website analysis Στο μυαλό του Τραμπ: Γιατί μια σύγκρουση με το Ιράν είναι δίκοπο μαχαίρι – Από τη μία το «ή τώρα ή ποτέ», από την άλλη οι ψηφοφόροι που δεν θέλουν «ξένες περιπέτειες» – Epikairo.gr

Το ενδεχόμενο μιας νέας πολεμικής σύγκρουσης με το Ιράν θέτει τον Ντόναλντ Τραμπ μπροστά σε ένα από τα πιο επικίνδυνα στοιχήματα/διλήμματα της δεύτερης θητείας του, την ώρα που οι Αμερικανοί εμφανίζονται εξαντλημένοι από την πολιτική πόλωση, ανήσυχοι για την οικονομία και ολοένα πιο επιφυλακτικοί απέναντι στις επιλογές του Λευκού Οίκου.
Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί το CNN, το να ξυπνήσουν ένα πρωί οι Αμερικανοί αντιμέτωποι με έναν νέο πόλεμο με το Ιράν, θα είναι ένα σοκ, που ο Ντόναλντ Τραμπ θα προτιμούσε μάλλον να μην προκαλέσει. Μια τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε ένα τεράστιο ρίσκο, για έναν πρόεδρο που κυβερνά μια χώρα εμφανώς κουρασμένη από τις ακρότητές του.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι ανησυχούν συντριπτικά για την οικονομία και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στην κάλυψη βασικών αναγκών, όπως τα τρόφιμα και η στέγαση. Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ ξεκίνησε τη χρονιά, εστιάζοντας σε κάθε τι άλλο, εκτός από αυτά. Προτίμησε να… αναλάβει προσωπικά την ανατροπή του καθεστώτος της Βενεζουέλας, έχει στείλει ομοσπονδιακούς πράκτορες σε μια εκτεταμένη επιχείρηση απελάσεων στη Μινεσότα, που οδήγησε στον θάνατο δύο Αμερικανών πολιτών και έχει επιστρέψει στη ρητορική αμφισβήτησης του εκλογικού συστήματος (σ.σ. εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Ταυτόχρονα, δείχνει να αποκτά ιδιαίτερη… ευχέρεια στη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Κατά τον πρώτο χρόνο της επιστροφής του στην εξουσία, διέταξε πλήγματα σε στόχους στο Ιράν, το Ιράκ, την Υεμένη, τη Συρία, τη Νιγηρία, τη Βενεζουέλα, αλλά και εναντίον φερόμενων σκαφών με ναρκωτικά στον Ειρηνικό και την Καραϊβική. Αυτός είναι και ο λόγος που οι απειλές του προς το Ιράν -τόσο για την καταστολή των διαδηλώσεων όσο και για την αποτροπή επανεκκίνησης του πυρηνικού του προγράμματος- αποκτούν ιδιαίτερο βάρος, καθώς νωρίτερα σήμερα ξεκίνησαν στο Ομάν συνομιλίες ανάμεσα σε αξιωματούχους της Ουάσινγκτον και της Τεχεράνης.
Με τα ποσοστά αποδοχής του να υποχωρούν κάτω από το 40% και με μια χρονιά ενδιάμεσων εκλογών, που ήδη προμηνύεται δύσκολη για τους Ρεπουμπλικανούς, ο Τραμπ καλείται να σταθμίσει την εύθραυστη εσωτερική του θέση απέναντι στα εξαιρετικά περίπλοκα στρατιωτικά διλήμματα που θέτει το Ιράν.
Ο ίδιος θεωρεί ότι η απρόβλεπτη συμπεριφορά του διευρύνει τα περιθώρια διαπραγμάτευσης. Ωστόσο, εν μέσω μιας νέας ιρανικής κρίσης, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διακρίνει κανείς πώς μπορεί να αποσπάσει μια καθαρή και εύκολη νίκη, όπως αυτές που επιθυμεί. Ο Αμερικανός πρόεδρος είναι πεπεισμένος ότι οι μουλάδες του Ιράν θέλουν μια «συμφωνία», για ν’ αποφύγουν το ενδεχόμενο πολέμου με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχει συγκεντρώσει σημαντικές ναυτικές δυνάμεις στην περιοχή και διαθέτει στρατιωτικές επιλογές, ικανές να επιφέρουν σοβαρό πλήγμα.
Αυτή η συγκέντρωση ισχύος έχει προσδώσει μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στη σκληρή διπλωματία που ακολουθεί. Οι Ιρανοί, ωστόσο, ενδέχεται να μην μπορούν να βασιστούν σε μια στιγμή «TACO» («Trump Always Chickens Out» -ήτοι, ο Τραμπ πάντα κάνει πίσω). Η παγκόσμια επιθετικότητα του Αμερικανού προέδρου έχει επιβάλει σαφείς κόκκινες γραμμές. Κατά την πρώτη του θητεία, διέταξε τη δολοφονία του κορυφαίου Ιρανού στρατιωτικού και αξιωματούχου πληροφοριών, Κασέμ Σουλεϊμανί, στο Ιράκ. Στη δεύτερη, έστειλε αμερικανικά βομβαρδιστικά να πλήξουν τις τρεις σημαντικότερες πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν.
