Οι κίνδυνοι για το περιβάλλον προέρχονται από πολλαπλές πηγές: από τα βαρέα μέταλλα που περιέχονται στα ίδια τα πυρομαχικά που χρησιμοποιούνται σε πολέμους, έως τα υλικά που διαλύονται και εκτοξεύονται στην ατμόσφαιρα από τις εκρήξεις. Οι επιπτώσεις στην ποιότητα του αέρα και τη δημόσια υγεία είναι πολυπαραγοντικές, σύμφωνα με ανάλυση του The Conversation.
Διαβάστε: Πόλεμοι και κλιματική κρίση / Γιατί οι ειδικοί μιλούν για «οικοκτονία» σε Γάζα και Ουκρανία
Βόμβες και τα βλήμματα πυροβολιού συχνά περιέχουν εκρηκτικά και βαρέα μέταλλα, όπως μόλυβδο και υδράργυρο, τα οποία μολύνουν το έδαφος, το νερό και το περιβάλλον. Όταν κτίρια καταστρέφονται ή καταρρέουν, τα συντρίμμια τους περιλαμβάνουν θρυμματισμένο σκυρόδεμα, γύψο και καρκινογόνα υλικά, όπως ο αμίαντος. Ακόμη και μετά την κατακάθιση της σκόνης, ο άνεμος ή οι εργασίες διάσωσης και απομάκρυνσης των ερειπίων μπορούν να επαναφέρουν αυτά τα σωματίδια στον αέρα.
Περιοχές όπως η Λωρίδα της Γάζας, το Ιράκ, το Κουβέιτ, η Ουκρανία και πιο πρόσφατα το Ιράν και γειτονικές χώρες έχουν υποστεί εκτεταμένες ζημιές από πυρομαχικά που περιέχουν τοξικές ουσίες.
Ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι η καταστροφή πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και αγωγών, καθώς απελευθερώνεται ένα «κοκτέιλ» ρύπων με σοβαρές συνέπειες.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η ρύπανση δεν περιορίζεται στον αέρα, αλλά επηρεάζει και τη θάλασσα και τα οικοσυστήματα. Αν και μέρος των ρύπων διαχέεται λόγω της κυκλοφορίας των υδάτων, βαρέα μέταλλα και τοξικές ουσίες ενδέχεται να κατακαθίσουν απειλώντας κοραλλιογενείς υφάλους, λιβάδια θαλάσσιων φυτών και ευαίσθητα είδη.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία για παράδειγμα έχει προκαλέσει σοβαρή οικολογική κρίση στη Μαύρη Θάλασσα, με επιστήμονες να φοβούνται ότι το οικοσύστημα έχει φτάσει στα όρια του. Οι συγκρούσεις έχουν οδηγήσει σε μαζικούς θανάτους δελφινιών, που ξεβράζονται νεκρά στις ακτές, πιθανόν λόγω τοξικής ρύπανσης, πετρελαιοκηλίδων, εκρήξεων και έντονου υποθαλάσσιου θορύβου.
Διαβάστε: Μέση Ανατολή / Δεν είναι μόνο η ενέργεια – Πώς ο πόλεμος μπορεί να προκαλέσει παγκόσμια επισιτιστική κρίση
Την ίδια στιγμή, οι εντατικές εκπομπές από ορυκτά καύσιμα αυξάνουν ραγδαία τα επίπεδα των αερίων του θερμοκηπίου, επιδεινώνοντας την κλιματική κρίση. Η πλατφόρμα Greenly εκτιμά ότι μόνο ο αμερικανικός στρατός απελευθέρωσε σχεδόν 2 δισεκατομμύρια τόνους αερίων του θερμοκηπίου μέσα στις πρώτες έξι ημέρες του πολέμου — γεγονός που υποδηλώνει ότι το πραγματικό αποτύπωμα είναι πολύ μεγαλύτερο, αν συνυπολογιστούν οι εκπομπές από το Ισραήλ, το Ιράν και οι ζημιές στις υποδομές. Παράλληλα, σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ της Guardian, η σύγκρουση προκάλεσε περίπου 5 εκατ. τόνους εκπομπών μέσα στις πρώτες 14 ημέρες.
Η ανάλυση αυτή προσθέτει μία ακόμη διάσταση στις ήδη καταγεγραμμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις από επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, στρατιωτικές βάσεις, αστικές περιοχές και πλοία. «Κάθε πυραυλικό πλήγμα είναι ένα ακόμη βήμα προς έναν πιο θερμό και ασταθή πλανήτη — και τίποτα από αυτά δεν κάνει κανέναν πιο ασφαλή», σημειώνει ο Patrick Bigger, διευθυντής έρευνας στο Climate and Community Institute στη Guardian. «Αυτός ο πόλεμος δείχνει, για άλλη μια φορά, ότι ο ταχύτερος τρόπος να επιταχυνθεί η κλιματική κρίση είναι να αφήνονται τα συμφέροντα των ορυκτών καυσίμων να καθορίζουν την εξωτερική πολιτική», προσθέτει.
Επιστρέφοντας στο φαινόμενο της «μαύρης βροχής» στην Τεχεράνη, αξίζει να σημειωθεί ότι η φύση —μέσω της βροχής και του ανέμου— μπορεί να συμβάλει στη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, απομακρύνοντας σωματίδια από τον αέρα. Ωστόσο, αυτή η «κάθαρση» συχνά μεταφέρει τους ρύπους στο έδαφος, επιβαρύνοντας τα ύδατα και τις καλλιέργειες. Παράλληλα, ο άνεμος μπορεί να διασπείρει τη ρύπανση σε μεγάλες αποστάσεις.
Η Τεχεράνη αντιμετωπίζει επιπλέον πρόβλημα λόγω της γεωμορφολογίας της: περιβάλλεται από ορεινούς όγκους, γεγονός που ευνοεί τον εγκλωβισμό των ρύπων κοντά στο έδαφος και επιδεινώνει την ποιότητα του αέρα.
Μετά το τέλος των συγκρούσεων, καθώς το Ιράν και άλλες χώρες θα εισέλθουν σε φάση ανοικοδόμησης, η περιβαλλοντική ζημιά είναι πιθανό να παραμείνει στο περιθώριο. Σύμφωνα με επιστήμονες, η προτεραιότητα συνήθως δίνεται στην αποκατάσταση κρίσιμων υποδομών — όπως η ενέργεια, το νερό, η βιομηχανία και η παραγωγή τροφίμων.
Η περιβαλλοντική καταστροφή σπάνια αντιμετωπίζεται επαρκώς μετά από πολέμους, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους και της πίεσης για άμεση κάλυψη ανθρωπιστικών και οικονομικών αναγκών, ακόμη και όταν οι μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι είναι σοβαροί.
Στην πυκνοκατοικημένη Τεχεράνη, οι επιθέσεις δεν έχουν πλήξει μόνο ενεργειακές υποδομές, αλλά και κτίρια και κατοικημένες περιοχές, αφήνοντας πίσω τους ένα τοξικό αποτύπωμα που ενδέχεται να επηρεάζει τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον για χρόνια.
Φωτογραφίες: EPA/ABEDIN TAHERKENAREH
