website analysis Σιφναίος: «Η προστασία του FSRU Αλεξανδρούπολης είναι σε μεγάλο βαθμό και ευθύνη της Πολιτείας» – Epikairo.gr

Για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων ασύμμετρων και υβριδικών κινδύνων, λόγω της  γεωστρατηγικά ευαίσθητης θέσης της υποδομής, μιλά ο Διευθύνων Σύμβουλος της Gastrade
Εντείνονται οι συζητήσεις για το δεύτερο FSRU, με στήριξη από το κράτος και κατ’ επέκταση, μέσω ευρωπαϊκών πόρων

«Μια ενδεχόμενη υβριδική απειλή (σ.σ. στο FSRU Αλεξανδρούπολης) δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά από έναν ιδιωτικό φορέα, όσα μέτρα και εάν έχει λάβει για να περιορίσει ή να αποτρέψει τον κίνδυνο» σημειώνει σε συνέντευξή του στο insider.gr  ο Διευθύνων Σύμβουλος της Gastrade Κωνσταντίνος Σιφναίος, σε μία περίοδο, όπου η ενεργειακή ασφάλεια επαναπροσδιορίζεται στον μέγιστο βαθμό, εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων στην ευρύτερη περιοχή.

Ερωτηθείς για τo FSRU Αλεξανδρούπολης, το οποίο αποτελεί μια στρατηγική υποδομή σε μια ευαίσθητη γεωγραφικά και γεωστρατηγικά περιοχή, και για το πώς προστατεύονται τέτοιες υποδομές έναντι μιας ενδεχόμενης υβριδικής απειλής, ο κ. Σιφναίος υπογράμμισε:

«Εμείς υλοποιούμε τις επενδύσεις και τις αξιοποιούμε με το βέλτιστο δυνατό τρόπο ώστε να αποφέρουν τα μέγιστα για την κοινωνία, την οικονομία, την ενεργειακή ασφάλεια και την αναβάθμιση του γεωστρατηγικού ρόλου της χώρας μας. Η προστασία όμως μιας υποδομής όπως είναι το FSRU Αλεξανδρούπολης έναντι ασύμμετρων και υβριδικών κινδύνων είναι σε μεγάλο βαθμό και ευθύνη της Πολιτείας.

Το θέμα της ασφάλειας, ιδιαίτερα μάλιστα λόγω της χωροθέτησης του σταθμού αλλά και της στρατηγικής που υπηρετεί, πρέπει να αντιμετωπίζεται με ευαισθησία από την πλευρά του κράτους. Ένας ιδιώτης μπορεί και πρέπει να συνεργαστεί με την Πολιτεία και τις Αρχές και να εφαρμόσει κάποια βασικά μέτρα πρόληψης και προστασίας στο βαθμό που υπάρχουν διαθέσιμες οι σχετικές εφαρμογές. Δεν μπορεί όμως να διαθέτει μέσα επιτήρησης και αποτροπής όπως σκάφη του λιμενικού ή στρατιωτικούς μηχανισμούς ασφάλειας. Αυτό είναι ζήτημα Εθνικής Ασφάλειας και πολιτικής. Μια ενδεχόμενη υβριδική απειλή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά από έναν ιδιωτικό φορέα, όσα μέτρα και εάν έχει λάβει για να περιορίσει ή να αποτρέψει τον κίνδυνο. Απαιτεί συνδρομή της Πολιτείας και φυσικά διαρκή εγρήγορση».

Το στοίχημα του δεύτερου FSRU στη Θράκη  

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Gastrade περιγράφει τη βαθιά μεταβολή που συντελέστηκε μετά το 2022, τις προοπτικές της αγοράς LNG και τον στρατηγικό σχεδιασμό για ένα δεύτερο πλωτό τερματικό στη Θράκη.

Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά, «από το 2022 και μετά, το παιχνίδι έχει αλλάξει εντελώς», υπογραμμίζοντας ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν βασίζεται πλέον σε μία κυρίαρχη πηγή, αλλά στη διαφοροποίηση προμηθευτών, υποδομών και διαδρομών ενέργειας.

