Μέχρι τώρα δεν είχα καταλάβει ποτέ πραγματικά την αλτουσεριανή έννοια του υπερκαθορισμού. Για πολλούς από εμάς που δεν κολλήσαμε ποτέ το μικρόβιο του γαλλικού μαρξισμού και του μεταστρουκτουραλισμού, ο υπερκαθορισμός είναι μια μάλλον απλή έννοια.
Ένα μπαλόνι γεμάτο με νερό πέφτει από το μπαλκόνι του πέμπτου ορόφου κι εγώ βρίσκομαι από κάτω και το σπάω με ένα μεγάλο ρόπαλο λίγο πριν σκάσει στο πεζοδρόμιο. Το μπαλόνι θα είχε σπάσει ακόμη κι αν δεν ήμουν εκεί, επομένως το τέλος του ήταν υπερκαθορισμένο. Στον Αλτουσέρ κατά κάποιον τρόπο υπονοείται ότι συμβαίνει κάτι πολύ βαθύτερο.
Με την πτώση του Στάρμερ αρχίζω να πιάνω το νόημα. Εμπλέκονται πάρα πολλοί παράγοντες. Ορισμένοι είναι προσωπικοί. Κέρδισε τις εκλογές για την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος μετά τον Κόρμπιν βασιζόμενος σε μια, σε γενικές γραμμές, κεντροαριστερή πλατφόρμα, υποσχόμενος να διατηρήσει πολλές από τις αριστερές πολιτικές του Κόρμπιν.
Αυτές ωστόσο εγκαταλείφθηκαν πολύ γρήγορα μετά την εκλογή του: οι φιλόδοξες επενδύσεις στην πράσινη τεχνολογία, η ρήξη με τον ζουρλομανδύα των δημοσιονομικών κανόνων των Συντηρητικών, μια πιο φιλελεύθερη και βασισμένη στα δικαιώματα προσέγγιση για τη μετανάστευση και πολλά άλλα.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το θέσουμε: ο Στάρμερ κέρδισε τη μάχη για την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος με δόλιο τρόπο. Όχι το καλύτερο ξεκίνημα για έναν ηγέτη που ήθελε να κριθεί για την ακεραιότητά του.
Παρά ταύτα, η ελκυστικότητά του ενόψει των εθνικών εκλογών του 2024 βασιζόταν κυρίως στην προσδοκία για σταθερότητα και σοβαρότητα μετά από δεκατέσσερα χρόνια κακοδιαχείρισης των Τόρις – έξι πρωθυπουργοί σε οκτώ χρόνια, 14 χρόνια λιτότητας, πτώση των μισθών για τους περισσότερους εργαζόμενους, περικοπές στην τοπική αυτοδιοίκηση, διαφθορά και μια αλαζονική προσέγγιση στην πολιτική διαδικασία.
Και φυσικά, η καταστροφή του Brexit, η οποία όχι μόνο είχε επιζήμια επίδραση στην οικονομία, αλλά οδήγησε και σε υψηλά επίπεδα τοξικότητας στην πολιτική και την κοινωνία.
Διαβάστε: Βρετανία / Γιατί άλλαξε έξι πρωθυπουργούς μέσα σε δέκα χρόνια
Η πρωθυπουργία του ξεκίνησε άσχημα, καθώς ήρθαν στο φως μια σειρά από διαρροές για δώρα που είχε δεχτεί από πλούσιους χρηματοδότες του Εργατικού Κόμματος. Αν και τίποτα από όλα αυτά δεν συγκρινόταν σε σοβαρότητα με τα όσα συνέβαιναν επί των Τόρις, εντούτοις είχαν αντίκτυπο σε έναν νέο πρωθυπουργό που υποστήριζε ότι η κυβέρνησή του θα ήταν πολύ διαφορετική σε αυτό το ζήτημα.
Ενάμιση χρόνο αργότερα, ο διορισμός του Λόρδου Μάντελσον (του πολιτικού «διαχειριστή» του Τόνι Μπλερ και στενού φίλου του Επστάιν) ως πρεσβευτή στις ΗΠΑ αποτέλεσε ένα πολύ πιο σοβαρό πλήγμα στην εικόνα που υπήρχε για την πολιτική αντίληψη του Στάρμερ.
Σε κάθε περίπτωση, η σοβαρότητα από μόνη της δεν αρκούσε για να αντιστραφεί η μακρά παρακμή του Ηνωμένου Βασιλείου. Δυστυχώς, μετά τη νίκη του στις εκλογές του 2024 που του εξασφάλισε μια τεράστια πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν την κάτω βόλτα με απίστευτη ταχύτητα. Και αυτό παρόλο που η πραγματική ανάπτυξη ήταν υψηλότερη από τον μέσο όρο του G7, αυξήθηκαν οι δαπάνες για το σύστημα υγείας και η μετανάστευση άρχισε να μειώνεται.
