Πέρασαν σχεδόν έξι χρόνια από εκείνο το πρώτο, κάπως αινιγματικό showcase της Sony για το PlayStation 5, όπου η Capcom μας πρωτοπαρουσίασε το Pragmata, και η αλήθεια είναι ότι στο μεσοδιάστημα, ανάμεσα σε αλλεπάλληλες αναβολές και εκείνα τα σύντομα βίντεο με την Diana να κρατάει μια πινακίδα ζητώντας συγγνώμη για την καθυστέρηση, είχα αρχίσει να πιστεύω ότι το παιχνίδι θα κατέληγε άλλη μια χαμένη υπόσχεση. Όταν τελικά έφτασε στα χέρια μου για τις ανάγκες αυτού του review, η αρχική μου ανυπομονησία είχε δώσει τη θέση της σε μια πιο ψύχραιμη περιέργεια, κυρίως επειδή η ιαπωνική εταιρεία διανύει μια περίοδο μεγάλης εμπορικής και δημιουργικής σταθερότητας και ήθελα να δω αν αυτό το νέο εγχείρημα θα στεκόταν επάξια δίπλα στα μεγάλα της franchises ή αν θα αποδεικνυόταν ένα υπερβολικά φιλόδοξο αλλά τελικά άστοχο πείραμα.

Η πρώτη θετική έκπληξη έρχεται από τον τρόπο με τον οποίο το Pragmata επιλέγει να συστηθεί στον παίκτη, καθώς δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με ανούσιες υπερβολές αλλά αντίθετα δείχνει από νωρίς ότι αποτελεί μια κλασική, γραμμική εμπειρία δράσης που εστιάζει αποκλειστικά στην ιστορία και το gameplay της. Σε μια αγορά που έχει κατακλυστεί από αχανείς ανοιχτούς κόσμους γεμάτους επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες και παιχνίδια που απαιτούν δεκάδες ώρες ενασχόλησης χωρίς να προσφέρουν ουσιαστικό περιεχόμενο, η επιλογή της Capcom να παραδώσει μια σφιχτοδεμένη περιπέτεια 12-15 ωρών μοιάζει με μια εξαιρετικά τίμια και ευπρόσδεκτη πρόταση. Η απουσία στοιχείων όπως τα microtransactions, οι συνεχείς διαδικτυακές συνδέσεις ή τα live-service στοιχεία δείχνει μια ξεκάθαρη προσήλωση στο παραδοσιακό single-player gaming, κάτι που εκτιμάται ιδιαίτερα από όσους αναζητούν μια πιο συγκεντρωμένη και ολοκληρωμένη εμπειρία.

Η πλοκή μάς μεταφέρει σε μια εγκαταλελειμμένη σεληνιακή βάση, η οποία πλέον ελέγχεται από μια εχθρική τεχνητή νοημοσύνη που έχει στρέψει όλα τα αμυντικά συστήματα και τα ρομπότ εναντίον της ανθρωπότητας, δημιουργώντας ένα μάλλον κλειστοφοβικό και απειλητικό σκηνικό. Ο πρωταγωνιστής μας, ο Hugh, είναι ένας βαριά εξοπλισμένος τεχνικός που προσπαθεί να βρει έναν τρόπο διαφυγής προς τη Γη, έχοντας δίπλα του την Diana, ένα μικρό κορίτσι με ιδιαίτερες ψηφιακές ικανότητες που αποτελεί και το κλειδί για την επιβίωση τους. Η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ αυτών των δύο χαρακτήρων αποτελεί τον συνεκτικό δεσμό ολόκληρης της εμπειρίας, καθώς αποφεύγει τους εύκολους μελοδραματισμούς και χτίζεται οργανικά μέσα από τις ανάγκες του gameplay, με την Diana να μην περιορίζεται στον ρόλο ενός παθητικού χαρακτήρα που χρειάζεται προστασία αλλά να συμμετέχει ενεργά σε κάθε πτυχή της περιπέτειας.

