Η Βούλα Τασούλα, μητέρα του Προέδρου της Δημοκρατίας, είχε γράψει ένα συγκινητικό αφήγημα για την καταστροφή του χωριού της από τα γερμανικά στρατεύματα.
Η «Μικρή Πορεία» δεν έχει εκδοθεί. Κυκλοφορεί μεταξύ των φίλων και της οικογένειας Τασούλα σε λίγα αντίτυπα, ένα εκ των οποίων χάρισε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας στον Αλέξη Τσίπρα, στην πρόσφατη συνάντησή τους.
Ο Στέλιος Κούλογλου ζήτησε να το δημοσιεύσει και ο Πρόεδρος είχε την ευγενή καλοσύνη να παραδώσει στο Tvxs ένα αντίγραφο, με την άδεια της δημοσίευσης.
Στον Τάσο,
στη Μάγδα
και στον Οδυσσέα
Συμβαίνει μερικές φορές να ξυπνούν παραστάσεις της παιδικής ηλικίας με τόση διαύγεια που δεν θέλω να ξεχαστούν τώρα που δεν μένει πολύς καιρός για αναμνήσεις.
Η αρχική επαφή με τον κόσμο ήταν γεμάτη εικόνες και γεγονότα (παραστάσεις) μου μετά έγιναν σύμβολα.
Θυμάμαι που έτρεχα στα δάση, σε μονοπάτια γεμάτα με χρώματα λουλουδιών, έβλεπα βράχους να τους χτυπούν θύελλες, τον ήλιο γεμάτο φως να προβάλει, και να βαδίζει ήσυχα στη Δύση του, τη θολή αντάρα που ανεβαίνει από τη ρεματιά και να τυλίγει ολόκληρο το τοπίο…
Ζούσα τον πόνο των μαστόρων την ώρα του αποχωρισμού στις εξώπορτες, όπου ο μόχθος τους περίμενε στην άλλη άκρη. Η μοίρα των ανθρώπων αυτών ήταν ανάμεσα στη φυγή και το γυρισμό. Η άγονη γη γεμάτη βράχους και λιθάρια δεν έφτανε για τις ανάγκες τους.
Το παράπονο στα χείλια και τα έκπληκτα μάτια των παιδιών που μένουν πίσω προσδοκά και το γυρισμό. Γι’ αυτό και στα τραγούδια τους διακρίνεται η λαχτάρα και η νοσταλγία των ξενιτεμένων για τον τόπο τους.
Παρηγοριά έχει ο θάνατος
Και λησμονιά ο Χάρος
Κι ο ζωντανός ο χωρισμός
Παρηγοριά δεν έχει.
Ήμουν γεμάτη από την αγάπη του Χρήστου Μάντζου, του παππού μου που ποτέ δεν εκδηλώθηκε με λόγια, την έβλεπα όμως στο βλέμμα του και την ένιωθα από τις ορμήνειες του, ανεκτίμητη προσφορά στη ζωή μου αργότερα.
Όλοι τον θεωρούσαν σκληρό και πράγματι γινόταν συχνά, τόσο που προκαλούσε και το φόβο, αλλά εγώ ήξερα πως αυτή ήταν η ασπίδα του, για να κρύψει την ευαισθησία του. Τον αγαπούσα με όλα του τα πρόσωπα, με όλες τις μεταμορφώσεις του, που ήταν συχνές.
Το πέρασμα των Γερμανών στην Κατοχή κατέστρεφε τα σπίτια του χωριού των Ραφταναίων. Ελάχιστα δείγματα με την παλιά μορφή έχουν απομείνει, η φύση όμως έχει το μεγαλείο της. Το φυσικό περιβάλλον έμεινε ανέγγιχτο.
Η κατηφορική πλαγιά, σχεδόν κάθετη, που είναι χτισμένο το χωριό γερμένο στο προσήλιο είναι σκεπασμένη με έλατα, κέδρα, ρείκια, έχοντας απέναντι τον τεράστιο όγκο των Τζουμέρκων (2.469μ.) με τις ατέλειωτες ράχες και τις άβατες κορυφές.
Βουνό επιβλητικό, σχεδόν τραγικό, δεσπόζει στις γύρω περιοχές με απότομες κλίσεις και στέκει σαν στήριγμα και απειλή.
