Στο βίντεο, η 45χρονη φαίνεται να περπατά προς το σπίτι όπου θα γίνει ο τόπος της δολοφονίας της. Η άτυχη γυναίκα φαίνεται ότι κρατούσε σακούλες στα χέρια καθώς κατευθυνόταν στο σπίτι, το οποίο της ανήκε και νοίκιαζε στον 43χρονο.
Η 45χρονη φέρεται να δέχθηκε, αρχικά, χτύπημα με γυάλινο μπουκάλι, με συνέπεια να ζαλιστεί και να πέσει κάτω. Στη συνέχεια, ο καθ’ ομολογίαν δολοφόνος τη μαχαίρωσε δύο φορές στον θώρακα.
Η Σταυρούλα Λεβεντάκη φέρεται να φώναζε και γι’ αυτό ο δράστης τη φίμωσε. Μετά φέρεται να πήρε ένα κούτσουρο και να τη χτύπησε στο κεφάλι.
Τι υποστήριξε ο καθ’ ομολογίαν δολοφόνος της Σταυρούλας Λεβεντάκη
«Όταν ήρθε μου χτύπησε την πόρτα και με πήρε και τηλέφωνο, αλλά εγώ δεν το σήκωσα και της άνοιξα. Όταν μπήκε με ρώτησε αν θέλω να βγάλει τις παντόφλες, αλλά δεν είχα στρωμένα τα χαλιά, οπότε της είπα “όχι”. Άφησε κάτι σακούλες με αυγά και πήγαμε στο σαλόνι. Την κέρασα μπύρα. Δεν ήπιε πολύ, γιατί μου είπε ότι βιαζόταν να πάρει το λεωφορείο», φερεται να είπε.
Ο 43χρονος, όπως περιέγραψε, πήγε μαζί της στην κουζίνα και άρχισε να του κάνει παρατήρηση για τα ντουλάπια, με αποτέλεσμα εκείνος να εκνευριστεί. Όταν πήγαν στην κρεβατοκάμαρα, του έκανε πάλι παρατήρηση, ενώ μετά, πάντα σύμφωνα με όσα φέρεται να ανέφερε, του ζήτησε να συνευρεθούν ερωτικά, κάτι που είχαν ξανακάνει, με εκείνον να αρνείται.
«Τότε άρχισε να κάνει σαν τρελή. Μου φώναζε ότι θα με καταστρέψει. Ωρυόταν και με απειλούσε ότι θα τα έλεγε στη γυναίκα μου και θα πει ότι την είχα βιάσει».
Κατά τους ισχυρισμούς του, η Σταυρούλα ήταν αυτή που άρπαξε ένα μπουκάλι με κρασί που είχε στο υπνοδωμάτιο ως διακοσμητικό και πήγε να τον χτυπήσει.
«Την απώθησα και ξαναήρθε προς το μέρος μου. Της έπιασα το μπουκάλι. Μπλεχτήκαμε και έπεσε στο πάτωμα εκεί όπου χτύπησε το κεφάλι της. Είδα αίματα. Φώναζε και θόλωσα. Τη χτύπησα στο κεφάλι με το μπουκάλι το οποίο έσπασε. Ούρλιαζε και πήρα μια ταινία την τύλιξα δύο φορές και της κάλυψα το στόμα. Προσπάθησε να τη βγάλει με τα χέρια της. Το τύλιξα άλλα μία φορά, και τότε έχασε τις αισθήσεις της».
«Την πλησίασα και την κάρφωσα με το μαχαίρι στο ύψος της καρδιάς δύο φορές. Πήγα στην κουζίνα και έπλυνα το μαχαίρι με σαπούνι και ξίδι. Δεν θυμάμαι πού το πέταξα. Την άκουσα να φωνάζει ξανά και ξανά για βοήθεια και αν την ακούει κανείς. Πήρα ένα κούτσουρο από το τζάκι, πήγα πάλι στο δωμάτιο. Ήταν μέσα στα αίματα. Τη χτύπησα στο κεφάλι δύο φορές και δεν ξαναμίλησε».