Ο ίδιος τονίζει ότι η σταδιακή κατάργηση του ρωσικού φυσικού αερίου δημιουργεί ένα σημαντικό κενό εφοδιασμού, το οποίο —όπως εξηγεί— «πρέπει να καλυφθεί από υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG)», ενώ υπογραμμίζει πως η ζήτηση για LNG αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια σε ολόκληρη την περιοχή. Παράλληλα, αναφέρεται στον ρόλο των νέων υποδομών, τονίζοντας ότι η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί επενδύσεις και ενίσχυση των διασυνδέσεων, ενώ επισημαίνει ότι η ανταγωνιστικότητα παραμένει κρίσιμος παράγοντας για την εξασφάλιση συμβάσεων και τη στήριξη της χρηματοδότησης.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο στρατηγικό σχέδιο για ένα δεύτερο πλωτό τερματικό LNG στη Θράκη, η επενδυτική απόφαση για το οποίο αναμένεται μέσα στο 2026, τονίζοντας ότι «η λύση ενός δεύτερου τερματικού LNG στη Θράκη υπερέχει των εναλλακτικών επιλογών», καθώς συνδυάζει τεχνογνωσία, υφιστάμενη υποδομή και κομβική γεωγραφική θέση κοντά στους εξαγωγικούς άξονες της περιοχής. Όπως εξηγεί, η γειτνίαση με το υφιστάμενο τερματικό δημιουργεί σημαντικές συνέργειες, λειτουργική ευελιξία και υψηλή επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, ενώ ενισχύει τον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου για τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η ζήτηση στην περιφερειακή αγορά είναι υπαρκτή και ότι η νέα υποδομή θα στηρίξει τον εξαγωγικό προσανατολισμό της χώρας, αξιοποιώντας τη δυναμικότητα που ήδη έχει αναπτυχθεί.

Τέλος, σχετικά με τον τρόπο χρηματοδότησης μίας τόσο μεγάλης επένδυσης, ειδικά σε μια περίοδο όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση κλείνει τις στρόφιγγες, ο κ. Σιφναίος αναφέρει:

« Ένας επενδυτής, όσο μεγαλύτερη βοήθεια έχει στη χρηματοδότηση ενός έργου, τόσο πιο ανταγωνιστικός μπορεί να γίνει. Για το FSRU Αλεξανδρούπολης, το οποίο λειτουργεί τώρα, λάβαμε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ύψους 220-225 εκατ. ευρώ. Και αυτό έγινε διότι η ΕΕ είδε ότι υπάρχει χρηματοδοτικό κενό αλλά και ότι έπρεπε να εξασφαλιστούν ανταγωνιστικές ταρίφες. Εάν δεν είχαμε πάρει χρηματοδότηση, τα τέλη θα έπρεπε να είναι διπλάσια, θα μειωνόταν η πελατειακή μας βάση και θα επιβαρύνονταν οι καταναλωτές και η κοινωνία. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ενέργεια, είτε πρόκειται για μετατροπή σε ηλεκτρισμό είτε για φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται απευθείας για θέρμανση ή στη βιομηχανία, είναι κοινωνικό αγαθό.

Επομένως, ένα έργο 600 εκατ. ευρώ όπως είναι το δεύτερο τερματικό χρειάζεται χρηματοδότηση. Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά στη σταδιακή κατάργηση του ρωσικού φυσικού αερίου, καθίσταται αναγκαία η ανάπτυξη υποδομών που θα το αντικαταστήσουν και, συνακόλουθα, η χρηματοδότησή τους, προκειμένου να υποστηριχθεί αποτελεσματικά η συγκεκριμένη πολιτική.

Για το ζήτημα αυτό ασκούνται ήδη πιέσεις από ισχυρούς παράγοντες της αγοράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε ορισμένες χώρες, όπως η Γερμανία, παρόμοιες υποδομές χρηματοδοτούνται συστηματικά, αναγνωριζόμενες ως κρίσιμες για την ενεργειακή ασφάλεια. Υπό αυτό το πρίσμα, τίθεται εύλογα το ερώτημα γιατί ένα αντίστοιχο τερματικό στην Ελλάδα να μη στηριχθεί κεντρικά από το κράτος και, κατ’ επέκταση, μέσω ευρωπαϊκών πόρων;»