website analysis Σολομός / Μια περιβαλλοντική και υγειονομική καταστροφή – Epikairo.gr

Μια μέρα, οι μελλοντικές γενιές ίσως θα εκπλαγούν από την μανία που μας ωθούσε να καταναλώνουμε κάθε χρόνο τόνους σολομού. Θα αναρωτηθούν κυρίως πώς μπορέσαμε να αφήσουμε να συνεχιστεί για τόσο καιρό μια καταστροφή που ήταν ταυτόχρονα οικολογική, κοινωνική και υγειονομική. Γιατί, για να απολαύσουμε με ηρεμία αυτό το φαγητό στα πιάτα των γιορτών μας, πρέπει να γνωρίζουμε το πραγματικό του κόστος.

Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό Science έφερε στο φως την έκταση της μόλυνσης των ψαριών, ιδίως των σολομών, από ρύπους.

Τον Νοέμβριο, μια σειρά ντοκιμαντέρ που μεταδόθηκε από το δημόσιο κανάλι της Νορβηγίας προκάλεσε επίσης μεγάλο σάλο: αποκάλυψε παράνομες εξαγωγές προς την Ευρώπη ψαριών με ανοιχτές πληγές και δερματικές βλάβες, τα οποία θεωρούνται ακατάλληλα για κατανάλωση.

Η εκθετική αύξηση της εκτροφής σολομού σε χώρες όπως η Σκωτία, η Νορβηγία και η Χιλή έχει μετατρέψει τον σολομό σε ένα από τα πιο βιομηχανοποιημένα τρόφιμα της παγκόσμιας αγοράς, με βαρύ περιβαλλοντικό, υγειονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα, όπως τεκμηριώνει ο δημιουργός ντοκιμαντέρ Μαξίμ Καρσέλ.

Στη Γαλλία, που αποτελεί τον πρώτο καταναλωτή σολομού στην Ευρώπη και τον τέταρτο παγκοσμίως γράφει η εφημερίδα Liberation, οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί: μόνο το 2024 αγοράστηκαν σχεδόν 28.000 τόνοι φρέσκου σολομού και πάνω από 15.000 τόνοι καπνιστού, σύμφωνα με το Υπουργείο Γεωργίας.

Η συντριπτική πλειονότητα (98%) του σολομού που καταναλώνεται στη Γαλλία προέρχεται από εκτροφεία, ενώ παγκοσμίως το 2021 εκτράφηκαν τρία εκατομμύρια τόνοι, δηλαδή περίπου 600 εκατομμύρια ζώα, σύμφωνα με την ΜΚΟ Seastemik.

Ο Καρσέλ επισημαίνει ότι ο άγριος σολομός έχει πλέον καταστεί σπάνιο είδος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Βρετάνη, όπου η αλιεία σολομού έχει ανασταλεί για το 2025, αποτέλεσμα της υπεραλίευσης, της κλιματικής αλλαγής αλλά και των μεθόδων παραγωγής σολομού εκτροφής που επηρεάζουν αρνητικά τους άγριους πληθυσμούς.

Στον πυρήνα του συστήματος κυριαρχεί η Νορβηγία, η οποία είναι ο παγκόσμιος ηγέτης στην παραγωγή, όμως μεγάλες μονάδες λειτουργούν επίσης στη Σκωτία, την Ιρλανδία, τη Χιλή, την Τασμανία, αλλά και σε περιοχές που θεωρούνται εγγενώς ακατάλληλες για τέτοιες δραστηριότητες, όπως ο Περσικός Κόλπος και η Ναμίμπια.

Αυτό δείχνει την έκταση της βιομηχανίας και το πώς επεκτείνεται ακόμη και σε οικοσυστήματα που δεν έχουν φυσική σχέση με τον σολομό.

Ο Καρσέλ περιγράφει τον σολομό ως ζώο που βιολογικά χρειάζεται μεγάλο εύρος κίνησης και μεταναστεύσεις σε ανοιχτές θάλασσες, αλλά στις βιομηχανικές φάρμες κρατείται σε εξαιρετικά περιορισμένους, πυκνοκατοικημένους κλωβούς.

