Η ανεξέλεγκτη άνοδος των ενοικίων δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό πρόβλημα, αλλά παράγοντας που μπορεί να φρενάρει συνολικά την οικονομική ανάκαμψη της χώρας, προειδοποιεί το Reuters σε εκτενές ρεπορτάζ για τη στεγαστική πίεση στην Αθήνα.
Όπως τονίζεται, η καθημερινότητα για μεγάλο μέρος των πολιτών δυσκολεύει, καθώς τα εισοδήματα δεν προλαβαίνουν να καλύψουν τη ραγδαία αύξηση του κόστους στέγασης, παρότι το διεθνές ειδησεογραφικό πρακτορείο γράφει ότι η ανάπτυξη ξεπερνά τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αποπληρωμή των δανείων διάσωσης της χώρας προχωρά ταχύτερα από τον αρχικό σχεδιασμό και ο τουρισμός καταγράφει ισχυρές επιδόσεις.
Το αποτέλεσμα, όπως σημειώνεται, είναι ένας νέος κύκλος οικονομικής ασφυξίας για πολλά νοικοκυριά, τα οποία περιορίζουν βασικές δαπάνες – από τη θέρμανση μέχρι την έξοδο και το φαγητό – και καταφεύγουν συχνότερα σε δανεισμό για να «βγει» ο μήνας.
Με άλλα λόγια, η ανάκαμψη μπορεί να αποτυπώνεται στους δείκτες, αλλά στην πράξη υπονομεύεται από το ακριβότερο «εισιτήριο» για να μείνει κανείς στην πόλη.
Το γεγονός ότι τα ενοίκια εκτινάσσονται και τα εισοδήματα δεν συμβαδίζουν με την οικονομική άνοδο που βλέπει το Reuters, επιβαρύνει την ίδια την οικονομική ανάκαμψη της χώρας, σύμφωνα με ειδικούς.
«Η επάρκεια εισοδήματος βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο, με έξι στα δέκα νοικοκυριά να δηλώνουν ότι το μηνιαίο τους εισόδημα δεν επαρκεί μέχρι το τέλος του μήνα», αναφέρει σε έκθεσή του το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων (ΙΜΕ), φορέας της συνομοσπονδίας μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
«Οι οικονομικές δυσκολίες δεν περιορίζονται πλέον στα χαμηλά εισοδήματα, αλλά επεκτείνονται και στη μεσαία τάξη», όπως επισημαίνεται.
Πολλά από τα σημερινά προβλήματα έχουν τις ρίζες τους στα χρόνια της κρίσης, όταν η οικοδομική δραστηριότητα πάγωσε.
Σύμφωνα με έκθεση της Τράπεζας Πειραιώς πέρυσι, υπάρχει έλλειψη περίπου 180.000 κατοικιών προς ενοικίαση ή πώληση στις μεγάλες ελληνικές πόλεις.
Το πρόγραμμα «χρυσής βίζας», που εφαρμόζεται από το 2014 και παρέχει άδεια διαμονής σε αλλοδαπούς που αγοράζουν ακίνητα, επιδείνωσε την έλλειψη αυτή.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 2010, περίπου 20.000 ακίνητα – κυρίως στην Αθήνα – έχουν πωληθεί σε ξένους, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Μετανάστευσης, και άλλα 150.000 έχουν μετατραπεί σε βραχυχρόνιες μισθώσεις για τουρίστες.
Η απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας γίνεται επίσης ολοένα πιο δύσκολη για πολλούς Έλληνες.
Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης υποχώρησε κάτω από το 70% το 2024 – το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί – από περίπου 77% το 2009.
Η άνοδος των ενοικίων αποτελεί πρόβλημα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ωστόσο η Ελλάδα ξεχωρίζει.
Από το 2019 έως το 2024, καθώς η χώρα έβγαινε από χρόνια σκληρής λιτότητας, τα ενοίκια στην Αθήνα αυξήθηκαν κατά μέσο όρο πάνω από 50%, σύμφωνα με την E-Real Estate. Την ίδια περίοδο, τα ενοίκια για διαμερίσματα δύο υπνοδωματίων αυξήθηκαν κατά 26% στη Μαδρίτη και 14% στο Παρίσι.
Οι μέσοι ελληνικοί μισθοί αυξήθηκαν περίπου 27% στο ίδιο διάστημα, ενώ στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι οι Έλληνες δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για στέγαση από οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ.
Η κυβέρνηση επιδοτεί τα ενοίκια για ορισμένα χαμηλά εισοδήματα, όμως οι ενοικιαστές λένε ότι το μέτρο είχε περιορισμένη επίδραση.
Περισσότερο από το 83% των Ελλήνων δηλώνει ότι δεν μπορεί να αποταμιεύσει, ενώ το 40% δαπάνησε λιγότερα χρήματα σε εστιατόρια και κινηματογράφο πέρυσι σε σχέση με το 2024, σύμφωνα με έρευνα του ΙΜΕ.