Γιατί, όπως διαπίστωσε και η Ελλάδα, μια ελαφρώς υψηλότερη ανάπτυξη από τους εταίρους σου (ένας χαμηλός πήχης) δεν αρκεί για να πειστούν οι άνθρωποι ότι έρχονται καλύτερες μέρες.
Μια τέτοια ανάπτυξη, σε συνδυασμό με την υπόσχεση να μην αυξηθούν οι φόροι στους πλούσιους, θέτει αυστηρούς περιορισμούς στο τι μπορεί να γίνει που να μπορεί να κάνει διαφορά στις ζωές της πλειοψηφίας των ανθρώπων.
Αν προσθέσουμε σε αυτό τη μείωση από την κυβέρνηση στις δαπάνες θέρμανσης για τους ηλικιωμένους συνταξιούχους και το γεγονός ότι αρχικά διατήρησε την πολιτική τον Τόρις να μην υπάρχει επίδομα παιδιού μετά το 2ο παιδί (κάτι που θεωρείται ευρέως ως σημαντικός παράγοντας για τον αριθμό των παιδιών που ζουν σε συνθήκες φτώχειας), προκειμένου να παραμείνει εντός των δημοσιονομικών κανόνων των Συντηρητικών, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς την ταχύτητα με την οποία οι Εργατικοί σπατάλησαν το αρχικό πολιτικό τους κεφάλαιο.
Εδώ υπάρχει και ένα ευρύτερο και βαθύτερο δομικό ζήτημα: η ελπίδα των σοσιαλδημοκρατών ότι μπορούν να βασιστούν στην ανάπτυξη για να προσφέρουν αναδιανομή –στηρίζοντας τη δική τους βάση χωρίς να βλάπτουν εκείνους της ανώτερης μεσαίας και της ανώτερης τάξης– δεν είναι πλέον ρεαλιστική.
Επιπλέον, όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού απλώς δεν πιστεύουν ότι μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να βελτιώσει το βιοτικό τους επίπεδο σε σημαντικό βαθμό.
Το γεγονός ότι μια από τις «επιτυχίες» του που προαναφέρθηκαν είναι η μείωση της μετανάστευσης λέει πολλά για ένα άλλο χάος που η κυβέρνηση των Εργατικών αδυνατούσε να αντιμετωπίσει.
Το Εργατικό Κόμμα διοικείται παραδοσιακά από τη δεξιά του πτέρυγα –με ακραία περίπτωση τις κυβερνήσεις Μπλερ– ενισχυμένο από το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα και την πεποίθηση ότι δεν ήταν ποτέ πιθανό να υπάρξει απειλή από τα Αριστερά, είτε εντός είτε εκτός του κόμματος.
Ο Στάρμερ ήταν ιδιαίτερα αμείλικτος στη διαγραφή μελών της Αριστεράς εντός του κόμματός του –ακόμα και ο Κεν Λόουτς καρατομήθηκε – και στη συμμαχία με το μπλοκ των Μπλερικών. Πίστευε ότι η μόνη απειλή σε μελλοντικές εκλογές προερχόταν από τα δεξιά, δηλαδή το Reform του Φάρατζ.
Ως εκ τούτου, ακολούθησε αντιμεταναστευτικές πολιτικές με αρκετό ενθουσιασμό, λέγοντας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να γίνει ένα «νησί ξένων» και δείχνοντας βίντεο με αστυνομικές επιδρομές σε «παράνομους» μετανάστες.
Ταυτόχρονα, ο Στάρμερ, αν και πρώην δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υποστήριξε τη γενοκτονία του Ισραήλ, αποφάνθηκε ότι το φιλοπαλαιστινιακό δίκτυο “Palestinian Action” ήταν τρομοκρατική οργάνωση παρόμοια με το ISIS και έδωσε αυξημένες εξουσίες στην αστυνομία.
Περιττό να πούμε ότι αυτή η προσέγγιση λειτούργησε απλώς υπέρ της νομιμοποίησης και της ενίσχυσης του κόμματος Reform.
Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν ένα απίστευτο επίτευγμα –η ταυτόχρονη άνοδος του Reform και των Πρασίνων– που έφερε τους Εργατικούς στην τρίτη θέση στις δημοσκοπήσεις και οδήγησε σε ένα εκλογικό Βατερλό στις τοπικές εκλογές του Μαΐου.
