Ο Ντόναλντ Τραμπ θέλει οι ΗΠΑ να αποκτήσουν τη Γροιλανδία, πράγμα που όλο και περισσότερο αναφέρεται δημόσια μετά και την εισβολή στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο, όμως το πρόβλημα είναι ότι η Γροιλανδία ανήκει ήδη στη Δανία και η πλειοψηφία των Γροιλανδών δεν θέλει να γίνει μέρος των ΗΠΑ.
Όπως αναφέρει σε ρεπορτάζ του το Politico, σενάριο κατά το οποίο οι ΗΠΑ θα εισέβαλλαν αιφνιδιαστικά στη Νουούκ, την πρωτεύουσα της Γροιλανδίας, και θα καταλάμβαναν το νησί «α λα Βενεζουέλα» φαντάζει εξωφρενικό — ακόμη κι αν η πρόσφατη αμερικανική στρατιωτική επίδειξη ισχύος στην Καράκας φαίνεται να σόκαρε όλες τις πλευρές. Ωστόσο, υπάρχει πιο ρεαλιστικός τρόπος και ο Τραμπ φαίνεται να έχει ήδη προχωρήσει αρκετά προς αυτόν.
Το Politico μίλησε με εννέα αξιωματούχους της ΕΕ, στελέχη του ΝΑΤΟ, ειδικούς σε θέματα άμυνας και διπλωμάτες, προκειμένου να χαρτογραφήσει πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί μια αμερικανική κατάληψη του πλούσιου σε ορυκτά και στρατηγικά κρίσιμου αρκτικού νησιού.
«Θα μπορούσε να γίνει με πέντε ελικόπτερα… δεν θα χρειαζόταν πολλά στρατεύματα», είπε Δανός πολιτικός που ζήτησε να διατηρήσει την ανωνυμία του. «Δεν θα υπήρχε τίποτα που θα μπορούσαν να κάνουν [οι Γροιλανδοί]» πρόσθεσε.
Σχεδόν αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας, η κυβέρνηση Τραμπ άρχισε να ενθαρρύνει ανοιχτά το κίνημα ανεξαρτησίας της Γροιλανδίας, η οποία σήμερα είναι ημιαυτόνομη περιοχή του Βασιλείου της Δανίας. Μια ανεξάρτητη Γροιλανδία θα μπορούσε να συνάψει απευθείας συμφωνίες με τις ΗΠΑ, κάτι που σήμερα απαιτεί την έγκριση της Κοπεγχάγης.
Για να επιτευχθεί η ανεξαρτησία, οι Γροιλανδοί θα πρέπει να εγκρίνουν σχετικό δημοψήφισμα και στη συνέχεια να διαπραγματευτούν όρους αποχώρησης που θα πρέπει να γίνουν αποδεκτοί τόσο από τη Νουούκ όσο και από τη Δανία. Σε δημοσκόπηση του 2025, το 56% δήλωσε ότι θα ψήφιζε υπέρ της ανεξαρτησίας, ενώ το 28% δήλωσε αντίθετο.
Σύμφωνα με δανικά μέσα ενημέρωσης, Αμερικανοί με δεσμούς με τον Τραμπ έχουν πραγματοποιήσει μυστικές επιχειρήσεις επιρροής στη Γροιλανδία. Η δανική υπηρεσία πληροφοριών PET έχει προειδοποιήσει ότι το νησί αποτελεί «στόχο επιρροϊκών εκστρατειών διαφόρων ειδών».
Ο Φέλιξ Κάρτε, ειδικός στην ψηφιακή πολιτική που έχει συμβουλεύσει θεσμούς της ΕΕ, συνέκρινε τις μεθόδους αυτές με τις ρωσικές παρεμβάσεις σε χώρες όπως η Μολδαβία, η Ρουμανία και η Ουκρανία.
Όπως εξήγησε, η τακτική περιλαμβάνει συνδυασμό διαδικτυακών και μη διαδικτυακών ενεργειών, συνεργασία με πολιτικά ευθυγραμμισμένους παράγοντες και δημιουργία δικτύων ψεύτικων λογαριασμών και «μέσων» με στόχο να διογκώνεται τεχνητά η εικόνα λαϊκής υποστήριξης. Ο στόχος δεν είναι πάντα η πειθώ, αλλά η δημιουργία αίσθησης αναπόφευκτου.
Στην περίπτωση της Γροιλανδίας, οι ΗΠΑ φαίνεται να εφαρμόζουν μέρος αυτής της στρατηγικής. Ο Στίβεν Μίλερ, αναπληρωτής προσωπάρχης του Τραμπ, δήλωσε στο CNN ότι «κανείς δεν πρόκειται να πολεμήσει στρατιωτικά τις ΗΠΑ για το μέλλον της Γροιλανδίας».
Τον προηγούμενο μήνα, ο Τραμπ δημιούργησε τη θέση του ειδικού απεσταλμένου για τη Γροιλανδία και διόρισε τον κυβερνήτη της Λουιζιάνα, Τζεφ Λάντρι, δηλώνοντας ότι στόχος του είναι «να γίνει η Γροιλανδία μέρος των ΗΠΑ».
