Μία συγκλονιστική εκδήλωση, με πρωτοβουλία του Κώστα Αρβανίτη, και τη συμμετοχή συγγενών θυμάτων γυναικοκτονιών
Γονείς Ελένης Τοπαλούδη: «Η Ελένη μας θα ήταν ακόμα άταφη αν δεν μας έδινε χρήματα η γιαγιά της, που τα μάζευε για το γάμο της εγγονής της και τα έδωσε για την κηδεία της»
Η πρωτοβουλία του Κώστα Αρβανίτη να συγκεντρώσει στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο τους συγγενείς θυμάτων γυναικοκτονιών σε μια εκδήλωση με τίτλο «Γυναικοκτονίες 8+1 ιστορίες», γέμισε μια αίθουσα με βαριά δάκρυα και ταυτόχρονα βοήθησε να φωτιστεί σε όλο του το βάθος το φαινόμενο, οι συνέπειες και οι ευθύνες.
Κι αυτό γιατί δεν κάθε συγγενείς (μάνα, πατέρας, κόρη) εκτός από τα κοινά αιτήματα (νομική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία», μέτρα για το victim blaming, φροντίδα οικογενειών, δικαιοσύνη) έφερνε κι ένα προσωπικό αίτημα που απορρέει από την ξεχωριστή περίπτωση της κάθε οικογένειας.
«Είμαι η Ντόρα, η Ελένη, η Γαρυφαλλιά. Κάποτε έκανα όνειρα είμαι η Κυριακή κι έγινα όνομα σε τίτλο ειδήσεων. Είμαι η Ερατώ, είμαι η Πολυξένη, είμαι η Σοφία, μη με αφήσεις να γίνω άλλη μια φωτογραφία». Η εκδήλωση ξεκίνησε με το βίντεο της οργάνωσης «Γίνε άνθρωπος» η πρόεδρος της οποίας εξήγησε στη συνέχεια πως δημιουργήθηκε για να ενώσει τους συγγενείς των θυμάτων μετά τη δολοφονία της Γαρυφαλλιάς.
Εκτός από τους συγγενείς μίλησαν οι : Ξένη Δημητρίου, Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επί τιμή, Έλενα Κουντουρά, Ευρωβουλεύτρια ΣΥΡΙΖΑ, Μέλος της Επιτροπής FEMM, Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, Καθηγήτρια Εγκληματολογίας, Πρόεδρος του ΜΚΟ «Γίνε Άνθρωπος», Μαρία Ρεπούση, Ιστορικός, Διευθύντρια Ινστιτούτου Νίκος Πουλατζάς και Φωτεινή Λαμπρίδη, δημοσιογράφος TVXS.
Τον λόγο πήρε και η Ελεονώρα Μελέτη, ευρωβουλεύτρια της ΝΔ, η οποία με δάκρυα στα μάτια υπογράμμισε πως είναι εκεί ως γυναίκα, μητέρα και θύμα έμφυλης βίας, για να γίνει η φωνή των θυμάτων.
Ανοίγοντας την εκδήλωση ο Κώστας Αρβανίτης υπογράμμισε πως αυτή η εκδήλωση δεν είναι σαν τις άλλες και πως στόχος της είναι να προωθηθεί το αίτημα για αναγνωρίσει του όρου «γυναικοκτονία» από την ΕΕ και την πρόληψη. «Η πολιτική πρέπει να δώσει λύσεις τώρα. Θέλω να είμαι σαφής: η Ευρώπη που υπερασπιζόμαστε δεν μπορεί να ανέχεται τη διαιώνιση πατριαρχικών στερεοτύπων και έμφυλων ανισοτήτων. Η βία κατά των γυναικών δεν είναι προσωπικό ζήτημα. Δεν είναι γυναικείο μόνο μας αφορά όλους και όλα».
ΓΟΝΕΙΣ ΕΛΕΝΗΣ ΤΟΠΑΛΟΥΔΗ
«Χρειαζόμαστε μία πραγματικά ανεξάρτητη δικαιοσύνη όχι δικαιοσύνη της πολιτικής και των πολιτικών μία δικαιοσύνη ακηδεμόνευτη όχι να λειτουργεί κάθε φορά κατά το δοκούν και να εκτροχιάζεται. Η δικαιοσύνη δεν έχει πόδια όλοι εμείς πρέπει να τη σηκώσουμε στους ώμους μας όπως έγραψε και ο μεγάλος συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης» τόνισε ο πατέρας της Ελένης Γιάννης.
Η Ελένη μας θα ήταν ακόμα άταφη αν δεν μας έδινε χρήματα η γιαγιά Ελένη που τα μάζευε για το γάμο της εγγονής της και τα έδωσε για την κηδεία της.
Τα τελευταία λόγια του παιδιού μας, της Ελένης μας, πριν την πετάξουν στη θάλασσα ήταν “θα σας βρει ο πατέρας μου”. Ποιος γονιός θα μπορούσε να ζήσει αν κάθε μέρα κάθε ώρα κάθε στιγμή είχε τη σκέψεις του τα τελευταία αυτά λόγια του παιδιού του;».
