Το πρόσφατο περιστατικό στην Ουάσιγκτον με στόχο τον Ντόναλντ Τραμπ πυροδότησε ένα νέο κύμα παραπληροφόρησης με αβάσιμες θεωρίες συνωμοσίας να εξαπλώνονται ραγδαία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ ΜΕ ΑΙ Μετά από πυροβολισμούς σε εκδήλωση, που οδήγησαν στην απομάκρυνση του Τραμπ, αβάσιμες θεωρίες συνωμοσίας κυκλοφόρησαν άμεσα στο διαδίκτυο. Ισχυρίστηκαν ότι η επίθεση ήταν σκηνοθετημένη για πολιτικό όφελος, όπως η προώθηση μιας αίθουσας χορού. Η ομάδα επαλήθευσης ειδήσεων AFP επιβεβαίωσε την απουσία στοιχείων για σκηνοθετημένη επίθεση, παρότι η θεωρία διαδόθηκε ευρέως σε αριστερόστροφα συνωμοσιολογικά ρεύματα (“BlueAnon”). Παρόμοιες αναπόδεικτες θεωρίες είχαν εμφανιστεί και σε προηγούμενες απόπειρες κατά του Τραμπ. Ειδικοί αποδίδουν την άνθηση τέτοιων θεωριών στην πολιτική πόλωση και την ανάγκη για άμεση ενημέρωση. Τονίζουν ότι η «οικονομία» της παραπληροφόρησης στα social media επιβραβεύει το εντυπωσιακό περιεχόμενο, υποβαθμίζοντας την πολιτική ουσία. Διεθνή κρατικά μέσα ενίσχυσαν τη σύγχυση, ενώ ο Λευκός Οίκος απέρριψε τις θεωρίες περί «σκηνοθετημένης επίθεσης». Το περιστατικό αναδεικνύει μια ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης και τον αυξανόμενο αντίκτυπο της παραπληροφόρησης στη λειτουργία της δημοκρατίας.

Το περιστατικό σημειώθηκε το Σάββατο, όταν ο Τραμπ και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησής του απομακρύνθηκαν από εκδήλωση στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ, έπειτα από πυροβολισμούς έξω από τον χώρο.

Πρόκειται για την τρίτη απόπειρα δολοφονίας εναντίον του Τραμπ μέσα σε δύο χρόνια.

Μέσα σε λίγες ώρες, το διαδίκτυο κατακλύστηκε από ισχυρισμούς ότι η επίθεση ήταν «σκηνοθετημένη». Αναρτήσεις συγκέντρωσαν δεκάδες εκατομμύρια προβολές στην πλατφόρμα X, εντείνοντας τη σύγχυση.

Κάποιοι υποστήριξαν ότι η επίθεση οργανώθηκε μυστικά από την κυβέρνηση Τραμπ για πολιτικό όφελος και για να ενισχυθεί η προώθηση της κατασκευής της αίθουσας χορού αξίας 400 εκατομμυρίων δολαρίων στην ανατολική πτέρυγα του Λευκού Οίκου. Ως «απόδειξη», ορισμένοι επικαλέστηκαν την άμεση αντίδραση του Τραμπ και πολλών από τους πιο προβεβλημένους υποστηρικτές του, οι οποίοι ζήτησαν την κατασκευή της αίθουσας.

Η Ashley St. Clair, πρώην δεξιά influencer στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που το τελευταίο διάστημα έχει ασκήσει κριτική στον Τραμπ, δεν υιοθέτησε την άποψη ότι το περιστατικό ήταν σκηνοθετημένο. Ωστόσο, ανέφερε σε βίντεο στο TikTok ότι πιστεύει πως το μήνυμα υπέρ της αίθουσας χορού ήταν συντονισμένο αμέσως μετά το συμβάν, σημειώνοντας ότι στο παρελθόν είχε συμμετάσχει σε ομαδικές συνομιλίες με άλλους influencers για παρόμοιους σκοπούς.

Η ομάδα επαλήθευσης ειδήσεων του AFP σημειώνει ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη που να στηρίζει τους ισχυρισμούς ότι η επίθεση οργανώθηκε από την κυβέρνηση Τραμπ. Παρ’ όλα αυτά, η θεωρία βρήκε πρόσφορο έδαφος σε κύκλους που συνδέονται με ένα αριστερόστροφο συνωμοσιολογικό ρεύμα, το οποίο ερευνητές αποκαλούν «BlueAnon», σε αντιστοιχία με το γνωστό ακροδεξιό δίκτυο QAnon.