Το σύστημα μάχης αποτελεί αναμφίβολα το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του παιχνιδιού, καθώς καταφέρνει να συνδυάσει δύο πολύ διαφορετικούς μηχανισμούς σε ένα ενιαίο και αρκετά απαιτητικό σύνολο, αναγκάζοντας τον παίκτη να διαχειρίζεται ταυτόχρονα την ωμή δύναμη και την τεχνολογία. Από τη μία πλευρά έχουμε τον Hugh με το βαρύ οπλοστάσιο του, που περιλαμβάνει από καραμπίνες μέχρι ισχυρά ενεργειακά όπλα που απαιτούν σωστό χρονισμό, και από την άλλη την Diana, η οποία μπορεί να χακάρει τα εχθρικά συστήματα σε πραγματικό χρόνο μέσω ενός γρήγορου mini-game. Αυτή η διαδικασία του hacking απαιτεί από εσένα να κατευθύνεις τη μικρή σε ένα ψηφιακό πλέγμα για να παρακάμψει την ασφάλεια των ρομπότ, την ίδια ώρα που με τον Hugh προσπαθείς να αποφύγεις τις επιθέσεις και να κρατήσεις τις αποστάσεις σου, κάτι που δημιουργεί μια πολύ έντονη και δυναμική ροή στις αναμετρήσεις.

Παρόλο που στην αρχή αυτή η διπλή διαχείριση μπορεί να φανεί κάπως χαοτική ή να προκαλέσει μια μικρή σύγχυση, καθώς προσπαθείς να εστιάσεις ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικά σημεία της οθόνης, ο έλεγχος γίνεται πολύ πιο φυσικός μετά τις πρώτες ώρες ενασχόλησης και η ικανοποίηση που προσφέρει ο σωστός συντονισμός των δύο χαρακτήρων είναι εξαιρετικά μεγάλη. Η αίσθηση των όπλων είναι υποδειγματική, με την Capcom να εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες του χειριστηρίου DualSense στο PS5, προσφέροντας διαφορετική αντίσταση στις σκανδάλες ανάλογα με το βάρος του όπλου και μια πολύ λεπτομερή απτική ανάδραση που κάνει την κάθε μάχη να μοιάζει χειροπιαστή και ικανοποιητική. Οι συγκρούσεις δεν βασίζονται στην απλή αντανακλαστική αντίδραση, αλλά απαιτούν μια συνεχή εκτίμηση του χώρου και των διαθέσιμων πόρων, καθώς η διαχείριση των πυρομαχικών και του χρόνου hacking είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της κάθε μάχης.

Η σχεδίαση των επιπέδων αξιοποιεί με πολύ έξυπνο τρόπο το περιβάλλον της σεληνιακής βάσης, ξεφεύγοντας από τη μονοτονία των γκρίζων διαδρόμων που θα περίμενε κανείς από ένα τέτοιο σκηνικό, καθώς εισάγει διάφορες περιοχές εικονικής πραγματικότητας που προσομοίνουν επίγεια περιβάλλοντα, όπως μια τεχνητή παραλία. Η εξερεύνηση αυτών των χώρων γίνεται με έναν αρκετά ικανοποιητικό ρυθμό, προσφέροντας στον παίκτη τη δυνατότητα να ανακαλύψει κρυμμένες αναβαθμίσεις για τα όπλα του ή νέα διακοσμητικά στοιχεία για την Diana, τα οποία, αν και δεν επηρεάζουν άμεσα τα στατιστικά της, προσθέτουν μια ευχάριστη και ελαφρώς παιχνιδιάρικη νότα στην κατά τα άλλα σοβαρή ατμόσφαιρα του παιχνιδιού. Αυτή η προσοχή στη λεπτομέρεια δείχνει ότι η ομάδα ανάπτυξης δεν αντιμετώπισε το Pragmata ως ένα τυποποιημένο προϊόν, αλλά προσπάθησε να του δώσει μια ξεχωριστή ταυτότητα μέσα από μικρές, προσεγμένες πινελιές.

Στον τεχνικό τομέα, η χρήση της RE Engine αποδεικνύεται για άλλη μια φορά εξαιρετικά επιτυχημένη, καθώς το παιχνίδι παρουσιάζει μια εξαιρετική οπτική ποιότητα στο PS5, με πολύ προσεγμένα μοντέλα χαρακτήρων, ρεαλιστικές υφές στα υλικά των στολών και εντυπωσιακά εφέ φωτισμού που αναδεικνύουν την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της βάσης. Η απόδοση παραμένει σταθερή ακόμα και κατά τη διάρκεια των πιο απαιτητικών σκηνών μάχης όπου η οθόνη γεμίζει με εκρήξεις, θραύσματα και ψηφιακά εφέ από τις ικανότητες της Diana. Για τους κατόχους της ισχυρότερης έκδοσης της κονσόλας, η βελτίωση στην καθαρότητα της εικόνας και η σταθερότητα των σκιών είναι εμφανείς, χωρίς ωστόσο η βασική έκδοση του PS5 να στερείται της οπτικής πιστότητας ή της ομαλότητας που απαιτεί ένα τέτοιο παιχνίδι δράσης.