Η μητέρα της Ελένης Κ. Αρμουτίδου πρόσθεσε: «Η κόρη μας υπέστη όλες τις μορφές βίας. Και αυτό δεν το λέμε για να σοκάρουμε. Το λέμε γιατί αυτή η αλήθεια συχνά κόβεται σε κομμάτια για να αντέχεται. Όταν όμως κόβεις την αλήθεια, χάνεις την ουσία.
Η υπόθεση της Ελένης δεν ήταν ένα “ακραίο περιστατικό’. Ήταν η κατάληξη μιας βίας που η κοινωνία μας δεν ξέρει να βλέπει ως ενιαία, ως κλιμακούμενη, ως θανάσιμη. Καμία μορφή βίας κατά των γυναικών δεν αντιμετωπίζεται ως άμεσος κίνδυνος για τη ζωή τους. Ούτε η σεξουαλική. Ούτε η σωματική. Ούτε η ψυχολογική.»
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΚΟΥ – Μητέρα Γαρυφαλλιάς Ψαρράκου
Η μητέρα της Γαρυφαλλιάς που δολοφονήθηκε από τον σύντροφο της στην Φολέγανδρο υπογράμμισε πως:
«Η κόρη μου πέθανε μόνη. Μετά, επιχείρησε να παρουσιάσει τη δολοφονία της ως ατύχημα. Και από εκείνη τη στιγμή και μετά, ξεκίνησε κάτι ακόμη. Μια δεύτερη δολοφονία. Όχι του σώματός της. Της μνήμης της. Γιατί αντί να σταθούμε απέναντι στο έγκλημα, αρχίσαμε να ρωτάμε το θύμα.
«Γιατί δεν έφυγε;» «Γιατί δεν κατήγγειλε;», «Γιατί μπλέκουν με τέτοιους άντρες;» Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι αθώες. Μεταφέρουν την ευθύνη από τον δράστη στο θύμα.
Από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητώ κάτι συγκεκριμένο:
επένδυση στην πρόληψη από την παιδική ηλικία,
δεσμευτικά εκπαιδευτικά προγράμματα για την ισότητα,
αξιολόγηση των δράσεων που χρηματοδοτούνται,
και μηχανισμούς έγκαιρης παρέμβασης πριν η βία γίνει μη αναστρέψιμη.
Γιατί αν συνεχίσουμε να μιλάμε μόνο μετά τη δολοφονία, έχουμε ήδη αποτύχει. Μετά τη δολοφονία της κόρης μου, το κράτος ήταν απόν. Όχι μόνο σε επίπεδο στήριξης.
Αλλά σε επίπεδο κατανόησης. Δεν υπήρξε ψυχολογική ή ψυχιατρική φροντίδα για την οικογένεια. Δεν υπήρξε κοινωνικός λειτουργός. Δεν υπήρξε θεσμική καθοδήγηση. Δεν υπήρξε καμία οργανωμένη κρατική απάντηση».
ΕΛΕΝΗ ΚΡΕΜΑΣΤΙΩΤΗ – Μητέρα Ερατούς Μανωκέλλη
«Βρίσκομαι εδώ ως μητέρα. Και ως γιαγιά» είπε η μητέρα της Ερατούς που υπογράμμισε ότι ο χωρισμός δεν προστάτευσε την κόρη της.
«Θέλω να σταθούμε εδώ. Γιατί συχνά λέμε στις γυναίκες “φύγε”. Η κόρη μου έφυγε. Και αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο σημείο της ζωής της. Ο χωρισμός δεν λειτούργησε ως προστασία.
Λειτούργησε ως συναγερμός που κανείς δεν άκουσε.
Και εδώ αποκαλύπτεται ένα τεράστιο κενό του συστήματος. Το κράτος θεωρεί ότι όταν μια γυναίκα χωρίσει, τελείωσε ο κίνδυνος. Η πραγματικότητα λέει το αντίθετο. Η πιο επικίνδυνη στιγμή για μια γυναίκα είναι όταν προσπαθεί να φύγει.
Κανένας μηχανισμός δεν ενεργοποιήθηκε. Καμία επιτήρηση. Καμία πρόβλεψη. Καμία προστασία. Και ας μιλήσουμε και για το όπλο. Το όπλο δεν βρέθηκε τυχαία εκεί. Ήταν νόμιμο. Υπήρχε. Και χρησιμοποιήθηκε. Κανείς δεν έλεγξε αν έπρεπε να το έχει.
Κανείς δεν αναρωτήθηκε αν ένας άνθρωπος σε διάσταση, σε ένταση, σε ρήξη, πρέπει να έχει πρόσβαση σε όπλο….
