Η εκτροπή έγινε το 1905, όμως χρειάστηκαν πολλές δεκαετίες για να ξεκινήσουν οι μεγάλες επεμβάσεις που άλλαξαν τη φυσική κοίτη του ποταμού. Αυτές αφορούσαν τον εγκιβωτισμό και την υπογειοποίησή του και την απόδοση της καλυμμένης πια κοίτης στα αυτοκίνητα που όλο και πολλαπλασιάζονταν. Οι μεγάλες λεωφόροι της πρωτεύουσας, όπως η Μεσογείων, η Μιχαλακοπούλου, η Βασιλέως Κωνσταντίνου, η Καλλιρρόης, η Θησέως είναι στην πραγματικότητα οι ταφόπλακες του ποταμού. Σχεδόν ξεχάστηκε η ύπαρξή του. Λέγεται και πως ο Ι. Μεταξάς δήλωσε έμπλεος περηφάνιας “Σήμερον θάπτουμεν τον Ιλισσόν” όταν πήρε την απόφαση να τον κλείσει μέχρι το Παναθηναϊκό Στάδιο. 

Ο Ιλισσός μαζί με τον Κηφισό και τον Ηριδανό ήταν τα μεγάλα ποτάμια της παλιάς Αθήνας. Ο μικρός Ηριδανός καλύφθηκε νωρίς, ήδη από τους ρωμαϊκούς χρόνους. Τα άλλα δυο περίμεναν τον 20ό αιώνα για να τα καταπιεί η πόλη. Κλειστά στο μεγαλύτερο τμήμα τους, μετατράπηκαν σε αγωγούς ομβρίων, ενώ πάνω από την παλιά τους κοίτη κατασκευάστηκαν μεγάλες οδικές αρτηρίες (συνηθέστατα) και χώροι αναψυχής (σπανιότερα). 

Ο Ιλισσός που μαζεύει τα νερά από τις βορειοδυτικές πλαγιές του Υμηττού ενωνόταν με τον Κηφισό στην περιοχή του Ελαιώνα, δημιουργώντας εκεί έναν τεράστιο βάλτο. Μόνο όταν φούσκωναν υπερβολικά τα ποτάμια, τα νερά τους έφθαναν στη θάλασσα, στον Φαληρικό όρμο, αφού προηγουμένως διασκορπίζονταν στις χαμηλές επίπεδες περιοχές του Ρέντη, του Μοσχάτου και του Ν. Φαλήρου. 

Όταν άρχισε να μεγαλώνει η Αθήνα μετά την επιλογή της ως πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους συναντήθηκε πρώτα με τον Ιλισσό. Η συνάντηση δεν είχε καλή εξέλιξη. Οι πλημμύρες άρχισαν να γίνονται καταστροφικές, πολύ περισσότερο που οι όχθες του ποταμού αποτελούσαν επί μακρόν πηγή άμμου και χαλικιών για την κατασκευή των δρόμων της πόλης και άρα όλο και πιο ασταθείς. Ακαθαρσίες απορρίπτονταν σε αυτόν δημιουργώντας άθλιες συνθήκες υγιεινής, ενώ στήθηκαν και κτίσματα στις όχθες και στην κοίτη του για να καλύψουν ανάγκες στέγασης, κατάσταση πολύ επικίνδυνη τον χειμώνα. 

Δυο κοντινές, πολύ καταστροφικές πλημμύρες στο τέλος του 19ου αιώνα έγειραν την πλάστιγγα υπέρ του σχεδίου του καθηγητή του Πολυτεχνείου Άγγελου Γκίνη που είχε προτείνει εκτροπή της κοίτης του ποταμού στην περιοχή Καλλιθέας-Μοσχάτου και ξεχωριστή από τον Κηφισό εκβολή του στον όρμο του Φαλήρου. Και οι δυο πλημμύρες συνέβησαν μήνα Νοέμβρη, η πρώτη ανήμερα του Αγίου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου) του 1896 και η δεύτερη το 1899. Προκάλεσαν δεκάδες θανάτους και τεράστιες υλικές ζημιές. Όπως το συνήθιζαν τότε, έγινε έρανος για την αποκατάσταση των πλημμυροπαθών. 

Ελάχιστα τμήματα της διαδρομής του ποταμού παραμένουν ακάλυπτα. Το μεγαλύτερο από αυτά ξεκινάει στο ύψος της οδού Φορνέζη, στην Καλλιθέα, με κατεύθυνση τη θάλασσα. Δεν υπάρχει ίχνος φυσικής κοίτης. Πρόκειται για μια ανοιχτή, βαθιά τάφρο ορθογώνιας διατομής που αποτελεί και όριο των Δήμων Μοσχάτου-Ταύρου και Καλλιθέας. Το τμήμα του ποταμού πάνω από τη Φορνέζη, που ανήκει όλο στον Δήμο Καλλιθέας, έκλεισε τελευταίο, στη δεκαετία του 1990, και έχει μετατραπεί σε χώρο αναψυχής και αθλοπαιδιών.