Παρά τα αναμφισβήτητα πλεονεκτήματα του, το Pragmata παρουσιάζει ορισμένες αδυναμίες που γίνονται πιο εμφανείς όσο πλησιάζουμε προς το τέλος της περιπέτειας, με κυριότερη αυτή της σεναριακής ανάπτυξης και του ρυθμού της αφήγησης. Ενώ η σχέση των δύο πρωταγωνιστών χτίζεται με μεγάλη προσοχή, η κεντρική πλοκή που αφορά την καταστροφή της βάσης και τα κίνητρα της εχθρικής τεχνητής νοημοσύνης παραμένει μάλλον ρηχή και σχηματική, αφήνοντας την αίσθηση ότι η ιστορία ολοκληρώνεται κάπως βιαστικά χωρίς να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις στα περισσότερα από τα ερωτήματα που η ίδια έθεσε. Αυτή η βιασύνη στο τελευταίο τρίτο του παιχνιδιού στερεί ενδεχομένως από την εμπειρία την κορύφωση που της άξιζε, κάνοντας τη να μοιάζει περισσότερο με την εισαγωγή μιας μεγαλύτερης ιστορίας (χμμμ, λέτε να έχουμε sequel;) παρά με ένα ολοκληρωμένο, αυτόνομο έργο.

Ένα ακόμα σημείο που επιδέχεται βελτίωσης είναι η τεχνητή νοημοσύνη των απλών εχθρών, η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον εξαιρετικό σχεδιασμό των boss fights, καθώς οι περισσότεροι τυπικοί αντίπαλοι που αντιμετωπίζεις στους διαδρόμους κινούνται με πολύ προβλέψιμο τρόπο χωρίς να αναζητούν κάλυψη ή να προσπαθούν να σε πλαγιοκοπήσουν, με αποτέλεσμα οι απλές μάχες να γίνονται αρκετά επαναλαμβανόμενες μετά το μέσο του παιχνιδιού, αφού η στρατηγική σου παραμένει ουσιαστικά η ίδια και μόνο η εισαγωγή νέων όπλων καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον σε ικανοποιητικό επίπεδο. Επιπλέον, ορισμένες ατάκες του Hugh κατά τη διάρκεια των μαχών ακούγονται κάπως ξύλινες ή υπερβολικά σοβαρές, θυμίζοντας παλιότερες εποχές του gaming και δημιουργώντας μια μικρή παραφωνία με την κατά τα άλλα προσεγμένη και ώριμη ατμόσφαιρα του τίτλου.

Συνοψίζοντας, το Pragmata αποτελεί μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια από την Capcom να παρουσιάσει κάτι καινούργιο, προσφέροντας μια διασκεδαστική και οπτικά εντυπωσιακή περιπέτεια που αποφεύγει τις σύγχρονες παγίδες των υπερβολικά μεγάλων παιχνιδιών και εστιάζει στην ουσία της single-player εμπειρίας. Αν και οι αδυναμίες στην αφήγηση και η απλοϊκή συμπεριφορά των βασικών εχθρών το εμποδίζουν από το να φτάσει στο επίπεδο των κορυφαίων κυκλοφοριών της εταιρείας, το συνολικό αποτέλεσμα παραμένει εξαιρετικά θετικό και προσφέρει μερικές από τις πιο φρέσκες ιδέες που έχουμε δει πρόσφατα στο είδος. Για όσους αναζητούν ένα καλοφτιαγμένο, γραμμικό παιχνίδι δράσης με έντονο ρυθμό και ενδιαφέροντες μηχανισμούς, η περιπέτεια του Hugh και της Diana αποτελεί μια πολύ καλή επιλογή που δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό την πολυετή αναμονή μας.