Το κράτος θεώρησε αυτονόητο ότι η γιαγιά θα τα καταφέρει. Έτσι μετατράπηκα από μητέρα που πενθεί σε γονιό ξανά. Χωρίς βοήθεια. Χωρίς πλαίσιο. Χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Το όπλο δεν σκότωσε μόνο του. Κάποιο σύστημα του επέτρεψε να υπάρχει εκεί. Η κόρη μου δολοφονήθηκε στο σπίτι της. Στον χώρο που υποτίθεται ότι είναι καταφύγιο….. Χρειαζόμαστε ευρωπαϊκές πολιτικές που να προστατεύουν τις γυναίκες όταν φεύγουν. Που να αφαιρούν όπλα όταν υπάρχει ρήξη και απειλή.
Και που να αναγνωρίζουν τα παιδιά των δολοφονημένων γυναικών ως παιδιά που χρειάζονται σταθερή φροντίδα, όχι φιλανθρωπία.»
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΛΛΕΑ – Μητέρα Κυριακής Γρίβα
«Η κόρη μου δεν βρέθηκε τυχαία σε λάθος μέρος. Πήγε εκεί που της μάθαμε να πηγαίνει για να προστατευτεί. Πήγε στο κράτος. Η Κυριακή φοβόταν. Δεν είχε απλώς ανησυχία. Είχε φόβο. Και βρήκε το κουράγιο να το φωνάξει δυνατά. Πήγε σε αστυνομικό τμήμα. Μίλησε. Ζήτησε προστασία» είπε η μητέρα της Κυριακής Γρίβα.
«Το προσωπικό ήταν παρόν. Το κτίριο ήταν παρόν. Αλλά η προστασία απούσα.Η Κυριακή έφυγε από το τμήμα όπως μπήκε: μόνη. Χωρίς συνοδεία. Χωρίς μέτρα. Χωρίς σχέδιο. Χωρίς καμία αξιολόγηση.Δολοφονήθηκε έξω από το αστυνομικό τμήμα.
Μετά τη δολοφονία της Κυριακής, μας είπαν πολλά. Μας είπαν ότι ‘δεν υπήρχε καταγγελία’. Μας είπαν ότι ‘δεν υπήρχε ένταλμα’. Μας είπαν ότι ‘δεν προβλέπεται’. Αλλά εγώ ρωτώ: Τι προβλέπεται για μια γυναίκα που ζητά βοήθεια και το κράτος της λέει να φύγει; Τι προβλέπεται όταν η αστυνομική αδράνεια σκοτώνει;»
Στην εξαιρετική της τοποθέτηση η Ξένη Δημητρίου, Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επί τιμή, υπογράμμισε πως «Οι κοινωνίες που αποφεύγουν να ονομάσουν γυναικοκτονίες υποκρύπτουν ανοχή στην έμφυλη βία».
Έκανε λόγο για τις επείγουσες συστάσεις της GREVIO για τη συμμόρφωση της Ελλάδας στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. «Το ’26 η GREVIO θα ελέγξει την Ελλάδα και φοβάμαι ότι στους λίγους μήνες που απομένουν δεν θα γίνουν πολλά πράγματα» είπε και πρόσθεσε πως η GRENIO βλέπει με καχυποψία τον νόμο για τη συνεπιμέλεια.
«Καλέσαμε δικαστές και αστυνομικούς να τους εκπαιδεύσουμε. Η απάντηση ήταν εμείς εκπαιδεύουμε δεν εκπαιδευόμαστε» είπε για να τονίσει την απροθυμία των αρχών να εκπαιδευτούν ενώ χαρακτήρισε την εφαρμογή του ήδη υπάρχοντος πλαισίου «άδειο πουκάμισο».
Η δρ Κέλλυ Ιωάννου Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Ιδρύτρια της οργάνωση «Γίνε Άνθρωπος» που ήταν συνδιοργανώτρια της εκδήλωσης τόνισε μεταξύ άλλων πως:
«Η γυναικοκτονία δεν είναι ξαφνική. Είναι προβλέψιμη. Όχι επειδή οι γυναίκες «δεν έφυγαν», αλλά επειδή ο δράστης δεν σταμάτησε. Και δεν σταμάτησε, γιατί κανένας θεσμός δεν του έβαλε όρια.
Ως εγκληματολόγος, μελετώ όχι το περιστατικό, αλλά το μοτίβο. Και τα μοτίβα είναι εξοργιστικά σταθερά: η κλιμάκωση έχει δείκτες, οι δείκτες είναι γνωστοί,και το κράτος τους αγνοεί. Δεν υπάρχει «απρόβλεπτη» γυναικοκτονία. Υπάρχει αχαρτογράφητη.
Στην Ελλάδα όταν μια γυναίκα αναφέρεται στην ψηφιακή παρακολούθηση, συχνά την αποθαρρύνουν να καταγγείλει, η αστυνομία δεν έχει εκπαίδευση, ούτε εργαλεία, ούτε προσωπικό, δεν υπάρχει διαδικασία άμεσης αφαίρεσης πρόσβασης του δράστη στις συσκευές της, δεν υπάρχει εξειδικευμένη υπηρεσία για ψηφιακή βία, τα περιστατικά δεν ταξινομούνται ως προειδοποιητικά για σωματική βία. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη έκφανση της άγνοιας του συστήματος: Η ψηφιακή βία δεν θεωρείται βία υψηλού κινδύνου.»