Γι’ αυτό πιστεύω πως τα κτίσματα έγιναν τόσο ταπεινά και χαμηλά, δεν μπορούσαν και δεν θα έπρεπε να ανταγωνιστούν τον όγκο και τη μεγαλοπρέπεια των βουνών. Οι σκεπές είναι χαμηλές, τόσο που νομίζεις πως πλησιάζουν τη γη, για να υποκλιθούν.
Αλλιώτικη είναι εδώ η φύση, γενναία και ορμητική, αντρίκια. Στα πανύψηλα βουνά φωλιάζουν αετοί, δεν υπάρχουν ειδυλλιακά κατατόπια άλλα τραχύτητα και ορμητική ομορφιά.
Στο ίδιο ύψος περίπου με το βουνό, το χωριό σαν συμπλήρωμα του τοπίου περιμένει να σηκωθεί ο ήλιος και να τυλιχτεί στο φως του.
Κάποια μέρα έφτασε στο χωριό το κακό μαντάτο, ήταν πρωί όταν έφτασε. Η καμπάνα του χωριού βραχνή, γρήγορη, άρχισε να χτυπάει…
«Έρχονται οι Γερμανοί», φώναξε κάποιος. Το περιμέναμε. Οι συχνές επιθέσεις των ανταρτών που είχαν φυλάκια στις γύρω ραχούλες, έφεραν τους Γερμανούς ως εκεί και για αντίποινα έκαιγαν τα χωριά μας.
Ο Χρήστος Μάντζος άρπαξε το δίκαννο, γέμισε νευρικά έναν ντρουβά με διάφορα φαγώσιμα, έλυσε τον Νταβέλη, το τσοπανόσκυλο, και την τελευταία στιγμή ξεκρέμασε τη Παναγία από το εικονοστάσι.
«Πρέπει να φύγουμε, να κρυφτούμε».
Η «μαντρανή» (μάνα τρανή) έσμιξε τα δάχτυλά της σε στάση προσευχής.
«Θεούλη μου, να μη σώσουν και φτάσουν ως εδώ».
Η πλαγιά είχε αρχίσει να γεμίζει από ανθρώπους που εγκατέλειπαν τα σπίτια τους, σκυφτούς, γεμάτους πίκρα. Όλη η ζωή του χωριού από όλα τα μονοπάτια πήγαινε προς τη ρεματιά. Μαζί τους ξεκινήσαμε κι εμείς. Δεν κάναμε δέκα δρασκελιές κι ο πάππος φώναξε,
«Τα ζωντανά είναι μέσα».
Γύρισε κι άνοιξε το μαντρί. Ήχησαν τα κουδούνια μελωδικά, το καθένα είχε το δικό του ήχο, για να τα ξεχωρίζουμε. Αυτός άλλωστε ήταν ο προορισμός, για να μη χάνονται.
Κάποτε, μετά από πορεία δύο ωρών με τσουχτερό κρύο, αφού περάσαμε τη ράχη, κατηφορίσαμε προς τη ρεματιά. Περπατούσαμε στη γιδόστρατα ο ένας πίσω από τον άλλο, κατεβήκαμε ένα κρέμασμα ξαφνιάζοντας τις πέρδικες που είχαν κουρνιάσει κάτω από τις φτέρες. Πίσω μας κατρακυλούσαν λιθάρια, ώσπου φτάσαμε ευτυχώς πριν το σούρουπο, για να βρούμε κάποια σπηλιά. Όταν όλη η πλαγιά φεγγοβόλησε από τους προβολείς των Γερμανών. Είχαν φτάσει στο χωριό, το βρήκαν άδειο και έψαχναν να μας βρούνε.
Με την ξαφνική λάμψη ο Νταβέλης που μας είχε ακολουθήσει άρχισε να γαυγίζει, το ίδιο έκανε και όταν άστραφτε.
Ακόμη και τώρα μου είναι δύσκολο να περιγράφω ότι έγινε. Πρώτη φορά το αναφέρω.
