Δύο πράγματα εντυπωσιάζουν στην συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα ο Αλέξης Τσίπρας στον Νίκο Χατζηνικολάου. Το πρώτο είναι η άψογη σκηνοθεσία της (ή μάλλον η άκρως «επαγγελματική» ανακατασκευή του πορτρέτου του πρώην πρωθυπουργού)· το δεύτερο είναι η κρυστάλλινη σαφήνεια του πρώην αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ σε ό,τι αφορά το τι σκοπεύει να κάνει στο άμεσο μέλλον.

Προφανώς, αυτά τα δύο σχετίζονται μεταξύ τους. Η σαφήνεια του Τσίπρα δεν ήταν μόνο το αποτέλεσμα μιας πολύ μεθοδικής προετοιμασίας, αλλά και η συνέπεια μιας αριστοτεχνικής εστίασης στο  π ρ ό σ ω π ό  του. Πολύ λίγος χρόνος αφιερώθηκε για να συζητηθούν δύσκολα, προγραμματικής φύσεως θέματα, και πολύ περισσότερος για να δοθούν καθησυχαστικές εξηγήσεις και να φιλοτεχνηθεί το προφίλ του ώριμου πολιτικού.

Υπάρχει βέβαια και ένα τρίτο στοιχείο, για το οποίο θα συζητήσουμε αναλυτικότερα παρακάτω, αλλά ας σημειώσουμε εδώ το εξής: η δημόσια παρέμβαση του Τσίπρα σε κανάλι εθνικής εμβέλειας έρχεται στην πιο πρόσφορη για τον ίδιο στιγμή, δηλαδή όταν καταλαβαίνει πια και ο πιο αφελής ότι το επιτελικό κράτος του Μητσοτάκη δεν είναι παρά ένας «Gangsta’s Paradise». Τυχαίο; Μπορεί, αλλά δεν το νομίζω.

Το ότι ένας καθεστωτικός δημοσιογράφος, που δεν ήταν και δεν είναι ιδιαίτερα φιλικός στην Αριστερά, αποφασίζει (ή δέχεται) να προβάλει έναν πολιτικό της αντίπερα όχθης, πλέκοντας, πρώτα από όλα, το εγκώμιό του στο  η θ ι κ ό  επίπεδο είναι πολύ ενδιαφέρον.

Διότι δεν είναι τυχαίο ότι για τον Τσίπρα κλήθηκαν να μιλήσουν ο αρχιεπίσκοπος, ένας πτέραρχος της πολεμικής αεροπορίας και δύο ηθοποιοί, που μας διαβεβαίωσαν εμφατικά ότι πρόκειται για έναν πολύ ειλικρινή, «ίσιο», συμπονετικό άνθρωπο, που έχει ταυτόχρονα πολύ θάρρος και αγαπάει την Ελλάδα.

Δεν αποκλείεται να το πιστεύουν μέχρι κεραίας. Όμως, και πάλι δεν είναι τυχαία η επιλογή των προσώπων μέσω των οποίων αποκαθαίρεται των αμαρτιών του ο Τσίπρας, που ως πολιτικός κατηγορείται από τους αντιπάλους του για ανειλικρίνεια, ασυνέπεια λόγων και έργων και απόλυτη προσήλωση στην προσωπική του ατζέντα.

Όποιοι παρακολούθησαν από κοντά και από μέσα τα όσα διαδραματίσθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια γνωρίζουν την αλήθεια. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τις εκλογές το 2019, ο Τσίπρας αποφάσισε να απαλλαγεί οριστικά από την ενοχλητική αντιπολίτευση της «Ομπρέλας», μετατρέποντας το κόμμα σε έναν χυλό καιροσκόπων και «παραγόντων», με τον ίδιο απόλυτο κυρίαρχο και περίπου ισόβιο αρχηγό.

