Ο Τζέφρι Έπστιν παράτησε το κολέγιο και ξεκίνησε να εργάζεται ως καθηγητής Μαθηματικών και Φυσικής. Πώς κατάφερε λοιπόν από μία τέτοια αφετηρία να χτίσει μία τόσο μεγάλη περιουσία;
Αν και από εργατική οικογένεια, ο Έπστιν είχε γνωριμίες, οι οποίες τον έφεραν κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970 στην επενδυτική τράπεζα Bear Stearns, όπου ήρθε σε επαφή με τα υψηλά χρηματοοικονομικά. Έπειτα από πέντε χρόνια εργασίας και μία προαγωγή, αποφάσισε να αποχωρήσει από την τράπεζα, αξιοποιώντας ωστόσο την εμπειρία και τις επαφές που είχε δημιουργήσει εκεί.
Έκτοτε, το όνομα του Έπστιν επανεμφανιζόταν στους οικονομικούς κύκλους, ωστόσο ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς τι ακριβώς έκανε.
«Ήταν ένα αίνιγμα», λέει ο δημοσιογράφος Τσαρλς Γκασπαρίνο στο ντοκιμαντέρ του Netflix “Jeffrey Epstein: Filthy Rich”. Οι άνθρωποι της Γουόλ Στριτ αφήνουν συνήθως ίχνη – ο Έπστιν όμως όχι.
«Ήταν κάποιος για τον οποίο μιλούσαν πολλοί, αλλά δεν είχε ουσιαστικό αποτύπωμα στον επενδυτικό κόσμο», προσθέτει ο Γκασπαρίνο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Έπστιν προσελήφθη από τον Στίβεν Χόφενμπεργκ, πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της Towers Financial Corporation, ο οποίος διαχειριζόταν ένα Ponzi scheme ύψους 460 εκατομμυρίων δολαρίων.
Ο Έπστιν «ανέλαβε το κομμάτι των τίτλων, τα ψεύτικα περιουσιακά στοιχεία, χειραγωγούσε τιμές μετοχών και διαπραγματευόταν παράνομα», αναφέρει σε συνέντευξη ο Χόφενμπεργκ.
Τα πρώτα βήματα στην επαγγελματική καριέρα του Έπστιν του επέτρεψαν να δημιουργήσει ένα εκτενές δίκτυο επαφών.
Το 1993 το σχήμα κατέρρευσε και ο Χόφενμπεργκ καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκιση. Ο Έπστιν δεν κατηγορήθηκε ποτέ, επομένως παραμένει ασαφές ποιον ρόλο έπαιξε και τι οικονομικά οφέλη είχε.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ο Έπστιν είχε γνωρίσει και τον Λες Γουέξνερ, μεγιστάνα και ιδιοκτήτη των Victoria’s Secret και The Limited. Από το 1991 ο Έπστιν απέκτησε πλήρη πρόσβαση στα οικονομικά του δισεκατομμυριούχου ως σύμβουλός του, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση των προσωπικών του οικονομικών και λαμβάνοντας σε αντάλλαγμα γενναιόδωρες αμοιβές, γεγονός που του επέτρεψε να αγοράσει ακίνητα, αλλά και ιδιωτικό τζετ.
Οι δύο άνδρες χώρισαν το 2007, όταν ο Έπστιν βρέθηκε στο επίκεντρο σκανδάλου. Τότε ο Γουέξνερ ανακάλυψε πως ο Έπστιν είχε «ιδιοποιηθεί τεράστια ποσά από εμένα και την οικογένειά μου».
Σύμφωνα με έκθεση Αμερικανών εισαγγελέων, ο Έπστιν υπεξαίρεσε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια από τον Γουέξνερ. «Αυτή η παραβατική συμπεριφορά, μαζί με τις αμοιβές που κατέβαλε στον εαυτό του για τις υπηρεσίες του, φαίνεται να εξηγούν σχεδόν ολόκληρη την περιουσία του», αναφέρεται σχετικά.
Μάλιστα, ο Έπστιν αγόραζε κατ’ επανάληψη ακίνητα για λογαριασμό του Γουέξνερ και στη συνέχεια τα μεταπωλούσε… στον εαυτό του σε τιμές πολύ χαμηλότερες.
Το 2008 επέστρεψε 100 εκατομμύρια δολάρια στον Γουέξνερ μέσω ιδιωτικού διακανονισμού. Παρά τη μεταξύ τους ρήξη, ο Γουέξνερ δεν υπέβαλε επίσημη καταγγελία.
Η σχέση του με τον Γουέξνερ προσέφερε στον Έπστιν και κάτι ακόμα πολύ σημαντικό: κύρος. Εφόσον ένας τόσο ισχυρός επιχειρηματίας τον εμπιστευόταν, τότε και άλλοι μπορούσαν να το κάνουν.
Το δίκτυο του Έπστιν περιλάμβανε σταδιακά δισεκατομμυριούχους, επιφανείς προσωπικότητες και ολοένα περισσότερους πανίσχυρους ανθρώπους, οι οποίοι συνέχισαν να συνεργάζονται μαζί του ακόμη και μετά το 2008, όταν και καταδικάστηκε ως σεξουαλικός παραβάτης.
Όταν πέθανε, ο Έπστιν είχε περιουσιακά στοιχεία που ξεπερνούσαν τα 500 εκατομμύρια δολάρια.
Από το 1998 έως το 2013, τους λογαριασμούς του διαχειριζόταν η JPMorgan, ενώ από το 2013 κι έπειτα άνοιξε λογαριασμούς στην Deutsche Bank, με την οποία συνεργαζόταν έως λίγο προτού πεθάνει. Η JPMorgan κατέβαλε πάνω από 300 εκατομμύρια δολάρια σε διακανονισμούς κατόπιν μηνύσεων κατά του Έπστιν από θύματά του, ενώ αποζημίωση 75 εκατομμυρίων κατέβαλε και η Deutsche Bank, προσθέτοντας πως μετανιώνει για τη συνεργασία με τον Έπστιν, χωρίς ωστόσο να παραδεχθεί ενοχή.
Ο Έπστιν συνελήφθη στις 6 Ιουλίου 2019 για σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων και βρέθηκε νεκρός στο κελί του στις 10 Αυγούστου.
Στη διαθήκη του, που κατατέθηκε στις Παρθένες Νήσους, αναφέρονταν περιουσιακά στοιχεία ύψους 577 εκατομμυρίων δολαρίων – συμπεριλαμβανομένων μετρητών, επενδύσεων και ακινήτων στις Παρθένες Νήσους, τη Νέα Υόρκη, το Παρίσι και αλλού.
Ωστόσο, φόροι, δικαστικά έξοδα και αποζημιώσεις μείωσαν σημαντικά την περιουσία.
Έρευνα των New York Times το 2025 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Έπστιν έχτισε την περιουσία του μέσω «απατών, κλοπών και ψεμάτων». «Ο Έπστιν δεν ήταν μία οικονομική ιδιοφυΐα, αλλά ένας εξαιρετικά ικανός χειραγωγός και ψεύτης», ανέφερε η εφημερίδα. «Ξανά και ξανά φάνηκε πρόθυμος να κινηθεί στα όρια της παρανομίας και να κάψει γέφυρες στην επιδίωξη πλούτου και εξουσίας».
Πηγή: DW