Ο πάππος μας ζήτησε να προχωρήσουμε, έμαθα αργότερα πως αναγκάστηκε να εξαφανίσει το σκυλί χωρίς να μας εξηγήσει περισσότερα. Φαντάζομαι πως ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που έκανε στη ζωή του. Όταν μας εξήγησε τι έγινε, δε μπορούσε να μιλήσει, τα χείλη του έτρεμαν. Σε κάποια στιγμή, που ένιωσε πως θα έκλαιγε, προφασίστηκε πως κάτι ζητούσε και μάλιστα επιτακτικά, για να κρύψει τη συγκίνησή του, μη χάσει τη φήμη του σκληρού.
Εκεί κάπου βρέθηκε μια ανήλιαγη σπηλιά από αυτές όπου τα αγρίμια της περιοχής βρίσκουν καταφύγιο στις οργισμένες μέρες του χειμώνα. Περάσαμε μια νύχτα βαριά και ασήκωτη στην κρυψώνα.
Η καμπάνα πάντα… Η καμπάνα, με αυτήν επικοινωνούσαμε. Είχα μάθει να ξεχωρίζω πότε μας προειδοποιεί για ευχάριστο ή όχι γεγονός.
Ο ήχος της γλυκός, τώρα έφτανε μέχρι εκεί, διαφορετικός όμως. Πάντα αλλάζει, στη ράχη που περνάει μέσα από έλατα ακούγεται οξύς, στη ρεματιά με τον αντίλαλο που δημιουργούν οι κλειστές ράχες, ο ήχος της γίνεται παρατεταμένος, γλυκός λες και είναι από διαφορετικό μέταλλο.
Λατρεύω τον ήχο της καμπάνας σ’ αυτό το χωριό, είναι μια πινελιά χαράς, ένα ξάφνιασμα στη μονοτονία, στη μοναξιά.
Πρέπει να είχαν φύγει οι Γερμανοί, ο παπα-Θόδωρος, που είχε μείνει στο χωριό, είχε υποσχεθεί πως, αν επιζούσε, θα μας ανήγγειλε το γεγονός
Πήραμε το δρόμο του γυρισμού, ήταν μια σιωπή, είχαμε παγώσει, δε μίλαγε κανείς. Ήθελα πολλά να πως και κυρίως να μάθω τι είχε συμβεί. Στην παιδική μου ψυχή όλα έπαιρναν διαστάσεις φανταστικές.
Φτάσαμε στη ράχη από όπου φαινόταν το χωριό…
Ήτανε το σπίτι μου εκεί που βγαίνει ο καπνός, δεν μπορεί να κάνω λάθος. Βρίσκεται δίπλα στη μεγάλη καρυδιά κι απέναντι από το καμπαναριό.. Έπιασα το χέρι του παππού μα ήταν χαλαρό, είχε απομείνει ασάλευτος μπρος στην καταστροφή κι όταν συναντήθηκαν οι ματιές μας κατάφερε να μου χαμογελάσει.
«Δεν πειράζει», είπε, «Άνθρωποι τα ‘φτιαξαν. Θα τα ξαναφτιάξουμε. Το καλό είναι που δεν μας πιάσαν».
Πρόσεξα πως εξακολουθούσε να μένει ακουμπισμένος στο δέντρο, η πίκρα και το παράπονο είχαν αλλάξει τη μορφή του, το στόμα του είχε μια κουρασμένη έκφραση. Το κορμί τους όμως ήταν ολόισιο, ίδιο με το μοναχικό έλατο όπου είχε ακουμπήσει.
Κανείς δεν τολμούσε να προχωρήσει, έκανε την αρχή η βάβω.
«Ας μη χασομεράμε, αν φτάσουμε γρήγορα, κάτι μπορούμε να σώσουμε».
Όσο πλησιάζαμε, η μυρωδιά του καπνού μας έπνιγε, κι ακουγόταν ο ήχος μιας γυναικείας φωνής, από κάποια γυναίκα που είχε φτάσει πριν από εμάς. Δεν κατάφερα να ακούσω τι έλεγε, γιατί έκλαιγε με λυγμούς.
Ένιωθα πως η στιγμή που θα αντικρίζαμε και εμείς τη συμφορά πλησίαζε… κάποια στιγμή φτάσαμε.
