Πρώτα ήταν η Μελόνι, που δεν έδωσε την άδεια στις ΗΠΑ για τη χρήση της νατοϊκής βάσης στη Σικελία για την επίθεση στο Ιράν. Ακολούθησαν η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και το AfD στη Γερμανία. Η ευρωπαϊκή ακροδεξιά, που μέχρι πρόσφατα επεδίωκε στενές σχέσεις με τον Ντόναλντ Τραμπ, αρχίζει να κρατά αποστάσεις.
Στη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν και ο Εθνικός Συναγερμός επιχειρούν μια λεπτή ισορροπία. Αφού αρχικά στήριξαν τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα στο Ιράν, πλέον υιοθετούν σαφώς πιο επικριτικό τόνο απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ. Η Λεπέν κάνει λόγο για «τυφλές επιθέσεις» και «έλλειψη προετοιμασίας», επισημαίνοντας τις «καταστροφικές συνέπειες» που είχαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στις τιμές των καυσίμων.
Η στροφή αυτή δεν είναι τυχαία. Η άνοδος των τιμών στην ενέργεια πλήττει άμεσα τα λαϊκά στρώματα, τα οποία αποτελούν τη βασική εκλογική δεξαμενή της ακροδεξιάς. Έτσι, ο Εθνικός Συναγερμός επανέρχεται στην παραδοσιακή του ρητορική: μείωση φόρων στα καύσιμα, κρατικός έλεγχος στην αγορά και καταγγελία των «κερδοσκόπων» – είτε πρόκειται για πετρελαϊκές εταιρείες είτε για το ίδιο το γαλλικό κράτος.
Η κριτική προς την κυβέρνηση εστιάζει στο ότι επωφελείται δημοσιονομικά από την αύξηση των τιμών, αρνούμενη να μειώσει τους φόρους.Ταυτόχρονα, η Λεπέν επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί από την Ουάσιγκτον, γνωρίζοντας ότι ο Τραμπ παραμένει αντιδημοφιλής στη γαλλική κοινή γνώμη.
Ανάλογη, αν και πιο σύνθετη, είναι η εικόνα στη Γερμανία. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), που είχε επενδύσει πολιτικά στη σχέση της με το τραμπικό κίνημα MAGA, αναγκάζεται πλέον να αναδιπλωθεί. Οι ηγέτες της, όπως η Άλις Βάιντελ, καταδίκασαν τα αμερικανικά πλήγματα στο Ιράν ως «καταστροφή», ενώ το κόμμα περιορίζει τις επαφές του με τις ΗΠΑ.
Πολλοί μέσα στο AfD, το οποίο στις δημοσκοπήσεις διεκδικεί την πρώτη θέση από τους Χριστιανοδημοκράτες του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, είχαν χαιρετίσει την επανεκλογή του Τραμπ. Μια αντιπροσωπεία στελεχών του κόμματος ταξίδεψε στην Ουάσινγκτον για την ορκωμοσία του στις αρχές του περασμένου έτους.
Το κίνημα MAGA ανταπέδωσε προσφέροντας άνευ προηγουμένου υποστήριξη στην AfD κατά την περίοδο που προηγήθηκε των εθνικών κοινοβουλευτικών εκλογών τον Φεβρουάριο του 2025, με εξέχουσες προσωπικότητες, όπως ο Έλον Μασκ και ο αντιπρόεδρος Βανς, να υποστηρίζουν δημοσίως το κόμμα.
Τους μήνες που ακολούθησαν τις εκλογές, όταν η AfD κατέλαβε τη δεύτερη θέση με ρεκόρ 21%, το κόμμα συνέχισε να καλλιεργεί σχέσεις με αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ και το ευρύτερο κίνημα MAGA.
Η τωρινή αλλαγή αυτή συνδέεται άμεσα με τη γερμανική οικονομία, που μετά από χρόνια στασιμότητας έδειχνε σημάδια ανάκαμψης· η ενεργειακή κρίση επαναφέρει τον φόβο της ύφεσης. Οι ψηφοφόροι του AfD εμφανίζονται όλο και πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε έναν πόλεμο που αυξάνει το κόστος ζωής και ενέχει τον κίνδυνο ευρύτερης εμπλοκής της Ευρώπης.
Παράλληλα, η παραδοσιακή δυσπιστία απέναντι στις ΗΠΑ –ιδιαίτερα ισχυρή στα ανατολικά κρατίδια– ενισχύεται. Δηλώσεις υπέρ της αποχώρησης αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία επανέρχονται στο προσκήνιο, ενώ στο εσωτερικό του κόμματος καταγράφεται μια χαρακτηριστική «διπλή στάση»: από τη μία αναγνώριση της πολιτικής συγγένειας με τον Τραμπ, από την άλλη έντονη διαφωνία με την εξωτερική του πολιτική.
Το κοινό νήμα και στις τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες είναι σαφές. Η ευρωπαϊκή ακροδεξιά δεν εγκαταλείπει τον τραμπισμό ως πολιτικό μοντέλο –ιδίως σε ζητήματα μετανάστευσης ή πολιτισμικών συγκρούσεων– αλλά προσαρμόζεται όταν αυτός συγκρούεται με τα άμεσα οικονομικά συμφέροντα των ψηφοφόρων της.
Η ακροδεξιά Διεθνής στηριζόταν πάντα όχι στην ιδεολογία, αλλά στον καιροσκοπισμό και τη δημαγωγία.
