Με αφορμή τις εκτεταμένες καταστροφές που προκάλεσαν οι δύο σεισμοί στη Βενεζουέλα, ο Ραφαέλε Ντε Ρίσι, αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικών Μηχανικών στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, εξηγεί τους λόγους πίσω από τις καταρρεύσεις κτιρίων, αναλύει πώς λειτουργούν οι σύγχρονοι αντισεισμικοί κανονισμοί και περιγράφει τις τεχνικές που μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις επιπτώσεις ενός ισχυρού σεισμού.
Παράλληλα, επισημαίνει γιατί πολλά κτίρια, παρότι υφίστανται σοβαρές ζημιές, θεωρείται ότι έχουν εκπληρώσει τον βασικό τους σκοπό: την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Όπως διευκρινίζει μιλώντας στο The Conversation, «ο μεγάλος αριθμός καταρρεύσεων κτιρίων δεν μπορεί να αποδοθεί σε μία μόνο αιτία». Αντίθετα, πρόκειται για έναν συνδυασμό παραγόντων, όπως η ηλικία και ο τρόπος κατασκευής των κτιρίων, η συντήρησή τους, οι τοπικές γεωλογικές συνθήκες που μπορούν να ενισχύσουν τη σεισμική κίνηση, καθώς και η μικρή απόσταση από την εστία του σεισμού.
Όπως σημειώνει σε άλλο σημείο, «και οι δύο σεισμοί ήταν επιφανειακοί, ιδιαίτερα ο κύριος σεισμός, γεγονός που συνέβαλε σημαντικά στην έκταση των καταστροφών».
Αναφερόμενος στην αντισεισμική προστασία, τονίζει ότι «οι σύγχρονοι αντισεισμικοί κανονισμοί είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικοί στην αποτροπή καταστροφικών καταρρεύσεων». Όπως εξηγεί, για τα νέα κτίρια το κλειδί δεν είναι μόνο η ύπαρξη των κανονισμών αλλά και η αυστηρή εφαρμογή τους, καθώς «ένας κανονισμός προστατεύει ανθρώπινες ζωές μόνο όταν εφαρμόζεται σωστά και συνοδεύεται από αποτελεσματικό έλεγχο της ποιότητας της κατασκευής».
Επίσης, ο Ραφαέλε Ντε Ρίσι υπενθυμίζει ότι μεγάλο μέρος του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος κατασκευάστηκε πριν από τη θέσπιση των σύγχρονων κανονισμών. Για τον λόγο αυτό, επισημαίνει ότι «η αντισεισμική ενίσχυση των υφιστάμενων κτιρίων είναι απαραίτητη, καθώς δεν είναι δυνατόν να αντικατασταθούν όλα με νέα».
Σε ό,τι αφορά τις τεχνικές ενίσχυσης, εξηγεί ότι σήμερα υπάρχουν πολλές διαθέσιμες λύσεις, οι οποίες επιλέγονται ανάλογα με τον τύπο της κατασκευής. Όπως αναφέρει, οι παρεμβάσεις είτε αυξάνουν την αντοχή και τη δυσκαμψία του κτιρίου είτε μειώνουν τις σεισμικές δυνάμεις που αυτό δέχεται, μέσω τεχνολογιών όπως η σεισμική μόνωση βάσης ή τα συστήματα απόσβεσης ενέργειας.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι «πριν από οποιαδήποτε επέμβαση απαιτείται εξατομικευμένη αξιολόγηση του κτιρίου», ώστε να εντοπιστούν με ακρίβεια οι αδυναμίες της κατασκευής και να επιλεγεί η κατάλληλη λύση.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στις λεγόμενες καταρρεύσεις τύπου «pancake», εξηγώντας ότι αυτές συμβαίνουν όταν αποτυγχάνουν τα κατακόρυφα στοιχεία που στηρίζουν το κτίριο, κυρίως οι κολόνες, με αποτέλεσμα οι όροφοι να καταρρέουν ο ένας πάνω στον άλλο.
Όπως διευκρινίζει «πρόκειται για μία από τις πιο θανατηφόρες μορφές δομικής αστοχίας», ενώ στα παλαιότερα κτίρια το φαινόμενο συνδέεται συχνά με την αστοχία των υποστυλωμάτων, τα οποία δεν έχουν σχεδιαστεί ώστε να παραμορφώνονται και να απορροφούν τη σεισμική ενέργεια.
Για την αποτροπή τέτοιων καταρρεύσεων, ο Ραφαέλε Ντε Ρίσι τονίζει ότι η σύγχρονη αντισεισμική μηχανική βασίζεται στον σχεδιασμό «capacity design». «Οι κολόνες, οι κόμβοι και τα θεμέλια σχεδιάζονται ώστε να είναι ισχυρότερα, ενώ οι δοκοί αναλαμβάνουν να απορροφήσουν και να διαχέουν τη σεισμική ενέργεια», εξηγεί.
Αναφερόμενος στα κτίρια που υπέστησαν σοβαρές ζημιές αλλά δεν κατέρρευσαν, επισημαίνει ότι αυτό «στην πραγματικότητα αποτελεί ένδειξη ότι λειτούργησαν όπως είχαν σχεδιαστεί».
Όπως εξηγεί, «ο στόχος του αντισεισμικού σχεδιασμού δεν είναι ένα κτίριο να παραμείνει αλώβητο, αλλά να προστατεύσει την ανθρώπινη ζωή». Έτσι, ένα κτίριο μπορεί να υποστεί εκτεταμένες βλάβες, αρκεί να μην καταρρεύσει και να επιτρέψει την ασφαλή εκκένωσή του.
«Ένα κτίριο που έχει υποστεί σοβαρές ζημιές αλλά έχει επιτρέψει στους ανθρώπους να βγουν με ασφάλεια έχει επιτελέσει τον σκοπό για τον οποίο σχεδιάστηκε, ακόμη και αν στη συνέχεια χρειαστεί να κατεδαφιστεί», τονίζει χαρακτηριστικά.
Όπως επισημαίνει ο Ραφαέλε Ντε Ρίσι σε άλλο σημείο, μετά από έναν μεγάλο σεισμό ακολουθούν αρχικά ταχείες επιθεωρήσεις για να χαρακτηριστούν τα κτίρια ως ασφαλή, περιορισμένης χρήσης ή μη ασφαλή, ενώ στη συνέχεια πραγματοποιούνται αναλυτικές μηχανικές αξιολογήσεις προκειμένου να αποφασιστεί αν ένα κτίριο μπορεί να επισκευαστεί ή πρέπει να κατεδαφιστεί.
Η τελική απόφαση, όπως εξηγεί, εξαρτάται από την εναπομείνασα φέρουσα ικανότητα του κτιρίου, τη δυνατότητα επισκευής, τυχόν μόνιμη κλίση της κατασκευής και, φυσικά, από τη σύγκριση του κόστους αποκατάστασης με εκείνο της ανακατασκευής.