Η πρώτη εικόνα όταν φτάσαμε δεν ήταν τόσο τραγική, οι τοίχοι που ήταν από πέτρα είχαν διασωθεί. Το σπίτι είχε χτιστεί πριν πολλά χρόνια. Η κατασκευή ήταν γερή και ανθεκτική. Τα αδειανά παράθυρα παντού εφιαλτικά. Σ΄ αυτή που κάποτε καθρεπτιζόταν το ηλιοβασίλεμα. Πρόσεξα πάνω σε ένα δοκάρι, ήταν ακόμα κολλημένο ένα κομμάτι από τη χελιδονοφωλιά. Άραγε θα γυρνούσαν πίσω τα διωγμένα χελιδόνια; Από μέσα όμως δεν έμεινε τίποτε.
Το σπίτι μου με τα πολύχρωμα στρωσίδια στα οποία μου άρεσε να μετρώ τα χρώματα, δεκαοχτώ κόκκινα, τριάντα εννιά πράσινα… τα όμορφα ξύλινα ταβάνια, τα κάτασπρα μπουχαριά. Με την ευωδιά του, που μοσχοβολούσε ρίγανη, δάφνη και θυμάρι που κρέμονταν στις γρεντιές του μαγειρειού -γιατί σε αυτό το δωμάτιο η στέγη στηριζόταν σε χοντρούς κορμούς που γίνονταν από πέτροβα (η στέγη δεν είχε ταβάνι), για να στεγνώσουν, για να τα χρησιμοποιούμε το χειμώνα.
Με το κέντημα στον τοίχο πάνω από την κασέλα, ένα κλαδί που πάνω του κάθονταν πουλιά και με κλωστές έγραφε (ανορθόγραφα), Καλός τιν τιν Άνιξι με τα πολλά λουλούδια.
Και η σαρμανίτσα μου (παιδική κούνια) από σκούρο ξύλο και δύο πόδια κομμένα, έτσι ώστε να λικνίζεται εύκολα, γιατί το κούνημα στη σαρμανίτσα γινόταν με τα πόδια, ώστε να μένουν τα χέρια ελεύθερα για άλλες δουλειές, όπως για παράδειγμα το γνέσιμο και άλλες, (και με τα πόδια κούνα με, και με τα χέρια γνέσε)… ΡΗΜΑΞΕ.
Ρήμαξε, ένα μαύρο κουτί. Είχε απομείνει ο παππούς μου που θεωρούσε όχι γενναίο να κλαίει και σαν το μεγαλύτερο προτέρημα είχε τον αυτοέλεγχο και είπε, «Μεγάλη συμφορά μας βρήκε»
Και τον πήραν τα δάκρυα. Βγήκαμε όλοι έξω σαν κυνηγημένοι.
Η φύσις ένα πανηγύρι. Χρυσός ήταν ο ήλιος, γαλάζιος ο ουρανός, γκρίζα τα βουνά, φως, μυρωδιές, πουλιά, σύννεφα που πηγαινοέρχονταν ρίχνοντας τη σκιά τους στη γη. Μια ανάσταση ο βουνίσιος αέρας, δώρο Θεού, ό,τι φτιάχνουν οι άνθρωποι καταστρέφεται, ό,τι δημιούργησε ο Θεός έμεινε ανέγγιχτο.
Ο παππούς μου ανέκτησε την ψυχραιμία του και με αυστηρό ύφος μας επανέφερε. Τώρα οφείλαμε να προσφέρουμε όλοι μαζί τις δυνάμεις μας να στηθεί το σπίτι πάλι, να ξαναζωντανέψει.
Μας έφερε αμέσως, σφυριά έσυρε από το κατώι τα μεσοκαμμένα ξύλα που κάπνιζαν ακόμα, αυτά που στήριζαν το πάτωμα (γρεντιές) και όλοι μαζί βγάζαμε τα καρφιά, που ήταν εύκολο σχετικά, γιατί είχαν φυράνει από τη φωτιά τα ξύλα. Τα ακουμπούσαμε πάνω σε σκληρά αγκωνάρια, και με σφυριά, ο παππούς κρατούσε τη βαριά, τα ισιώναμε.
Μας πήρε τρεις ώρες αυτή η δουλειά… Αυτή ήταν η αρχή.
Τώρα είχαμε τις πρόκες. Χρειαζόμαστε σανίδια για το πάτωμα και ξύλα για τη στέγη. Οι πλάκες που σκέπαζαν το σπίτι δεν είχαν σπάσει όλες. Διαλέγαμε τις πιο γερές. Δουλεύαμε σαν ομάδα. Ο ένας βοηθούσε τον άλλο.
