Η κλιμακούμενη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα αβέβαιη φάση, με τον Ντόναλντ Τραμπ να εμφανίζεται διχασμένος.
Οι στρατηγικές δύο και αντικρουόμενες: Η εντατικοποίηση της πίεσης για μια γρήγορη λήξη του πολέμου και η ταυτόχρονη επιδίωξη μιας διαπραγματευτικής λύσης.
Παρά τα σημάδια ότι αναζητεί μια «έξοδο», όπως ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει την επιθυμία του για «σταδιακή αποκλιμάκωση», η πραγματική στρατηγική της Ουάσιγκτον αναφορικά με τον πόλεμο με το Ιράν παραμένει θολή, όπως σχολιάζει σε ανάλυσή του το BBC.
Μέσα σε λίγες ώρες, η αμερικανική πολιτική φάνηκε να κινείται προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Το Πεντάγωνο διέταξε την αποστολή χερσαίων δυνάμεων στο Ιράν, ενώ παράλληλα Αμερικανοί διαπραγματευτές κατέθεσαν ένα νέο ειρηνευτικό σχέδιο 15 σημείων προς την Τεχεράνη. Την επόμενη ημέρα ο Λευκός Οίκος κάλεσε το Ιράν να αποδεχθεί τη συμφωνία, συνοδεύοντας την έκκληση με απειλές για ακόμη σκληρότερα πλήγματα σε περίπτωση άρνησης.
Η διπλή αυτή
στρατηγική εντείνει τη σύγχυση σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις του Τραμπ.
Από τη μία, η ρητορική περί αποφασιστικότητας και στρατιωτικής ισχύος. Από την
άλλη, η προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας που θα μπορούσε να σημάνει τον
τερματισμό των εχθροπραξιών.
Παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις ότι οι ΗΠΑ ελέγχουν την πορεία των εξελίξεων, στο εσωτερικό της διοίκησης καταγράφονται αυξανόμενες ανησυχίες. Πρώην αξιωματούχοι και σύμβουλοι που γνωρίζουν εκ των έσω τη λειτουργία του Λευκού Οίκου εκφράζουν αμφιβολίες για το κατά πόσον υπάρχει ένα σαφές και ολοκληρωμένο σχέδιο.
Οι ανησυχίες αυτές εντείνονται από το ότι η απόρριψη του ειρηνευτικού σχεδίου από το Ιράν δείχνει πως η Ουάσιγκτον δεν έχει τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης. Αντίθετα, η Τεχεράνη φαίνεται να διατηρεί σημαντικό βαθμό επιρροής στην εξέλιξη της σύγκρουσης.
Ένα από τα πιο περίπλοκα ζητήματα για την αμερικανική στρατηγική είναι ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Παρά τις εβδομάδες συγκρούσεων, οι ΗΠΑ δεν έχουν καταφέρει να αποτρέψουν τις ιρανικές επιθέσεις σε εμπορικά πλοία, κάτι που έχει προκαλέσει αναταραχή στις διεθνείς αγορές.
Η αδυναμία εξασφάλισης της ναυσιπλοΐας στο συγκεκριμένο πέρασμα αποτελεί σοβαρό πλήγμα για την εικόνα επιτυχίας που επιχειρεί να προβάλει η Ουάσιγκτον. Επιπλέον, η περιορισμένη ανταπόκριση των συμμάχων -παρά τις εκκλήσεις των ΗΠΑ- αναδεικνύει τις δυσκολίες στη συγκρότηση ενός ευρύτερου διεθνούς μετώπου.
Η αβεβαιότητα γύρω από τον πόλεμο αντικατοπτρίζεται και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Ενώ η ηγεσία του Κογκρέσου εμφανίζεται αισιόδοξη ότι η στρατιωτική επιχείρηση πλησιάζει στο τέλος της, αρκετά μέλη εκφράζουν έντονο προβληματισμό.