Ο Τραμπ έχει επίσης εμπλακεί στην εσωτερική πολιτική του Ιράν περισσότερο από κάθε άλλο πρόεδρο, προειδοποιώντας το κληρικό καθεστώς με αντίποινα, λόγω των συνεχιζόμενων επιθέσεων εναντίον των ίδιων του των πολιτών, έπειτα τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων του Ιανουαρίου, που φέρεται να κόστισε τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους. Με λίγα λόγια, ο Τραμπ έχει επενδύσει τεράστιο προσωπικό και γεωπολιτικό κύρος στη νέα αυτή δοκιμασία ισχύος με την Τεχεράνη.
Το Ιράν εμφανίζεται σήμερα πιο ευάλωτο από ποτέ στη 45χρονη αντιπαράθεσή του με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το μέλλον του επαναστατικού καθεστώτος σκιάζεται από μια κρίση διαδοχής που διαβρώνει την εικόνα της μονιμότητάς του, καθώς ο γηραιός ανώτατος ηγέτης αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ δεν μπορεί να κυβερνά επ’ άπειρον. Παράλληλα, η κρίση πολιτικής νομιμοποίησης βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, με την απόγνωση και την απελπισία να οδηγούν τους πολίτες στους δρόμους λόγω ελλείψεων σε τρόφιμα και νερό και εξαντλητικών οικονομικών συνθηκών. Την ίδια στιγμή, οι περιφερειακοί σύμμαχοι της Τεχεράνης -όπως η Χαμάς στη Γάζα και η Χεζμπολάχ στον Λίβανο- έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά από τους πολέμους με το Ισραήλ.
Αυτός ο συνδυασμός παραγόντων δημιουργεί, για την Ουάσινγκτον, μια λογική βάση υπέρ της ανάληψης στρατιωτικής δράσης. Ίσως να μην υπάρξει καλύτερη στιγμή για την ανατροπή ενός καθεστώτος, που επί δεκαετίες στοιχειώνει την αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή, απειλεί συμμάχους και έχει σκοτώσει πολλούς Αμερικανούς, ιδίως κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ. Το «παράθυρο» αυτό μπορεί να μην παραμείνει ανοιχτό για πολύ και, αν ο Τραμπ και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν κινηθούν τώρα, ενδέχεται να μετανιώσουν για μια χαμένη ευκαιρία.
Αν ο Τραμπ πετύχαινε κάτι που δεν κατάφεραν οι πρόεδροι Κάρτερ, Ρίγκαν, Μπους, Κλίντον, Μπους, Ομπάμα και Μπάιντεν -την ήττα ενός από τους πιο ορκισμένους εχθρούς των ΗΠΑ- θα εξασφάλιζε αδιαμφισβήτητα μια θέση στην Ιστορία. Δεδομένης δε, της εμμονής του με την υστεροφημία, ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι αναμφίβολα δελεαστικό.
Σε μια κυβέρνηση όπου οι περιορισμοί στην προεδρική εξουσία έχουν ουσιαστικά αρθεί, όλα ενδέχεται να εξαρτηθούν από τα ένστικτα του ίδιου του προέδρου. «Οι σημαντικότερες διεργασίες είναι αυτές που λαμβάνουν χώρα στο μυαλό του προέδρου Τραμπ» δήλωσε στο CNN ο ειδικός για το Ιράν, Καρίμ Σατζαντπούρ, από το Carnegie Institute for International Peace. Όπως σημείωσε, ο Τραμπ θεωρεί ότι προηγούμενες ριψοκίνδυνες αποφάσεις του -η αποχώρηση από την πυρηνική συμφωνία το 2018, η δολοφονία του Σουλεϊμανί το 2020 και οι βομβαρδισμοί πυρηνικών εγκαταστάσεων τον περασμένο Ιούνιο- δικαιώθηκαν, καθώς το Ιράν είναι σήμερα πιο αδύναμο και χωρίς ουσιαστική αντιαεροπορική άμυνα.
Ωστόσο, η προοπτική στρατιωτικής δράσης ενέχει πολύ μεγαλύτερους κινδύνους από εκείνους που αντιμετώπισε η Ουάσινγκτον στη Βενεζουέλα. Μια σοβαρή επιχείρηση για την «αποκαθήλωση» του ιρανικού καθεστώτος ή την καταστροφή της στρατιωτικής ισχύος των Φρουρών της Επανάστασης θα απαιτούσε πιθανότατα μια πολυήμερη αεροπορική εκστρατεία. Η προσπάθεια να περιοριστεί η ικανότητα της Τεχεράνης να καταστείλει νέες διαδηλώσεις θα είχε υψηλό κίνδυνο απωλειών αμάχων, καθώς μεγάλο μέρος του μηχανισμού καταστολής βρίσκεται εντός αστικών περιοχών.