Η κρίσιμη παράμετρος, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι οι συνθήκες αυτές παραμένουν αόρατες στο κοινό: τα εκτροφεία βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και οι καταναλωτές δεν βλέπουν ποτέ τον συνωστισμό και τις σχετικές κακοποιητικές πρακτικές.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον υπερπληθυσμού εξαπλώνονται ταχύτατα ασθένειες και παράσιτα. Ο Καρσέλ στέκεται ιδιαίτερα στην «ψείρα της θάλασσας», ένα παράσιτο που προσκολλάται στα ψάρια, πολλαπλασιάζεται σε τεράστιους αριθμούς και κατατρώει το δέρμα, τη γνάθο, τα μάτια και ακόμη και τους μύες των σολομών.

Για την καταπολέμησή της, χρησιμοποιούνται φυτοφάρμακα, ορισμένα από τα οποία είναι απαγορευμένα στην Ευρώπη· τα χημικά αυτά διαχέονται στο θαλάσσιο περιβάλλον, πλήττουν τη θαλάσσια ζωή και μειώνουν τη βιοποικιλότητα. Παράλληλα, τα ίδια αυτά φυτοφάρμακα ανιχνεύονται στη σάρκα των ψαριών, δηλαδή καταλήγουν στον οργανισμό των καταναλωτών.

Η Νορβηγία έχει υιοθετήσει μια ενδιάμεση «ζωντανή» λύση: την χρήση των λεγόμενων ψαριών καθαρισμού, των λούμπεν, που τρέφονται με τις ψείρες της θάλασσας. Όμως αυτή η πρακτική οδηγεί σε εξάντληση των αποθεμάτων των λούμπεν και φαινόμενα κανιβαλισμού μεταξύ τους, αποκαλύπτοντας ένα ακόμη επίπεδο οικολογικής και ηθικής στρέβλωσης.

Ένα νεότερο μοντέλο που κερδίζει έδαφος είναι οι υδατοκαλλιέργειες στην ξηρά, σε γιγάντια ενυδρεία κλειστού κυκλώματος. Τα συστήματα αυτά δεν απαιτούν χρήση φυτοφαρμάκων και περιορίζουν τις επιπτώσεις στο θαλάσσιο οικοσύστημα, όμως, όπως τονίζει ο Καρσέλ, απαιτούν τεράστιες ποσότητες νερού και ενέργειας, δημιουργώντας ένα άλλο είδος περιβαλλοντικού κόστους.

Κεντρικό επιχείρημα των επικριτών είναι ο τρόπος με τον οποίο τρέφεται ο σολομός. Ως σαρκοφάγο είδος, χρειάζεται ζωική πρωτεΐνη, η οποία στις φάρμες παρέχεται μέσω αλεύρων από άγρια ψάρια. Εκτιμάται ότι απαιτούνται περίπου δύο κιλά ψαρόσπορου –και συνεπώς δύο κιλά άγριου ψαριού– για να παραχθεί ένα κιλό σολομού εκτροφής.

Για την παραγωγή αυτών των αλευριών, τεράστιες τράτες οργώνουν τον βυθό ανοιχτά της Γκάμπια, της Μαυριτανίας και της Σενεγάλης, αφαιρώντας ζωτικούς πόρους από τις τοπικές κοινότητες και καταστρέφοντας παράκτια οικοσυστήματα και την τοπική αλιευτική οικονομία.

Ο Καρσέλ συνδέει ευθέως αυτή την εξαγωγή πρώτης ύλης για τις ευρωπαϊκές και ασιατικές ιχθυοκαλλιέργειες με την αποσταθεροποίηση των τοπικών κοινωνιών σε χώρες της Δυτικής Αφρικής.

Προκειμένου να μειωθεί η πίεση στα αποθέματα άγριων ψαριών, οι βιομηχανίες ζωοτροφών ενσωματώνουν όλο και περισσότερο σόγια, συχνά γενετικά τροποποιημένη και καλλιεργημένη στη Βραζιλία με εκτεταμένη χρήση φυτοφαρμάκων, γεγονός που τροφοδοτεί την αποψίλωση των τροπικών δασών.