Εγώ δεν είχα καμία ειδική μεταχείριση ως παιδί. Μάζευα τις πλάκες της σκεπής που δεν είχαν σπάσει, δημιουργώντας μικρούς πύργους με τις γερές αριστερά και τις χαλασμένες δίπλα. Δε θυμάμαι αν τη θεωρούσα παιχνίδι αυτή τη δουλειά και μου άρεσε τόσο πολύ ή αν ένιωθα ότι πραγματικά συνέβαλα σε κάτι τόσο σημαντικό.
Τα εσωτερικά χωρίσματα έγιναν με λάσπη και άχυρο που υπήρχε σε θημωνιές στα αλώνια (τσατμάς) καρφώνοντας πηχάκια ξύλινα σε ορθοστάτη γεμίζοντάς τα με το μίγμα. Κάποια υπηρεσία μας έστειλε ξυλεία, σανίδες.
Με το άγγιγμα των χεριών της η βάβω και με μαγικό τρόπο με χέρια γρήγορα και επιδέξια του έδωσε σιγά σιγά την παλιά του μορφή. Το καθετί εκεί μέσα γινόταν με τα χέρια, με τις πρώτες ύλες, τα στρωσίδια, το ψωμί, τα έπιπλα, τα λυχνάρια, όλα ήταν περασμένα από τα χέρια τους, έτσι που τίποτε δεν του έλειπε και τίποτα δεν περίσσευε.
Με τα μέτρα των ανθρώπων που ήταν ολιγαρκείς, έγινε πάλι χαρούμενο και όμορφο. Δεν ξεχνώ την πρώτη φορά που άναψε το τζάκι στα μαγειρειά και φάγαμε επιτέλους ζεστό φαγητό, αλευρόσουπα με κόκκινο πιπέρι, όλα αυτά υπήρχαν σε μια αποθήκη που τα είχαν μεταφέρει πριν φύγουμε. Για κρεβάτι μου έβαλαν μια φαρδιά ξεριζωμένη πόρτα που ακουμπούσε σε δυο στέρεα κούτσουρα.
Το στρώμα έγινε με ξερά καλαμποκοφύλλα κι ήταν απόλαυση να βουλιάζεις μέσα και να ακούς το θρόισμά τους. Δε μιλούσε κανείς, ο μόνος θόρυβος ήταν το σφύριγμα της φωτιάς. Ποια ευτυχία μπορούσε να μετρηθεί με τη δική μας εκείνη την ώρα;
Άρχισαν ξανά οι παλιές συνήθειες, να ξυπνάμε κάθε μέρα τα ξημερώματα με τον παππού, να βλέπουμε τον ήλιο να προβάλει από τις ρωμαλέες γραμμές των βουνών.
Τα χρόνια που ακολούθησαν πέρασαν γρήγορα με γεγονότα άλλα ευχάριστα, άλλα όχι.
Όταν δεν βρίσκομαι εκεί, είμαι πάντα νοερά και τρέχω με κάθε ευκαιρία, πότε να διορθώσω τη στέγη από τις φθορές από το βαρύ χειμώνα, να κλαδέψω την κληματαριά, να δω την ανατολή και να πιώ το φως της, να ακούσω τις βροντές και τη βοή του αγέρα που απροσδόκητα ξεκινούν από τις κορφές με τόση ορμή, λες και θα τσακίσουν και τους βράχους ακόμα. Να βρεθώ δίπλα σε δυνατούς ανθρώπους που έχουν τη δύναμη και την ταπεινότητα, που πηγάζει από τα άγρια και ψηλά βουνά και που είναι όλοι τους κοντά στο Θεό και στη γης, έτοιμοι πάντα για το χειρότερο. Έτσι έγιναν ζώντας κάτω από το βάρος του ορεινού τοπίου, γεμάτου απειλές, ένα με τη φύση.
Είναι αγάπες που ο χρόνος και η απόσταση τις κάνει πιο δυνατές.
Να νιώσω όλη αυτή τη μαγεία και την πάρω μαζί μου.
Αισθάνομαι πως έχω αφήσει εκεί κάτι που έχει
που με χρειάζεται και το χρειάζομαι.
