Ποινή φυλάκισης 5 ετών και 8 μηνών επιβλήθηκε στον πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ Δημήτρη Μελά και στην πρώην προϊσταμένη Διεύθυνσης Άμεσων Ενισχύσεων Αθανασία Ρέππα.

Τα δύο πρώην στελέχη του Οργανισμού κρίθηκαν ομόφωνα ένοχα για τα πλημμελήματα της υπόθαλψης εγκληματία και της παράβασης καθήκοντος, ενώ ως προς το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφου το δικαστήριο, υιοθετώντας την εισαγγελική πρόταση, δήλωσε αναρμόδιο, παραπέμποντας το σκέλος αυτό στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων.

Η υπόθεση, η οποία εκδικάζεται εδώ και αρκετούς μήνες, αφορά την απόκρυψη φακέλου με τα αποτελέσματα ελέγχου που είχε διενεργήσει η βασική μάρτυρας κατηγορίας, Παρασκευή Τυχεροπούλου. Η επίμαχη έκθεση δεν διαβιβάστηκε ποτέ στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές προκειμένου να διερευνηθούν τυχόν ποινικές ευθύνες.

Παράλληλα, το δικαστήριο αποφάσισε να διαβιβάσει τα πρακτικά της δίκης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ώστε να αξιοποιηθεί το αποδεικτικό υλικό στο πλαίσιο των ερευνών που αφορούν τα ΚΥΔ, στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ και την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.

Στους δύο καταδικασθέντες χορηγήθηκε ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση, γεγονός που τους επιτρέπει να παραμείνουν ελεύθεροι μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό. Ο εισαγγελέας είχε ζητήσει να μην ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής, εκτιμώντας ότι υπάρχει κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων.

Όπως υποστήριξε, κατά τον χρόνο διάπραξης των πράξεων οργανώθηκε σειρά ενεργειών με στόχο τη συγκάλυψη συγκεκριμένων προσώπων, επισημαίνοντας ιδιαίτερα την περίπτωση της Αθανασίας Ρέππα, η οποία σήμερα υπηρετεί στο Ταμείο Ανάκαμψης.

Το δικαστήριο επέβαλε και στους δύο τον περιοριστικό όρο της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα έως ότου εκδικαστεί οριστικά η κατηγορία σε βαθμό κακουργήματος για την υπεξαγωγή εγγράφου.

Ο εισαγγελέας είχε προτείνει αυστηρότερους όρους, όπως υποχρεωτική εμφάνιση μία φορά τον μήνα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους, εγγύηση ύψους 100.000 ευρώ και απαγόρευση άσκησης καθηκόντων σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Η υπεράσπιση αντέτεινε ότι τέτοια μέτρα θα ισοδυναμούσαν ουσιαστικά με πρόωρη επιβολή ποινής, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Εξηγώντας το σκεπτικό της, η πρόεδρος του δικαστηρίου ανέφερε τα εξής: «Μετά από μία πολύμηνη ακροαματική διαδικασία, το δικαστήριο πείστηκε ότι αποδείχθηκε πως το 2018 παρουσιάστηκε μια εντυπωσιακή αύξηση στους αριθμούς των βοσκοτοπιών όπως έχει επισημάνει και η κατηγορούμενη Αθ. Ρέππα, ενώ υπήρχαν υποψίες για συστηματική απάτη και διοχέτευση κονδυλίων μέσω μηχανισμών σε παραγωγούς.

Μέσω αυτού του περιβάλλοντος ο νέος τότε πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ Γρ. Βάρρας αναλαμβάνει και δίνει εντολή ελέγχου δυνάμει της οποίας η Παρασκευή Τυχεροπουλου κατέγραψε τα ευρήματα της και κατέθεσε αναφορά. Σε αυτό το περιβάλλον και έχοντας γνώση των προβλημάτων που μαρτυρούν γνώση των Μελά και Ρέππα, οι δύο κατηγορούμενοι σύμφωνα με τη δικανική πεποίθηση του δικαστηρίου δεν τέλεσαν τις πράξεις που όφειλαν να τελέσουν».

«Το δικαστήριο διαχωρίζει τη δικογραφία με χωρισμό πρώτη πράξη από τις λοιπές πράξεις. Κηρύσσει καθ’ύλην αναρμόδιο για την πρώτη πράξη καθότι πρόκειται για κακουργηματική πράξη γιατί το συνολικό οφείλεις βλάβης υπολογίζεται άνω των 120.000 ευρώ και παραπέμπει την πράξη στο αρμόδιο δικαστήριο που είναι Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Τέλος, κρίνει ομόφωνα ενόχους τους κατηγορούμενους για υπόθαλψη εγκληματία και για παράβαση καθήκοντος ένοχους ομόφωνα ενόχους για μερικότερες πράξεις», κατέληξε.