Η κρίση ΗΠΑ – Ιράν βρίσκεται σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο μεταίχμιο και πάλι μετά το περασμένο καλοκαίρι. Η Ουάσινγκτον έχει μεταφέρει σημαντική στρατιωτική ισχύ στη Μέση Ανατολή -τη μεγαλύτερη από το 2003-, έχει θέσει δημόσια προθεσμία για συμφωνία στο πυρηνικό πρόγραμμα και έχει ανεβάσει τη ρητορική σε επίπεδα τελεσιγράφου. Κι όμως, όσο η αντίστροφη μέτρηση «τρέχει» παραμένει ανοιχτό το ερώτημα: είναι αυτή η προετοιμασία προοίμιο πραγματικής δράσης ή εργαλείο πίεσης που δεν θα χρησιμοποιηθεί;
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επιλέξει να επαναφέρει τη στρατηγική της «μέγιστης πίεσης» σε μια πιο σκληρή εκδοχή από αυτή που και πάλι χρησιμοποίησε το περασμένο καλοκαίρι πριν από τα πλήγματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Η δημόσια αναφορά σε στενά χρονικά περιθώρια για συμφωνία συνοδεύτηκε από ενίσχυση ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων, αυξημένη επιτήρηση και σαφή προειδοποίηση ότι η στρατιωτική επιλογή είναι πάντοτε στο τραπέζι. Δεν πρόκειται για συμβολική κίνηση, διαμηνύει η Ουάσινγκτον, πρόκειται για πραγματική μεταφορά ισχύος, με κόστος και επιχειρησιακή βαρύτητα.
Η λογική πίσω από αυτή την κίνηση είναι εκείνη της αποτροπής, αν δεχθούμε και λάβουμε ως δεδομένο πως ο Αμερικανός πρόεδρος αρέσκεται στο να αυξάνει το κόστος μη συμμόρφωσης για τον αντίπαλο ώστε να τον φέρει στο τραπέζι με πιο αδύναμη διαπραγματευτική θέση. Το Ιράν, όμως, δεν είναι παθητικός αποδέκτης πίεσης και έχει έμπρακτα αποδείξει πως δεν είναι «μικρό μέγεθος». Η Τεχεράνη έχει δείξει διαχρονικά ότι αντέχει οικονομικό στραγγαλισμό και διαχειρίζεται την κλιμάκωση μέσω έμμεσων εργαλείων – περιφερειακών συμμάχων, ασύμμετρων επιθέσεων, ελεγχόμενων αντιποίνων.
Συμβιβασμός
Ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης Χαμενεΐ δεν μπορεί πολιτικά να εμφανιστεί ότι υποχωρεί υπό τελεσίγραφο -δεν το έχει πράξει ούτε το καλοκαίρι, δεν το έπραξε ούτε και στις πρόσφατες μαζικές διαδηλώσεις, για τις οποίες η Τεχεράνη ανοιχτά κατηγορεί ΗΠΑ και Ισραήλ. Το ιρανικό καθεστώς οικοδομεί τη νομιμοποίησή του στην ιδέα της αντίστασης απέναντι στη δυτική πίεση, άρα η συγκεκριμένη υπό διαμόρφωση, αν και άκρως πιεστική, κατάσταση είναι για το ίδιο απτή απόδειξη ότι όσα ισχυρίζεται έχουν βάση. Επομένως, κάθε συμφωνία που θα προκύψει πρέπει να παρουσιαστεί στο εσωτερικό ως ισορροπημένος συμβιβασμός, όχι ως παράδοση.