Με αυτό το στρατήγημα επιχείρησε να μετακινήσει τον ΣΥΡΙΖΑ προς το Κέντρο και να προσελκύσει το ΠΑΣΟΚ, στο οποίο επεφύλασσε τον ρόλο της «συμπληρωματικής δύναμης» που θα αντικαθιστούσε τους ΑΝΕΛ. Αλλά το σχέδιο αυτό δεν καρποφόρησε, γιατί έχασε (πάλι) τις εκλογές το 2023 και το ΠΑΣΟΚ δεν δελεάστηκε από το δέλεαρ της απλής αναλογικής. Κι έτσι, φθάσαμε στην παραίτηση από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ, που στην ουσία ήταν αναπόφευκτη μετά από τόσες διαψεύσεις και τόσες ήττες.

«Έξις, δευτέρα φύσις», λένε. Παραιτούμενος από την αρχηγία του ΣΥΡΙΖΑ, ο Τσίπρας δεν σταμάτησε να επεξεργάζεται σενάρια επιστροφής του, επιχειρώντας πρώτα να αναδείξει μια αναλώσιμη (τύποις) ηγεσία, που θα ακολουθούσε κατά γράμμα τις εντολές του μέχρι να βρει τον τρόπο να επανέλθει νικητής και τροπαιοφόρος.

Αλλά και εδώ σκάλωσε το ζήτημα, γιατί η υποψήφια της προτίμησής του, η Έφη Αχτσιόγλου, είχε, όπως φαίνεται, τις δικές της φιλοδοξίες. Με δραματικό τρόπο, καταλήξαμε λοιπόν στο σουρεαλιστικό σενάριο του Κασσελάκη, δηλαδή το σενάριο του «πρώτου τυχόντα», και την απόσχιση της ομάδας Αχτσιόγλου-Χαρίτση-Τσακαλώτου, που δημιούργησαν τη Νέα Αριστερά.

Έκτοτε, και μέχρι να ξεκινήσει τη σταυροφορία της «Ιθάκης», ο Τσίπρας κινήθηκε στο λυκόφως, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει υποστήριξη από διάφορα εκδοτικά συγκροτήματα και παράγοντες της αγοράς. Όταν όμως ήρθε η κατάλληλη στιγμή, δηλαδή όταν έγινε φανερό ότι ο εναπομείνας ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά δεν έχουν εκτόπισμα στο εκλογικό σώμα, αναδύθηκε ξανά στην επιφάνεια.

Η πορεία του Αλέξη Τσίπρα δεν περιγράφει έναν ειλικρινή, «ίσιο» και συμπονετικό άνθρωπο που νοιάζεται πραγματικά για όσα τραβάει η κοινωνία, αλλά έναν φιλόδοξο και ψυχρό «επαγγελματία» πολιτικό, που δεν εννοεί να καταλάβει ότι ηττήθηκε λόγω των δικών του λαθών και διαρκώς εξυφαίνει σενάρια ενός θριαμβευτικού comeback.

Παρ’ όλα αυτά, ένας κυνικός (ή μάλλον τελείως απελπισμένος) συνομιλητής μας θα μπορούσε εδώ να πει το εξής: σύμφωνοι, ο Τσίπρας είναι αυτός που είναι, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν είναι σαν τον Μητσοτάκη και δεν αποκλείεται μέσα στον οίστρο του για την εξουσία να διορθώσει και ένα-δυο κακώς κείμενα. Αυτούς που ψηφίζουμε δεν τους παντρευόμαστε κιόλας!

Αυτό το επιχείρημα είναι σαθρό εκ θεμελίων. Διότι (κι αυτό είναι το τρίτο στοιχείο που υπαινίχθηκα παραπάνω), ο rebranded Τσίπρας δεν έχει ούτε βάθος, ούτε πάθος. Αντίθετα, παρακινούμενος από τους «τεχνικούς» και τους τεχνοκράτες που τον περιβάλλουν, υιοθετεί άκριτα μια τακτική, που θυμίζει έντονα το ΠΑΣΟΚ της πρώιμης μεταπολιτευτικής περιόδου.

Όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν υποχώρησε τότε στις πιέσεις να επανασυστήσει την Ένωση Κέντρου και (μετά) να συμπήξει μια συμμαχία με την Αριστερά, έτσι και τώρα ο επίδοξος Αρχηγός οραματίζεται έναν «χώρο» ΙΧ, που δεν περιέχει άλλους, εκτός από αυτούς που θα επιλέξει ο ίδιος.

