέται.
Όσον αφορά στην αξία αυτών των φωτογραφιών. Όταν κάποιος ευσυνείδητος επαγγελματίας φωτορεπόρτερ τραβάει μία φωτογραφία, δεν σκέφτεται ποτέ αν αυτή η φωτογραφία θα είναι κάποια στιγμή ιστορική ή όχι. Η φωτογραφία θα αναδειχθεί αργότερα. Εκείνη τη στιγμή ο επαγγελματίας φωτορεπόρτερ κοιτάει να κάνει σωστά τη δουλειά του. Είναι εντεταλμένος να καταγράψει το γεγονός, είτε του αρέσει είτε δεν του αρέσει.
Εγώ την ημέρα που το τανκς έριξε την πύλη στο Πολυτεχνείο ήθελα να πετάξω τις μηχανές και να μπω μέσα μαζί με τους φοιτητές. Να τους συμπαρασταθώ. Αλλά αυτό το ξέχασα σε μια στιγμή. Θέλω να πω, δηλαδή, ότι συναισθήματα δεν χωράνε όταν κάνεις τη δουλειά σου και καταγράφεις το γεγονός. Και έχω πολλά παραδείγματα από φωτογραφίες επαγγελματιών φωτορεπόρτερ που άλλαξαν τον ρου της Ιστορίας, όπως αυτές από το Βιετνάμ με το καμένο παιδί. Όπως η φωτογραφία από την Αφρική με τον γύπα που αρπάζει το παιδάκι. Ο άνθρωπος που την τράβηξε πήρε το Πούλιτζερ, αλλά στη συνέχεια αυτοκτόνησε.
Η φωτογραφία ως ιστορικό ντοκουμέντο δεν καταγράφεται εκείνη τη στιγμή. Μπορεί να χαρακτηριστεί ιστορικό ντοκουμέντο μετά από 80 χρόνια, μπορεί ενδεχομένως και την επόμενη μέρα. Ανάλογα με τη δύναμη της φωτογραφίας και πάνω από όλα να είναι σωστή, να μην είναι κατασκευασμένη και να μην είναι πειραγμένη με τεχνικά μέσα».
