Παλιός γνώριμος των Αρχών είναι ο άνδρας που τραυματίστηκε τα ξημερώματα του Σαββάτου, 23 Μαΐου, από πυρά αστυνομικού στο Μικρολίμανο, όταν αρνήθηκε να συμμορφωθεί σε αστυνομικό έλεγχο. Ο ένοπλος, αλβανικής καταγωγής, έχει απασχολήσει επανειλημμένα τη Δικαιοσύνη για σοβαρά εγκλήματα, όπως δολοφονίες και ληστείες.
Το σημερινό επεισόδιο εκτυλίχθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες, έξω από κατάστημα εστίασης. Αστυνομικοί που πραγματοποιούσαν περιπολία στην περιοχή εντόπισαν τον άνδρα. Όταν του ζήτησαν να σταματήσει για σωματική έρευνα, ο ύποπτος αρνήθηκε να υπακούσει και πρόταξε το όπλο του εναντίον τους. Οι αστυνομικοί αντέδρασαν άμεσα, πυροβολώντας, προκειμένου να τον αφοπλίσουν και να τον ακινητοποιήσουν.
Ο ένοπλος άνδρας παρελήφθη από ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ που έσπευσε στο σημείο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «Αττικόν», όπου και νοσηλεύεται φρουρούμενος.
O τραυματίας στο Μικρολίμανο είναι ο άνδρας αλβανικής καταγωγής, γνωστός ως «Τίτι».
Όπως αποδείχτηκε, ο τραυματίας είναι ένας άνδρας αλβανικής καταγωγής, γνωστός ως «Τίτι». Τον Ιούνιο του 2019 είχε αποδράσει από το Τμήμα Μεταγωγών στην Πέτρου Ράλλη, κρατώντας αστυνομικούς ως ομήρους.
Μετά τη σύλληψή του και τη μεταφορά του σε αλβανικό σωφρονιστικό κατάστημα, δραπέτευσε εκ νέου και επέστρεψε κρυφά στην Ελλάδα για να συνεχίσει την εγκληματική του δραστηριότητα.
Ο «Τίτι» θεωρείται ηγετικό στέλεχος του υποκόσμου και βαρύνεται με κατηγορίες για ληστείες, καθώς και για τουλάχιστον δύο δολοφονίες.
Σε απόσταση περίπου 10 μέτρων από το σημείο της ένοπλης συμπλοκής στο Μικρολίμανο, οι Αρχές εντόπισαν μια τσάντα που περιείχε όπλα και έξι χειροβομβίδες. Λόγω της επικινδυνότητας του υλικού, κλήθηκε αμέσως το Τμήμα Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών (ΤΕΕΜ) για να τα αδρανοποιήσει.
Το 2019, ο «Τίτι» είχε δραπετεύσει μαζί με άλλους δύο κρατούμενους από το Μεταγωγών της Πέτρου Ράλλη χρησιμοποιώντας αυτοσχέδια μαχαίρια, τα οποία είχαν κατασκευάσει από ένα φωτιστικό οροφής.
Όπως ανέφερε η «Ζούγκλα» τότε, μόλις είχε ανοίξει το κελί τους, είχαν ακινητοποιήσει τους αστυνομικούς βάζοντας τα μαχαίρια στον λαιμό τους. Στη συνέχεια είχαν πάει στο ισόγειο, όπου κράτησαν ως όμηρο μια αστυνομικό περιπολίας και με την απειλή όπλου στο κεφάλι της είχαν αναγκάσει τον φρουρό της πύλης να τους ανοίξει. Ο φρουρός, για να κερδίσει χρόνο, είχε ισχυριστεί ψευδώς ότι το κουμπί της πόρτας είχε χαλάσει, ενώ είχε δεχτεί να τους παραδώσει το όπλο του, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση της συναδέλφου του.
Προτού αποδράσουν οι τρεις Αλβανοί θεωρούνταν οι «νταήδες» των φυλακών Κορυδαλλού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το επεισόδιο που είχε σημειωθεί πριν διαφύγουν, στο οποίο πρωταγωνίστησε μια ομάδα κρατουμένων της Γ’ πτέρυγας – ανάμεσά τους και ο διαβόητος «Τίτι» – οι οποίοι ήρθαν σε σύγκρουση με πέντε κρατουμένους της Δ’ πτέρυγας. Για την αποκατάσταση της τάξης είχε κληθεί η ΕΚΑΜ, η οποία είχε πραγματοποιήσει εκτεταμένους ελέγχους στα κελιά.
Στα κελιά και σε κοινόχρηστους χώρους, είχαν βρεθεί δεκάδες χάπια, ένα κατσαβίδι, ένα μεταλλικό κοντάρι 135 εκατοστών, ένα κινητό τηλέφωνο, ένα τάπερ με σκόνη άγνωστης προέλευσης και ένα αυτοσχέδιο μαχαίρι. Πίσω από τη Γ’ πτέρυγα είχε εντοπιστεί επιπλέον ένα μαχαίρι 19 εκατοστών.
Στο κελί του Τίτι, οι αστυνομικοί είχαν βρει κινητά τηλέφωνα, μια κάμερα, ένα κατσαβίδι, μια χοντρή αλυσίδα με τρεις γάντζους, ενώ ο ίδιος έφερε πάνω του ένα μαχαίρι.
Παράλληλα, οι κάμερες ασφαλείας είχαν καταγράψει μια ύποπτη συναλλαγή, όπου ο Τίτι είχε αφήσει στα κάγκελα ένα αντικείμενο που έμοιαζε με δεσμίδα χρημάτων. Ο άλλος κρατούμενος το είχε πάρει και, φανερά εκνευρισμένος, του το είχε πετάξει στο πρόσωπο, γεγονός που πυροδότησε τη γενικευμένη σύρραξη ανάμεσα στις δύο αντίπαλες ομάδες.