Το πρόβλημα με τέτοιους «χώρους» είναι ότι συνήθως εξελίσσονται σε φυτώρια καιροσκόπων, που όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, αλλάζουν σαν χαμαιλέοντες. Ας σκεφθούμε μόνο τι ήταν κάποτε και πως κατέληξε τελικά το ΠΑΣΟΚ …

Η διάγνωση του Τσίπρα ότι το ΠΑΣΟΚ (και πολύ περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ) θα χάσουν μετά βεβαιότητος στις προσεχείς εκλογές είναι επώδυνα σωστή. Άλλωστε, με ποιον θα συνέπραττε άραγε ο Ανδρουλάκης αν  κέρδιζε τον Μητσοτάκη «με μία ψήφο διαφορά»; Σε αυτό ακριβώς στηρίζεται ο ωμός εκβιασμός του εκλογικού σώματος: ψηφίστε «Ιθάκη» για να επανέλθουμε σε ένα ωραίο δικομματικό σύστημα και να επιστρέψουμε στην κανονικότητα.

Πρόκειται για μια κανονικότητα που δεν αφορά τον μέσο Έλληνα πολίτη και δεν έχει σχέση με τη ζοφερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα εν μέσω μεγάλων γεωπολιτικών προκλήσεων. Αυτές οι συνθήκες απαιτούν μια αυθεντική, πληθυντική και ανανεωμένη Αριστερά, μια Αριστερά που της περισσεύει το πάθος για δικαιοσύνη και το πάθος για ζωή.

Η ανασυγκρότηση μιας τέτοιας Αριστεράς δεν καμία απολύτως σχέση με το εγχείρημα Τσίπρα. Και απαιτεί, όχι μόνο να βάλουν όλοι, από τον ΣΥΡΙΖΑ έως τη Νέα Αριστερά και το ΜΕΡΑ25, λίγο νερό στο κρασί τους, αλλά και να κάνουν όσοι μπορούν ό,τι επιβάλλεται.

Δυστυχώς, το ΚΚΕ αυτό-εξαιρείται από αυτή τη διαδικασία, παρά το γεγονός ότι αρκετές από τις εκτιμήσεις του έχουν επιβεβαιωθεί και παρ’ ότι εκεί συγκεντρώνεται ακόμη ένας κρίσιμος αριθμός αριστερών και ένα σημαντικό ποσοστό νεολαίας. Αλλά, πέρα από αυτά, υπάρχει επίσης ένας σημαντικός αριθμός δημοκρατικών πολιτών και μυαλωμένων ανθρώπων, που βλέπουν ξεκάθαρα το τι πρέπει να γίνει. Κι αυτοί οι άνθρωποι δεν ανήκουν κατ’ ανάγκη στα υπάρχοντα κόμματα.

Όπως ο Τσίπρας σχεδιάζει να εκτοπίσει το ΠΑΣΟΚ από τη δεύτερη θέση στο πολιτικό σκηνικό, έτσι και μια (στοιχειωδώς) συνεννοημένη Αριστερά θα πρέπει να απομυθοποιήσει το αφήγημα της «Ιθάκης».

Όμως, ας μη γελιόμαστε. Αν θα προκύψει κάτι ουσιαστικό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από «τη βάση». Όχι αυτή που υπαινίσσεται ο Τσίπρας έχοντας στο μυαλό του τον Χατζηνικολάου και τον Μαρινάκη, αλλά αυτή που βιώνει τη βαρβαρότητα του συστήματος καθημερινά.

Το αναμασάνε πολλοί (μεταξύ αυτών και ο Τσίπρας), αλλά λίγοι το έχουν κατανοήσει σε βάθος: People have the power. Κι αυτό δεν είναι ευφημισμός, ούτε ο τίτλος ενός τραγουδιού, που το παίζουμε ξανά και ξανά οδηγώντας αμέριμνοι στην πασχαλινή εξοχή …