Η αποστολή άνω
των 1.000 αλεξιπτωτιστών στο Ιράν προκάλεσε αντιδράσεις, με ορισμένους
βουλευτές να δηλώνουν ανοιχτά ότι δεν θα στηρίξουν την ανάπτυξη χερσαίων
δυνάμεων. Η διαφωνία αυτή αναδεικνύει το βαθύ ρήγμα μεταξύ των απομονωτιστών
υποστηρικτών του κινήματος MAGA και των πιο επιθετικών «γερακιών» που τάσσονται υπέρ της συνέχισης του
πολέμου.
Παράλληλα, η
περιορισμένη ενημέρωση που παρέχει το Πεντάγωνο στο Κογκρέσο εντείνει την
ανησυχία, δημιουργώντας ένα κλίμα δυσπιστίας ακόμη και μεταξύ συμμάχων του Τραμπ.
Το προτεινόμενο
σχέδιο των 15 σημείων περιλαμβάνει απαιτήσεις όπως η εγκατάλειψη του ιρανικού
πυρηνικού προγράμματος, ο περιορισμός των βαλλιστικών πυραύλων και η
επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι
τέτοιες «μαξιμαλιστικές» απαιτήσεις δύσκολα θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές
από την ιρανική ηγεσία.
Η δυσπιστία της Τεχεράνης ενισχύεται από το ότι οι ΗΠΑ είχαν διακόψει προηγούμενες διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα λίγο πριν την έναρξη των εχθροπραξιών. Έτσι, η νέα πρόταση εκλαμβάνεται περισσότερο ως εργαλείο πίεσης παρά ως βάση ουσιαστικού διαλόγου.
Η απάντηση του Ιράν ήταν ξεκάθαρη: Απορρίπτει το σχέδιο και δηλώνει ότι ο τερματισμός του πολέμου θα γίνει μόνο υπό δικούς του όρους. Επιπλέον, ξεκαθαρίζει πως δεν προτίθεται να επιτρέψει τη διέλευση πλοίων που συνδέονται με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους από τα Στενά του Ορμούζ.
Η απόφαση Τραμπ για αποστολή χερσαίων δυνάμεων φαίνεται να αποτελεί μέρος μιας προσπάθειας άσκησης πίεσης προς το Ιράν, με στόχο είτε την επαναλειτουργία των Στενών, είτε ακόμη και την ευρύτερη υποχώρηση του καθεστώτος. Ωστόσο, δεν είναι σαφές κατά πόσον μια περιορισμένη στρατιωτική παρουσία μπορεί να επιτύχει τέτοιους φιλόδοξους στόχους.
Σενάρια που
εξετάζονται περιλαμβάνουν ακόμη και την κατάληψη στρατηγικών σημείων, όπως η
νήσος Χαργκ, βασικός κόμβος για τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου. Μια τέτοια
κίνηση θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση των ΗΠΑ, αλλά
ταυτόχρονα αυξάνει τον κίνδυνο ευρύτερης κλιμάκωσης.
Πολλοί αναλυτές
εκτιμούν ότι οι κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ δεν αποτελούν μέρος ενός
μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, αλλά περισσότερο μια σειρά αποσπασματικών αποφάσεων
που λαμβάνονται υπό πίεση. Η εναλλαγή μεταξύ στρατιωτικής κλιμάκωσης και
διπλωματικών πρωτοβουλιών ενισχύει την εικόνα μιας πολιτικής χωρίς σαφή προσανατολισμό.
Καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται, τα βασικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα: Ποιος είναι ο τελικός στόχος των ΗΠΑ; Πώς μπορεί να επιτευχθεί μια βιώσιμη ειρήνη; Και κυρίως, υπάρχει πράγματι μια στρατηγική εξόδου ή η Ουάσιγκτον κινδυνεύει να παγιδευτεί σε μια παρατεταμένη και δαπανηρή σύγκρουση;
Σε ένα ήδη εύθραυστο γεωπολιτικό περιβάλλον, η απουσία ξεκάθαρων απαντήσεων δεν αποτελεί απλώς πολιτικό πρόβλημα – αλλά έναν παράγοντα που μπορεί να καθορίσει την πορεία ολόκληρης της περιοχής τα επόμενα χρόνια.