Άλλοι παραγωγοί στρέφονται στο κριλ της Ανταρκτικής, μικροσκοπικούς οργανισμούς κρίσιμους για την δέσμευση CO₂ και βασική τροφή για φώκιες και φάλαινες. Με αυτό τον τρόπο, η κατανάλωση σολομού συνδέεται έμμεσα με την αποδυνάμωση ενός από τα κεντρικά θαλάσσια οικοσυστήματα του πλανήτη.

Ακόμη και ο βιολογικός σολομός δεν διαφεύγει της κριτικής. Σύμφωνα με τον Καρσέλ, κι αυτός τρέφεται με ζωικά άλευρα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πιθανή παρουσία ρύπων στην τροφική αλυσίδα. Αν και οι αποστάσεις μεταξύ των κλωβών είναι συνήθως μεγαλύτερες, εξακολουθούν να υπάρχουν εκροές αποβλήτων στους φυσικούς κόλπους και φιόρδ όπου εγκαθίστανται τα εκτροφεία, με τοπικές περιβαλλοντικές συνέπειες.

Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και η διαφυγή ψαριών από τις φάρμες. Κατά τη διάρκεια καταιγίδων ή τεχνικών αστοχιών, οι εγκαταστάσεις μπορεί να σπάσουν, απελευθερώνοντας χιλιάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες σολομούς εκτροφής στο φυσικό περιβάλλον.

Εμβληματική περίπτωση είναι το περιστατικό του 2017 στην πολιτεία Ουάσιγκτον στις ΗΠΑ, όπου δραπέτευσαν πάνω από 300.000 ψάρια από μια μόνο μονάδα. Οι σολομοί εκτροφής μπορούν να ζευγαρώσουν με άγριους πληθυσμούς, δημιουργώντας υβριδικά άτομα που συχνά δεν είναι βιώσιμα ή δεν έχουν τις απαραίτητες προσαρμογές για επιβίωση, συμβάλλοντας έτσι στην κατάρρευση μιας γενιάς ή ακόμη και στην ευρύτερη εξαφάνιση πληθυσμών σολομού.

Σε επίπεδο δημόσιας υγείας, ο Καρσέλ θυμίζει μια μελέτη του 2006, η οποία έδειξε ότι ο σολομός ήταν μολυσμένος με διάφορους ρύπους, γεγονός που οδήγησε τις νορβηγικές αρχές να συστήσουν στους πολίτες να μην καταναλώνουν σολομό πάνω από δύο φορές την εβδομάδα.

Έκτοτε, η κατανάλωση σολομού μειώθηκε αισθητά στη Νορβηγία, την ίδια χώρα που παραμένει ο βασικός παγκόσμιος παραγωγός. Ο Καρσέλ υπογραμμίζει μάλιστα ότι οι ίδιοι οι παραγωγοί σολομού δεν είναι οι πιο ένθερμοι καταναλωτές του προϊόντος τους, στοιχείο που αξιοποιεί ως ένδειξη δυσπιστίας απέναντι στην ποιότητα και την ασφάλεια του παραγόμενου ψαριού.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω παραδείγματα –από την απαγόρευση αλιείας στη Βρετάνη και τις διαφυγές εκατοντάδων χιλιάδων ψαριών στην Ουάσιγκτον, έως την εξάντληση των λούμπεν στη Νορβηγία και την αφαίμαξη των ιχθυαποθεμάτων στη Δυτική Αφρική– ο Μαξίμ Καρσέλ καταλήγει σε μια σαφή θέση:

προτείνει να σταματήσουμε να τρώμε σολομό και να αποκαλύψουμε στους καταναλωτές τα προβλήματα που κρύβονται πίσω από την εικόνα ενός «υγιεινού» και προσιτού ψαριού, ώστε να περιοριστεί ριζικά η σημερινή, αχαλίνωτη κατανάλωση.