Από την αρχή υπήρχαν αμφιβολίες για το αν ο Στάρμερ είχε κάποιο όραμα για το που θέλει να βρίσκεται η Βρετανία μεσοπρόθεσμα. Φαινόταν να πιστεύει, παρά τις αποδείξεις για το αντίθετο, ότι οι βρετανικοί θεσμοί ήταν κατά βάση υγιείς και ότι μια «σωστή» διακυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει τα πράγματα καλύτερα.
Η ιδέα ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του City του Λονδίνου κυριαρχούσαν στη βρετανική οικονομία, με κόστος τη μείωση των πραγματικών επενδύσεων στην παραγωγική οικονομία και τις τεράστιες περιφερειακές ανισότητες της Βρετανίας, ήταν εντελώς ξένη προς την κοσμοθεωρία του.
Η κυβέρνηση έπρεπε να καλοπιάνει τόσο το City, όσο και τις αγορές ομολόγων, οι οποίες θεωρούνταν ότι είναι εχθρικές απέναντι στον δανεισμό για κάθε είδους επενδύσεις, ακόμη κι αν μπορούσε να αποδειχθεί ότι αυτές θα οδηγούσαν σε υψηλότερη ανάπτυξη στο μέλλον.
Το Εργατικό Κόμμα δεν είχε ποτέ την έμφυτη τάση να επιδίδεται σε θεωρητικές αναλύσεις για τη φύση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών προβλημάτων. Στη δεκαετία του 1970, αυτή η αδυναμία κατανόησης της συγκυρίας οδήγησε στην παρακμή της σοσιαλδημοκρατίας και στην άνοδο του νεοφιλελευθερισμού.
Πενήντα χρόνια αργότερα, μια άλλη οικονομική κρίση οδηγεί στην περιθωριοποίηση της σοσιαλδημοκρατίας, σχεδόν παντού. Η Σοσιαλδημοκρατία φαίνεται να πιστεύει ότι ένα αφήγημα και μια στρατηγική μπορούν να προωθηθούν με βάση το μοντέλο ενός σούπερ μάρκετ: δημοσιονομικοί κανόνες και ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες από το νεοφιλελεύθερο ράφι, μερικές περισσότερες κοινωνικές δαπάνες από το παραδοσιακό σοσιαλδημοκρατικό ράφι, χωρίς να ξεχνάμε και μερικά ψιλοπράγματα από το νέο πράσινο ράφι. Δεν πρόκειται να λειτουργήσει.
Είναι απίθανο να λειτουργήσει και για τον Άντι Μπέρναμ, τον πρώην δήμαρχο του Μάντσεστερ, ο οποίος είναι πιθανό να είναι ο επόμενος πρωθυπουργός της Βρετανίας.
Νεότερος, καλύτερος επικοινωνιακά, με εμπειρία στην τοπική αυτοδιοίκηση, παρουσιάζεται ως μια πιο αριστερή επιλογή και πιο κοντά στον απλό κόσμο. Δύσκολα μπορεί να τα πάει χειρότερα από τον Στάρμερ.
Όμως οι προκλήσεις είναι τεράστιες: ένα τοξικό κλίμα που υποστηρίζεται από έναν σκληρό δεξιό Τύπο, ένα ισχυρό μπλοκ χρηματοπιστωτικών και διεθνώς προσανατολισμένων επιχειρηματικών συμφερόντων, αντιμεταναστευτικές ταραχές, φθίνον βιοτικό επίπεδο, δημόσιες υπηρεσίες και τοπική αυτοδιοίκηση που στερούνται πόρων, ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που υποεπενδύουν συνεχώς, και μια τεράστια ανισότητα στις προοπτικές μεταξύ ενός εύπορου Νοτιοανατολικού τμήματος και της υπόλοιπης χώρας.
Αυτή η λίστα, που κάθε άλλο παρά εξαντλητική είναι, δείχνει ότι τα προβλήματα είναι δομικής φύσης.
Ακόμη και με έναν νέο ηγέτη που θα εμπνέει περισσότερο, ένα κόμμα του οποίου οι βουλευτές κυριαρχούνται από άτομα που εμπλέκονται συνεχώς με οργανώσεις λόμπι είναι απίθανο να μπορέσει να αντιμετωπίσει τέτοια δομικά προβλήματα.
Είναι μάλιστα απίθανο οι Εργατικοί να μπορέσουν να ξεκινήσουν μια ιδεολογική αντεπίθεση, για παράδειγμα, στα ζητήματα των φόρων και της μετανάστευσης, κάτι που θα αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη μιας εναλλακτικής στρατηγικής.
Το αν το αποτέλεσμα θα είναι η συνέχιση της στροφής προς την ακροδεξιά ή αν οι Πράσινοι μπορούν να γίνουν μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση, μένει να φανεί. Το αποτέλεσμα θα έχει επιπτώσεις για την Αριστερά στην υπόλοιπη Ευρώπη.