Παράλληλα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, κατά την επίσκεψή του στο νησί τον Μάρτιο, δήλωσε ότι «ο λαός της Γροιλανδίας θα έχει αυτοδιάθεση» και πρόσθεσε ότι οι ΗΠΑ είναι «η μόνη χώρα που θα σεβαστεί πραγματικά την κυριαρχία και την ασφάλειά τους».
Αν ένα δημοψήφισμα οδηγήσει τελικά στην ανεξαρτησία της Γροιλανδίας, το επόμενο βήμα θα ήταν η υπαγωγή της στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ.
Η ιδέα να γίνει η Γροιλανδία αμερικανική πολιτεία έχει τεθεί επανειλημμένα από άτομα του στενού κύκλου του Τραμπ, αλλά θεωρείται εξαιρετικά αντιδημοφιλής. Δημοσκόπηση έδειξε ότι το 85% των Γροιλανδών αντιτίθεται στην ένταξη στις ΗΠΑ, ενώ ακόμη και φιλοτραμπικά στελέχη του κινήματος ανεξαρτησίας απορρίπτουν το σενάριο.
Ωστόσο, υπάρχουν εναλλακτικές. Από πέρυσι κυκλοφορούν πληροφορίες ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει μια Συμφωνία Ελεύθερης Σύνδεσης (Compact of Free Association), αντίστοιχη με αυτές που έχουν οι ΗΠΑ με τη Μικρονησία, τα Νησιά Μάρσαλ και το Παλάου. Στο πλαίσιο αυτών των συμφωνιών, οι ΗΠΑ παρέχουν άμυνα και βασικές υπηρεσίες, ενώ αποκτούν πλήρη στρατιωτική ελευθερία.
Ο Κούνο Φένκερ, βουλευτής της αντιπολίτευσης υπέρ της ανεξαρτησίας, δήλωσε ότι οι Γροιλανδοί δεν θέλουν να γίνουν «σαν το Πουέρτο Ρίκο», αλλά είναι ανοιχτοί σε διμερείς συμφωνίες ή άλλες μορφές συνεργασίας, εφόσον εγκριθούν από δημοψήφισμα.
Παράλληλα, ειδικοί προειδοποιούν ότι μια τέτοια διαπραγμάτευση θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη για τη Γροιλανδία. Ο Τόμας Κρόσμπι, καθηγητής στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Βασιλικό Αμυντικό Κολέγιο της Δανίας, τόνισε ότι ο Τραμπ έχει ιστορικό επιβολής όρων, αθέτησης δεσμεύσεων και εκμετάλλευσης των συνομιλητών του.
Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι, και ιδιαίτερα η Δανία, θα αντιδρούσαν έντονα σε μια απόπειρα αποκοπής της Γροιλανδίας. Ωστόσο, οι ΗΠΑ διαθέτουν ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί: την Ουκρανία.
Καθώς οι ειρηνευτικές συνομιλίες προχωρούν, η Ουκρανία ζητά ισχυρές και μακροπρόθεσμες εγγυήσεις ασφαλείας από τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με Ευρωπαίο διπλωμάτη, ένα πιθανό σενάριο θα μπορούσε να είναι μια «ανταλλαγή ασφάλειας»: ισχυρότερη αμερικανική στήριξη στην Ουκρανία με αντάλλαγμα την ανοχή της Ευρώπης σε έναν διευρυμένο αμερικανικό ρόλο στη Γροιλανδία.
Αν και πολιτικά επώδυνο, κάτι τέτοιο ίσως θεωρηθεί προτιμότερο από το ενδεχόμενο σύγκρουσης με τον Τραμπ, ο οποίος θα μπορούσε να απαντήσει με κυρώσεις ή ακόμη και με στροφή υπέρ της Ρωσίας στις διαπραγματεύσεις.
Αν η Γροιλανδία ή η Δανία αρνηθούν, το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Σύμφωνα με ειδικούς, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επιβάλουν ένα τετελεσμένο γεγονός μέσα σε ελάχιστο χρόνο, μεταφέροντας στρατεύματα αεροπορικώς ή δια θαλάσσης και ανακηρύσσοντας το έδαφος αμερικανικό.
Οι αμυντικές δυνατότητες της Γροιλανδίας είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Δεν διαθέτει στρατό, ενώ οι δανικές δυνάμεις στο νησί είναι περιορισμένες και απαρχαιωμένες. Αν οι ΗΠΑ κινητοποιήσουν τις υπάρχουσες δυνάμεις τους ή αναπτύξουν ειδικές μονάδες, θα μπορούσαν να καταλάβουν τη Νουούκ «σε μισή ώρα ή λιγότερο», σύμφωνα με Δανό αναλυτή.
Μια τέτοια ενέργεια δεν θα είχε καμία νομική βάση και θα σήμαινε πρακτικά το τέλος του ΝΑΤΟ, προκαλώντας τεράστια απώλεια εμπιστοσύνης μεταξύ των συμμάχων και σοβαρή ζημιά στην ίδια την αμερικανική ασφάλεια.
Παρά τα παραπάνω, διπλωμάτες του ΝΑΤΟ εκτιμούν ότι ένα τέτοιο σενάριο παραμένει, προς το παρόν, μακρινό. Όπως ανέφερε ανώτατος αξιωματούχος της Συμμαχίας, «είμαστε ακόμη πολύ μακριά από ένα εχθρικό takeover».