Ανάλογοι ισχυρισμοί είχαν διατυπωθεί και στο παρελθόν για προηγούμενες απόπειρες κατά του Τραμπ το 2024, στην Πενσιλβάνια και τη Φλόριντα, χωρίς ποτέ να επιβεβαιωθούν.

Ειδικοί επισημαίνουν ότι τέτοιες θεωρίες συχνά βασίζονται σε αυθαίρετες ερμηνείες, αποσπασματικά βίντεο ή και εντελώς κατασκευασμένα στοιχεία. Όπως εξηγεί η Σοφία Ρόμπινσον, αναλύτρια στην εταιρεία αξιολόγησης αξιοπιστίας ειδήσεων NewsGuard, «πολλοί από τους λογαριασμούς που ισχυρίζονται χωρίς βάση ότι η επίθεση στο δείπνο των ανταποκριτών ήταν στημένη, είχαν κάνει ακριβώς τους ίδιους ισχυρισμούς και για τις απόπειρες του 2024».

Η ίδια προσθέτει ότι «ορισμένες viral αναρτήσεις επικαλούνται εκείνα τα περιστατικά ως “απόδειξη” ότι η σκηνοθέτηση επιθέσεων αποτελεί μέρος της στρατηγικής του Τραμπ, ώστε να προκαλεί συμπάθεια και να αποσπά την προσοχή από αρνητική δημοσιότητα».

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τέτοιου είδους θεωρίες ευδοκιμούν ιδιαίτερα σε περιόδους έντονης επικαιρότητας, όταν η ανάγκη για άμεση ενημέρωση οδηγεί συχνά στη διάδοση ανεπιβεβαίωτων πληροφοριών.

Ο Μάικ Ρότσιλντ, ερευνητής που ειδικεύεται στη μελέτη θεωριών συνωμοσίας και της διαδικτυακής παραπληροφόρησης, σημειώνει ότι η συγκεκριμένη αφήγηση δεν περιορίζεται σε ένα πολιτικό στρατόπεδο:

«Η θεωρία ότι η απόπειρα δολοφονίας ήταν σκηνοθετημένη έχει υποστηρικτές στην Αριστερά, ιδιαίτερα ανάμεσα σε φιλελεύθερους δημιουργούς περιεχομένου. Αρχίζει όμως να κερδίζει έδαφος και στη Δεξιά, καθώς κάποιοι χάνουν την εμπιστοσύνη τους στον Τραμπ».

Όπως εξηγεί, «παρουσιάζει τον Τραμπ ως έναν μετρ της χειραγώγησης και χρησιμοποιεί ως “στοιχεία” είτε παρανοήσεις, είτε άλλα viral βίντεο, είτε πράγματα που απλώς έχουν επινοηθεί».

Η εξάπλωση τέτοιων θεωριών συνδέεται και με τα οικονομικά κίνητρα των social media, όπου το εντυπωσιακό περιεχόμενο ανταμείβεται.

Ο Γουόλτερ Σάιερ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Notre Dame με αντικείμενο την τεχνολογία και την κοινωνική της επίδραση, εξηγεί: «Όσο πιο ακαταμάχητος είναι ένας ισχυρισμός, τόσο το καλύτερο για την “επιχείρηση” της πολιτικής σχολιαστικής δραστηριότητας. Η ουσία της πολιτικής περνά πλέον σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην εμπορευματοποίηση του πολιτικού brand».

Και προειδοποιεί: «Μακροπρόθεσμα, αυτό πιθανότατα αποδυναμώνει την ίδια τη βάση υποστήριξης του Τραμπ».

Την ίδια στιγμή, κρατικά μέσα ενημέρωσης σε χώρες όπως η Ρωσία και το Ιράν ενίσχυσαν τη σύγχυση, προωθώντας εναλλακτικά σενάρια για το περιστατικό.

Ο Λευκός Οίκος απέρριψε κατηγορηματικά τις θεωρίες περί «σκηνοθετημένης επίθεσης», κάνοντας λόγο για επικίνδυνη ρητορική που τροφοδοτεί τον διχασμό.

Το περιστατικό αναδεικνύει ένα ευρύτερο φαινόμενο: την αυξανόμενη δυσπιστία προς την επίσημη ενημέρωση και την ενίσχυση της παραπληροφόρησης.

Καθώς οι ψηφιακές πλατφόρμες περιορίζουν τους μηχανισμούς ελέγχου περιεχομένου, οι θεωρίες συνωμοσίας βρίσκουν ολοένα και μεγαλύτερο ακροατήριο, επηρεάζοντας όχι μόνο τον δημόσιο διάλογο αλλά και τη λειτουργία της δημοκρατίας.