Το πυρηνικό σκέλος της κρίσης παραμένει ο πυρήνας. Σύμφωνα με την International Atomic Energy Agency, τα επίπεδα εμπλουτισμού ουρανίου στο Ιράν έχουν μειώσει τον θεωρητικό χρόνο που απαιτείται για στρατιωτική αξιοποίηση. Η τεχνική πρόοδος μεταφράζεται σε πολιτική πίεση. Η Ουάσινγκτον θεωρεί ότι το «παράθυρο» μικραίνει. Η Τεχεράνη θεωρεί ότι η τεχνογνωσία είναι το διαπραγματευτικό της κεφάλαιο. Σε αυτό το πλαίσιο προκύπτει το κρίσιμο στρατηγικό ερώτημα: μπορεί ο Τραμπ να έχει συγκεντρώσει τέτοια δύναμη στην περιοχή και τελικά να μην κάνει τίποτα;
Η απάντηση δεν είναι απλή. Η ιστορία της αμερικανικής αποτροπής δείχνει ότι η στρατιωτική συσσώρευση δεν οδηγεί πάντοτε σε χρήση ισχύος. Συχνά λειτουργεί ως εργαλείο εξαναγκαστικής διπλωματίας. Αν ο Λευκός Οίκος εκτιμά ότι μια περιορισμένη συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί χωρίς πλήγμα, η επιλογή της μη χρήσης βίας δεν θα είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά στρατηγικής προσαρμογής. Ομως η δημόσια ρητορική έχει αυξήσει το πολιτικό κόστος της αδράνειας. Οσο πιο βαρύ το τελεσίγραφο τόσο πιο δύσκολο να υποχωρήσεις χωρίς χειροπιαστό αποτέλεσμα.
H στρατιωτική συσσώρευση δεν οδηγεί πάντοτε σε χρήση ισχύος. Συχνά λειτουργεί ως εργαλείο διπλωματίας. Αν ο Λευκός Οίκος εκτιμά ότι μια περιορισμένη συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί χωρίς πλήγμα, η επιλογή της μη χρήσης βίας δεν θα είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά στρατηγικής προσαρμογής
Τα σενάρια
Υπάρχουν τρία ρεαλιστικά σενάρια που εξετάζονται σήμερα:
– Το πρώτο είναι μια οριακή συμφωνία που θα «παγώσει» την κρίση. Περιορισμός εμπλουτισμού, επαναφορά επιθεωρήσεων, ενδεχομένως σταδιακή χαλάρωση ορισμένων κυρώσεων. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιτρέψει στον Τραμπ να παρουσιάσει επιτυχία αποτροπής χωρίς στρατιωτική εμπλοκή. Θα επιτρέψει στην Τεχεράνη να υποστηρίξει ότι απέσπασε παραχωρήσεις χωρίς να λυγίσει. Και δυνητικά θα «καθησυχάσει» πρόσκαιρα και το Ισραήλ που παρασκηνιακά κυρίως σήμερα επιμένει πως η «ευκαιρία» δεν πρέπει και δεν μπορεί να πάει χαμένη.
– Το δεύτερο σενάριο είναι ένα περιορισμένο στρατιωτικό πλήγμα. Στόχος θα ήταν να καθυστερήσει το πρόγραμμα και να ενισχύσει την αξιοπιστία της απειλής. Το ρίσκο, όμως, είναι ότι ακόμη και περιορισμένη επιχείρηση μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Το Ιράν σπάνια απαντά συμμετρικά. Προτιμά έμμεσες κινήσεις που αυξάνουν το κόστος χωρίς να προκαλούν άμεση ολοκληρωτική σύγκρουση. Αν σε αυτή την περίπτωση η Τεχεράνη πλήξει και πάλι στόχους στο Ισραήλ ή στην Ντόχα, τότε θα είναι πολύ δύσκολο για την Ουάσινγκτον να περιορίσει την ανταπάντηση του Τελ Αβίβ.
– Το τρίτο σενάριο είναι παρατεταμένη ένταση χωρίς άμεσο πλήγμα. Στρατιωτική ετοιμότητα, κυβερνοεπιχειρήσεις, στοχευμένες επιχειρήσεις χαμηλής ορατότητας, οικονομική πίεση. Είναι το σενάριο της «θερμής ειρήνης». Δεν λύνει το πρόβλημα, απλά το μεταθέτει. Σε αυτή την περίπτωση κανένας δεν μπορεί να προδικάσει τις εξελίξεις. Δεν υπάρχει υπολογισμός και το κόστος για όλες τις πλευρές αλλά, κυρίως, για τις ΗΠΑ θα συνεχίσει να είναι σημαντικό. Ο Τραμπ δεν θέλει σε καμία περίπτωση να συνδεθεί πριν από τις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές με αποστολή αμερικανικών στρατευμάτων σε τρίτες χώρες, ειδικά όταν εξελέγη πριν από έναν και πλέον χρόνο με το αντίθετο ακριβώς στρατηγικό -όπως αποδείχθηκε- αφήγημα.
Το τι θα επιλεγεί εξαρτάται από έναν παράγοντα που συχνά υποτιμάται: το εσωτερικό πολιτικό κόστος. Στις ΗΠΑ, ένας νέος μεγάλος πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στο πολιτικό κλίμα και στην οικονομία. Στο Ιράν, μια ανοιχτή σύγκρουση θα επιδείνωνε μια ήδη επιβαρυμένη οικονομία, με πληθωρισμό, υποτίμηση νομίσματος και κοινωνική κόπωση. Η στρατιωτική συσσώρευση του Τραμπ είναι συνεπώς διπλής ανάγνωσης. Από τη μία πλευρά αυξάνει δραστικά την πίεση προς την Τεχεράνη και, από την άλλη, αυξάνει και τις προσδοκίες για δράση. Αν τελικά επιλεγεί η μη χρήση βίας, το αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι τόσο σαφές ώστε να δικαιολογεί την επίδειξη ισχύος. Το πιο πιθανό αποτέλεσμα, με βάση τις τρέχουσες εκτιμήσεις, είναι μια ελεγχόμενη αποκλιμάκωση. Οχι επειδή οι διαφορές γεφυρώνονται, αλλά επειδή το κόστος πλήρους σύγκρουσης είναι δυσανάλογο για όλους τους εμπλεκόμενους. Η στρατηγική λογική δείχνει ότι η αποτροπή λειτουργεί καλύτερα όταν δεν δοκιμάζεται μέχρι τέλους.
Αλυσιδωτή αντίδραση
Ωστόσο, η περιοχή βρίσκεται σε οριακή ισορροπία. Η παρουσία ισχυρών αμερικανικών δυνάμεων αυξάνει την πιθανότητα τυχαίου περιστατικού, λανθασμένης εκτίμησης ή τοπικής κλιμάκωσης που θα ξεφύγει από τον κεντρικό έλεγχο. Και σε τέτοιες συνθήκες, η Ιστορία δείχνει ότι οι κρίσεις συχνά δεν ξεκινούν από στρατηγικό σχέδιο, αλλά από αλυσιδωτή αντίδραση.
Η διαμάχη ΗΠΑ με Ιράν δεν είναι μόνο αντιπαράθεση συμφερόντων. Είναι σύγκρουση αντιλήψεων περί κύρους, αξιοπιστίας και επιβίωσης. Αν υπάρξει συμφωνία, θα είναι αποτέλεσμα αμοιβαίας αναγνώρισης ορίων. Αν δεν υπάρξει, η επόμενη φάση θα είναι πιο αβέβαιη από οποιαδήποτε δημόσια δήλωση.
Η σημερινή «ακτινογραφία» της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή δείχνει μια πολυεπίπεδη, διασυνδεδεμένη δύναμη αποτροπής που δεν περιορίζεται σε έναν στόλο ή σε μια βάση, αλλά συγκροτεί ένα πλέγμα προβολής ισχύος από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο. Στον πυρήνα της βρίσκεται η ανάπτυξη αεροπλανοφόρου με συνοδευτική ομάδα μάχης -καταδρομικά και αντιτορπιλικά με δυνατότητες αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας- που επιτρέπουν άμεσες αεροπορικές επιχειρήσεις μεγάλης εμβέλειας. Παράλληλα, στρατηγικά βομβαρδιστικά μπορούν να επιχειρούν από βάσεις εκτός περιοχής, ενισχύοντας την ευελιξία πλήγματος χωρίς μόνιμη εγκατάσταση. Στον Κόλπο, κρίσιμες αεροπορικές εγκαταστάσεις σε Κατάρ, Μπαχρέιν και Κουβέιτ λειτουργούν ως κόμβοι ανεφοδιασμού, επιτήρησης και διοίκησης, ενώ ο Πέμπτoς Στόλος στο Μπαχρέιν διασφαλίζει συνεχή ναυτική παρουσία και έλεγχο θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, ιδίως γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.
Συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας -Patriot και THAAD- αναπτύσσονται σε επιλεγμένες χώρες του Κόλπου, δημιουργώντας προστατευτική ομπρέλα έναντι βαλλιστικών απειλών. Ταυτόχρονα, μικρότερες αλλά επιχειρησιακά κρίσιμες αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν στο Ιράκ και στη Συρία, με αποστολή επιτήρησης, εκπαίδευσης και αποτροπής αναβίωσης τζιχαντιστικών δικτύων, αλλά και ως γεωστρατηγικά «μάτια και αυτιά» απέναντι στην ιρανική δραστηριότητα. Συνολικά, δεν πρόκειται για διάταξη εισβολής, αλλά για πλήρες φάσμα αποτροπής: δυνατότητα ταχείας αεροπορικής κλιμάκωσης, ναυτικής επιβολής, αντιπυραυλικής άμυνας και ειδικών επιχειρήσεων – μια δομή που επιτρέπει στον Λευκό Οίκο να μεταβεί από διπλωματική πίεση σε περιορισμένο στρατιωτικό πλήγμα εντός ωρών, χωρίς όμως να σημαίνει αυτομάτως ότι έχει ληφθεί απόφαση για γενικευμένη σύγκρουση.
Τα Στενά του Ορμούζ
Αν το Ιράν προχωρούσε σε κλείσιμο ή σοβαρή παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, οι οικονομικές συνέπειες θα ήταν άμεσες και παγκόσμιες, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου το 20% της ημερήσιας παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου – δηλαδή σχεδόν 18-20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Σήμερα, το Brent κινείται περίπου στα 71-72 δολάρια το βαρέλι και το αμερικανικό WTI γύρω στα 66 δολάρια, επίπεδα που ήδη ενσωματώνουν ένα «γεωπολιτικό ασφάλιστρο» λόγω της έντασης.
Ενα πραγματικό, επιχειρησιακό κλείσιμο -ακόμη και για λίγες ημέρες- θα προκαλούσε άμεσο σοκ προσφοράς, με το Brent να εκτιμάται ότι θα μπορούσε να κινηθεί ταχύτατα προς τα 90-100 δολάρια, ενώ σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης ή στρατιωτικής κλιμάκωσης, η τιμή θα μπορούσε να προσεγγίσει ή και να υπερβεί τα 120-130 δολάρια. Οι αγορές ενέργειας λειτουργούν με βάση την προσδοκία ρίσκου, αν η διακοπή θεωρηθεί διαχειρίσιμη και σύντομη, η άνοδος θα είναι απότομη αλλά παροδική.
Αν όμως εκληφθεί ως παρατεταμένη ή επαναλαμβανόμενη απειλή, τότε θα προκύψει δομική ανατιμολόγηση, με συνέπειες στον πληθωρισμό, στο κόστος μεταφορών, στην τιμή καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας διεθνώς. Ενα τέτοιο σοκ θα επιβάρυνε ιδιαίτερα την Ευρώπη και τις ασιατικές οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές, ενώ θα πίεζε τις κεντρικές τράπεζες να καθυστερήσουν μειώσεις επιτοκίων, μετατρέποντας μια περιφερειακή σύγκρουση σε παγκόσμιο οικονομικό επιταχυντή αβεβαιότητας.
Η πίεση του προέδρου των ΗΠΑ μπορεί να οδηγήσει τελικά σε συμφωνία με τους μουλάδες – Ωστόσο, η παρουσία ισχυρών αμερικανικών δυνάμεων αυξάνει την πιθανότητα τυχαίου περιστατικού που θα ξεφύγει από τον κεντρικό έλεγχο – Τα σενάρια της επόμενης μέρας
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