Ποσότητα και ποιότητα νερού στην ανοιχτή τάφρο του Ιλισσού το καλοκαίρι

Το ποτάμι είναι ουσιαστικά χείμαρρος. Τον χειμώνα έχει έντονη ροή, που γίνεται ορμητική και με τη στάθμη να ανυψώνεται πολύ μετά από ισχυρές βροχοπτώσεις, ενώ το καλοκαίρι ουσιαστικά στερεύει. Εδώ και πολλά χρόνια, η κατάσταση της ανοιχτής κοίτης είναι κάκιστη το καλοκαίρι. Ρέει ελάχιστο νερό, επί της ουσίας μια μαύρη κινούμενη γραμμή, αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο παχιά, με απαίσια, μεταλλική μυρουδιά που διαχέεται στην περιοχή. Ζέστη και βρώμα κάνουν την κατάσταση αποπνικτική.

Παρόλες τις εκκλήσεις των κατοίκων της περιοχής να εντοπιστεί η πηγή του κακού, κατά πάσα πιθανότητα κρυφή απόρριψη βιομηχανικών λυμάτων, και να σταματήσει όλο αυτό, τίποτα δεν έγινε μέχρι τώρα. Βολεύει κι η πολυδιάσπαση των αρμοδιοτήτων και το γεγονός ότι αυτά συμβαίνουν ακριβώς στο σύνορο δύο Δήμων κι ακόμη το ότι είναι σχετικά περιορισμένος ο αριθμός αυτών που πλήττονται. Ας υποφέρουν… 

Φέτος, τη χρόνια δυσοσμία ήρθε να επιβαρύνει το ‘νεοέλος’. Οι μεγάλες νεροποντές του 2026 βρήκαν ανοίγματα στην κακοσυντηρημένη κοίτη και κατάφεραν να την σπάσουν και να παρασύρουν μεγάλα κομμάτια της, δημιουργώντας στη θέση τους ένα τεράστιο βαθούλωμα γεμάτο με στάσιμα, βρώμικα νερά, στο ύψος των Φορνέζη-Σκίπη. Δεν θέλει πολύ για να καταλάβουμε ότι αυτό εξελίσσεται σε εστία μόλυνσης, ότι άλλου τύπου κακοσμία θα προστεθεί στην προηγούμενη, ότι τα κουνούπια θα κάνουν πάρτι κι ότι η κοίτη θα διαβρωθεί ακόμη περισσότερο με τις επόμενες νεροποντές, με απρόβλεπτες συνέπειες.

Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους αποφασίστηκαν οι μεγάλες αλλαγές του ποταμού ήταν η δημιουργία ενός ασφαλέστερου περιβάλλοντος για τους πολίτες με μείωση τόσο του κινδύνου από πλημμύρες όσο και αυτού από εστίες μόλυνσης και ρύπανσης. Έναν αιώνα αργότερα, αυτό είναι πάλι ζητούμενο.     

Να μιλήσει κανείς για λύσεις που αξιοποιούν τις πράσινες υποδομές και επιστρέφουν κομμάτια φύσης στην πόλη; Πολύ δύσκολο σ’ αυτούς που βολεύονται από την κατάντια της, ένα θηριώδες τοπίο από μπετόν. Τουλάχιστον, ας τιμηθούν οι επιλογές. Ας συντηρούνται σωστά αυτά που κατασκευάστηκαν.   

Αυτή τη στιγμή εκτελούνται «Έργα Διευθέτησης Ποταμού Ιλισσού – Π.Ε. Νοτίου Τομέα Αθηνών». Αφορούν όμως μόνο το κατώτατο τμήμα του. Απ’ ότι φαίνεται το νεοέλος του Ιλισσού ήρθε για να μείνει, επιβαρύνοντας την ποιότητα της ζωής και την υγεία των κατοίκων της περιοχής. Πόσα ακόμη χρόνια θα πρέπει να περάσουν για να το καταλάβουν Δήμοι, Περιφέρεια, ΕΥΔΑΠ και όποιοι άλλοι αρμόδιοι της κεντρικής διοίκησης ότι θα πρέπει να ασχοληθούν σοβαρά με τις χρόνιες και τις νέες πληγές σε όλη την κοίτη του Ιλισσού κι ότι καλό θα ήταν να απαντούν πότε πότε στους πολίτες;

Βιβλιογραφία
https://geomythiki.blogspot.com/2018/09/blog-post_10.html
https://hydriaproject.info/el/case-studies/tracking-ilissos-river-in-athens/waterworks
https://ikee.lib.auth.gr/record/365963/files/LEGAKI_MARIA-EIRINI.pdf