Χωρίς το αδιανόητο ενδεχόμενο μιας μεγάλης χερσαίας εισβολής, παραμένει ασαφές πόσο αποτελεσματική θα μπορούσε να είναι μια τέτοια στρατηγική, ιδίως όταν η πρόσφατη καταστολή βασίστηκε σε ωμή βία, σώμα με σώμα, στους δρόμους. Το Ιράν είναι πιο συνεκτικό και λιγότερο διχασμένο θρησκευτικά από το Ιράκ, που διαλύθηκε μετά την αμερικανική εισβολή του 2003. Κανείς, όμως, δεν επιθυμεί να δοκιμάσει τις συνέπειες ενός κενού εξουσίας σε περίπτωση πτώσης της κυβέρνησης, χωρίς σαφή πορεία επιστροφής στη δημοκρατία.
Ένα σύντομο, αιφνιδιαστικό πλήγμα -όπως αυτά που προτιμά ο Τραμπ και που δεν συγκρούονται με το δόγμα «όχι ξένες περιπέτειες» του κινήματος MAGA- ενδέχεται να μην αρκεί για την ανατροπή του καθεστώτος των μουλάδων. Αντίθετα, μια παρατεταμένη στρατιωτική εμπλοκή με αβέβαιες συνέπειες θα δοκίμαζε σκληρά την εμπιστοσύνη των Αμερικανών προς τον πρόεδρό τους και θα μπορούσε να αποβεί καταστροφική για τους Ρεπουμπλικανούς στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Παράλληλα, έχουν εμφανιστεί ενδείξεις ότι οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Κόλπο φοβούνται τις συνέπειες ενός αμερικανικού πλήγματος κατά του Ιράν. Βραχυπρόθεσμα, είναι πιθανές οι πυραυλικές επιθέσεις, ενώ η Τεχεράνη θα μπορούσε να επιχειρήσει να παραλύσει τις πετρελαϊκές υποδομές της περιοχής. Μακροπρόθεσμα, μια παρατεταμένη αστάθεια θα μπορούσε να πλήξει μια περιοχή που προσπαθεί να στραφεί σε νέες προσοδοφόρες δραστηριότητες, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη και ο τουρισμός.
Όλα αυτά ενισχύουν το επιχείρημα υπέρ της απομάκρυνσης από το χείλος του γκρεμού. Ωστόσο, έπειτα από εβδομάδες απειλητικής ρητορικής, μια απόφαση μη επίθεσης θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει στην απώλεια της αξιοπιστίας που ο Τραμπ θεωρεί ότι απέκτησε με τα περσινά πλήγματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις της Τεχεράνης και την αιφνιδιαστική επιχείρηση στη Βενεζουέλα.
Η διπλωματική οδός παραμένει ανοιχτή, αν και οι πιθανότητες επιτυχίας της είναι περιορισμένες. Ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, είχε δηλώσει προ των συνομιλιών στο Ομάν ότι δεν είναι βέβαιο πως μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία, ξεκαθαρίζοντας ότι οι ΗΠΑ θέλουν να συζητήσουν όχι μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, αλλά και τους βαλλιστικούς πυραύλους, τη στήριξη σε τρομοκρατικές οργανώσεις και τη μεταχείριση των πολιτών του.
Σύμφωνα με το CNN, η Τεχεράνη ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το πυρηνικό ζήτημα, κάτι που αφήνει την κυβέρνηση Τραμπ μπροστά στο ενδεχόμενο μιας συμφωνίας παρόμοιας με εκείνη που είχε συνάψει ο Μπαράκ Ομπάμα και την οποία ο ίδιος είχε καταγγείλει. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να κατευνάσει τους κουρασμένους από τον πόλεμο Αμερικανούς ψηφοφόρους, αλλά θα έστελνε μήνυμα υποχώρησης στους αντιπάλους των ΗΠΑ και θα έπληττε το προφίλ ισχύος, που ο Τραμπ επιχειρεί να καλλιεργήσει διεθνώς. 
Και στο τέλος όλων αυτών, στην κατακλείδα, ο ιρανικός λαός, στον οποίο ο Τραμπ υποσχέθηκε στήριξη μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένος υπό τον αδυσώπητο έλεγχο ενός αμείλικτου καθεστώτος, με κάθε ελπίδα για ελευθερία να συνθλίβεται…

Οι υποστηρικτές του Τραμπ δεν βλέπουν με… καλό μάτι το ενδεχόμενο μιας μακράς εμπλοκής των ΗΠΑ στο Ιράν – Κουρασμένοι οι Αμερικανοί ψηφοφόροι από τους πολέμους, παράγοντας κρίσιμος για τον Τραμπ εν όψει ενδιάμεσων εκλογών

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή