Το να «κλέβει» ένα παιδί στο παιχνίδι ή να αντιγράφει στο σχολείο είναι μια εμπειρία που πολλοί γονείς και εκπαιδευτικοί έχουν αντιμετωπίσει. Συχνά προκαλεί ανησυχία, καθώς μπορεί να ερμηνευτεί ως ένδειξη ανήθικης συμπεριφοράς ή ως προάγγελος μελλοντικής ανεντιμότητας. Ωστόσο, σύμφωνα με την καθηγήτρια Ψυχολογίας της Εκπαίδευσης Penny Van Bergen, η εξαπάτηση στην παιδική ηλικία είναι όχι μόνο συνηθισμένη, αλλά και συχνά μέρος της φυσιολογικής ψυχολογικής ανάπτυξης.
Η εξαπάτηση, με απλά λόγια, συμβαίνει όταν ένα παιδί παραβιάζει συνειδητά τους κανόνες για να αποκτήσει πλεονέκτημα. Μπορεί να σημαίνει ότι κοιτάζει τις κάρτες ενός άλλου παίκτη, δηλώνει ψευδώς το αποτέλεσμα ενός ζαριού ή αντιγράφει σε ένα διαγώνισμα. Αν και αυτή η συμπεριφορά προκαλεί ενόχληση στους ενήλικες, οι έρευνες δείχνουν ότι είναι εξαιρετικά διαδεδομένη. Σε ένα κλασικό πείραμα, ζητήθηκε από παιδιά πέντε ετών να μην κοιτάξουν μέσα σε ένα κουτί όσο ο ερευνητής έφευγε από το δωμάτιο. Σχεδόν όλα τα παιδιά υπέκυψαν στον πειρασμό και τα περισσότερα αρνήθηκαν ότι το έκαναν.
Το παράδοξο είναι ότι η ικανότητα εξαπάτησης συνδέεται με σημαντικές γνωστικές δεξιότητες. Για να εξαπατήσει αποτελεσματικά, ένα παιδί πρέπει να κατανοήσει τι σκέφτεται ο άλλος και να προβλέψει πώς θα αντιδράσει. Αυτή η ικανότητα, γνωστή ως «θεωρία του νου», αποτελεί βασικό στάδιο της ψυχολογικής ανάπτυξης. Τα μικρότερα παιδιά δυσκολεύονται να πουν μια πειστική ιστορία, ενώ τα μεγαλύτερα μπορούν να οργανώσουν πιο σύνθετες μορφές εξαπάτησης. Με άλλα λόγια, η εξαπάτηση δεν υποδηλώνει απαραίτητα ηθική αποτυχία, αλλά την ανάπτυξη της κοινωνικής νοημοσύνης.
Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, η εξαπάτηση μεταφέρεται συχνά από το παιχνίδι στο σχολικό περιβάλλον. Έρευνες έχουν δείξει ότι περισσότεροι από τρεις στους τέσσερις μαθητές λυκείου παραδέχονται ότι έχουν αντιγράψει τουλάχιστον μία φορά μέσα σε έναν χρόνο. Οι μορφές εξαπάτησης περιλαμβάνουν την αντιγραφή εργασιών, τη χρήση απαντήσεων από το διαδίκτυο ή τη συνεργασία σε ατομικές εξετάσεις. Πολλοί μαθητές δικαιολογούν αυτή τη συμπεριφορά, ιδιαίτερα όταν θεωρούν ότι βοηθούν έναν φίλο ή βρίσκονται υπό έντονη πίεση, όπως αναφέρει άρθρο της καθηγήτριας στο The Conversation.
Ο πειρασμός παίζει καθοριστικό ρόλο. Όπως και οι ενήλικες, τα παιδιά είναι πιο πιθανό να εξαπατήσουν όταν το όφελος είναι μεγαλύτερο ή όταν θέλουν να αποφύγουν αρνητικές συνέπειες. Σε ένα πείραμα, παιδιά ηλικίας επτά έως δέκα ετών είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να κλέψουν σε ένα παιχνίδι όταν το έπαθλο ήταν πιο ελκυστικό. Παράλληλα, η υπερβολική πίεση για υψηλές επιδόσεις μπορεί να ενισχύσει την τάση για εξαπάτηση. Όταν το σχολείο παρουσιάζεται ως πεδίο ανταγωνισμού και όχι μάθησης, οι μαθητές ενδέχεται να δουν την εξαπάτηση ως μέσο επιβίωσης.
Δεν εξαπατούν όμως όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο. Ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι τα αγόρια μπορεί να εξαπατούν συχνότερα, ιδιαίτερα όταν υπάρχει πιθανότητα κέρδους, ενώ τα κορίτσια είναι πιο πιθανό να εξαπατήσουν για να αποφύγουν μια απώλεια. Παράλληλα, τα παιδιά που αντιμετωπίζουν κοινωνική απόρριψη ή έχουν χαμηλότερη αυτορρύθμιση είναι πιο πιθανό να παραβιάσουν τους κανόνες. Η εξαπάτηση, σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να συνδέεται με συναισθηματικές δυσκολίες και όχι με ηθική αδιαφορία.
Παρά το γεγονός ότι η εξαπάτηση είναι συνηθισμένη, δεν πρέπει να αγνοείται πλήρως. Όταν γίνεται συστηματική, μπορεί να επηρεάσει τη μάθηση και την ανάπτυξη του παιδιού. Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά που εξαπατούν στις σχολικές δοκιμασίες έχουν λιγότερες πιθανότητες να μάθουν από τα λάθη τους, καθώς παρακάμπτουν τη διαδικασία της κατανόησης.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η αντιμετώπιση της εξαπάτησης δεν πρέπει να βασίζεται στην τιμωρία, αλλά στην καθοδήγηση. Οι ανοιχτές συζητήσεις για την αξία της ειλικρίνειας, η μείωση της υπερβολικής πίεσης για επιτυχία και η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης μπορούν να βοηθήσουν. Εξίσου σημαντικό είναι το παράδειγμα των ενηλίκων. Τα παιδιά παρατηρούν και μιμούνται τη συμπεριφορά των γονέων και των εκπαιδευτικών. Όταν βλέπουν ενήλικες να ενεργούν με ακεραιότητα, είναι πιο πιθανό να υιοθετήσουν τις ίδιες αξίες.
Τελικά, η εξαπάτηση στην παιδική ηλικία δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη ενός προβληματικού χαρακτήρα. Αντίθετα, συχνά αντανακλά τη φυσιολογική ανάπτυξη της σκέψης και των κοινωνικών δεξιοτήτων. Το κρίσιμο στοιχείο είναι πώς οι ενήλικες αντιδρούν. Με υπομονή, κατανόηση και σωστή καθοδήγηση, η εξαπάτηση μπορεί να μετατραπεί από πρόβλημα σε ευκαιρία μάθησης.
