Τον Έλληνα δεν τον πιάνεις πουθενά. Πληρώνει την Αττική Οδό γκρινιάζει. Δεν έχει την Αττική Οδό, πάλι φωνάζει. Μήπως να το κοιτάξουμε γιατρέ μου;
Ημιπιτσιρικάδες. Όταν είχα ακούσει για πρώτη φορά αυτή τον ευφάνταστο νεολογισμό από τα χείλη ντόπιου πολιτικού ανδρός, μου είχε φανεί τόσο παράδοξη αλλά και μαζί τόσο εύστοχη. Όχι γιατί ο συγκεκριμένος πατέρας εποίησε την ανάγκη γλωσσοπλασία για να δικαιολογήσει τα έκνομα καμώματα του υιού του. Αλλά γιατί κατά βάθος αυτή η φράση χαρακτηρίζει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Ένα σύμφυρμα λάθρων αντιλήψεων, ιστορικών ιδεοληψιών, πολιτικο-κοινωνικών εμμονών και απλής καθαρόαιμης ελληνικής γκρίνιας για όλα και για όλους.
Ημιπιτσιρικάς, λοιπόν, είναι αυτός που έχει ενηλικιωθεί ως προς το ληξιαρχικό κομμάτι της ηλικίας του, παραμένει όμως κακομαθημένος πιτσιρίκος στην συμπεριφορά του. Ένα λανθάνον κοινωνικό υποκείμενο, που όμως εκφράζει απολύτως τον σύγχρονο ελληνικό ανθρωπότυπο. Αυτόν που μεγαλοφέρνει και μεγαλοπιάνεται όταν φλυαρεί ανέξοδα για τα σπουδαία του κόσμου, αλλά την αμέσως επόμενη στιγμή παιδιαρίζει και κλαψουρίζει όταν καλείται να αναλάβει και την ευθύνη του κόσμου. Ή έστω της γειτονιάς του, τα του οίκου του. Και η καθ’ υμάς ημιπιτσιρικαρία βρήκε πεδίο δόξης λαμπρό να εκφραστεί και πάλι ομόθυμα και εν χορώ στην περίπτωση των έργων συντήρησης που εκτελεί αυτές τις μέρες η Αττική Οδός.
Το τι γράφεται και ακούγεται από τα social καφενεία, είναι πέρα από κάθε περιγραφή. Όσο δικαιολογημένη και αν είναι η όποια ταλαιπωρία υπέστη (και συνεχίζει να υφίσταται) ο κάθε ένας από εκείνους που βρέθηκαν «χτισμένοι» στον Ασπρόπυργο, στην Φυλής ή στο «Ποτάμι», άλλο τόσο αδικαιολόγητη είναι η ιερή μανία που ξύπνησε και πάλι μπροστά στους μπαμπούλες του παρελθόντος, τους εργολάβους, τους άκτωρες, τους μπόμπολες και τα συναφή. Η Αττική Οδός δέχεται και πάλι το ανάθεμα για όσα δεινά έχει φέρει στον Έλληνα, ο οποίος δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του όταν νιώθει ότι αδικείται από κάποιες μεγάλες δυνάμεις και οικονομικά συμφέροντα.
Ως ημιπιτσιρικάδες έχουμε το δικαίωμα να φωνασκούμε χωρίς να δίνουμε λογαριασμό. Να καταριόμαστε την ώρα και την στιγμή που δίνουμε τα 2,5 ευρώ (να θυμηθώ την εθνική παλιγγενεσία των «δεν πληρώνω»…) την ίδια στιγμή που έχουμε την δυνατότητα να μην το κάνουμε, αλλά να πάμε από δρόμους χωρίς διόδια. Να στηνόμαστε στην ουρά τις Κυριακές τα καλοκαίρια για να μπούμε στην Αττική Οδό μετά τα μπάνια του λαού, και δυο χιλιόμετρα πιο πέρα να βρίζουμε θεούς και δαίμονες γιατί είναι μποτιλιαρισμένη αφού πληρώσαμε διόδια. Να ανεβάζουμε αμέτρητα Instagram stories με άψογο μακιγιάζ και υαλουρονικά χείλη από την εμπόλεμη ζώνη της Λεωφόρο ΝΑΤΟ όταν ήδη γνωρίζαμε ότι το τούνελ θα ήταν κλειστό και θα έπρεπε να λάβουμε τα μέτρα μας (ή μια έξτρα δόση Xanax εν ανάγκη).
Ως ημιπιτσιρικάδες το μόνο που χρειάζεται είναι φωνασκούμε. Δεν είναι απαραίτητο όλο αυτό να βασίζεται σε κάποια λογική. Και εδώ, πέρα από κραυγές από την διακεκαυμένη ζώνη του Ασπρόπυργου, θα πρέπει να συμφωνήσουμε πρώτα σε μερικά πράγματα κοινά αποδεκτά. Ματαιοπονώ ως προς το «κοινά αποδεκτά» αλλά ας κάνω μια προσπάθεια.
Το πρώτο είναι ότι η Αττική Οδός είναι ένα από τα έργα που άλλαξαν καθοριστικά και προς το καλύτερο την ζωή μας στην Αθήνα. Μαζί με το Μετρό και κάποιες λίγες ακόμα παρεμβάσεις (και έπεται το Ελληνικό) αποτελεί μία τομή στον ταλαίπωρο κυκλοφοριακό βιότοπο της Αθήνας. Μετά από δυόμισι και πλέον δεκαετίες είναι πασιφανές και κοινά αποδεκτό ότι κανείς μας δεν μπορεί να φανταστεί το Λεκανοπέδιο χωρίς την Αττική Οδό. Και το πρόσφατο κλείσιμο ενός μόνο κομματιού της και το έμφραγμα που ακολούθησε, κατέδειξε του λόγου το αληθές.
Το δεύτερο είναι ότι έχουμε να κάνουμε με έναν δρόμο πραγματικό πρότυπο. Η αίσθηση ασφάλειας που δημιουργεί δεν έχει όμοιό της στον ελλαδικό χώρο και τα στάνταρ των υπηρεσιών που παρέχει βρίσκονται ανάμεσα στα καλύτερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Και δεν είναι καθόλου αυτονόητα, αν φέρουμε στο μυαλό μας παραδείγματα όπως την Εγνατία ή την ντροπή του Θεσσαλονίκη-Εύζωνοι. Αν δεν υπήρχαν κάποια τρανταχτά λάθη στην σχεδίαση (όπως η έξοδος στον Κηφισό και η ένωση της Περιφερειακής Υμηττού με το ρεύμα προς Ελευσίνα) θα μπορούσαμε να μιλάμε για τον τέλειο από κάθε άποψη δρόμο.
Το τρίτο είναι ότι το έργο κατασκευάστηκε με προδιαγραφές εντελώς άγνωστες για το ελληνικό «εργολαβιστάν» του αλήστου μνήμης «μαθηματικού τύπου» και της βοσκοτοπικής κατάτμησης. Ενδεικτικό είναι ότι ακόμα και σήμερα το οδόστρωμα αντέχει χωρίς να παρουσιάζει εμφανείς φθορές ή παραμορφώσεις, παρά το τεράστιο κυκλοφοριακό φορτίο, και μάλιστα από οχήματα που δεν προβλέπονταν στην αρχική σχεδίαση, όπως τα άπειρα φορτηγά και δη πολλά εξ αυτών χωματουργικά. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι όποια έργα συντήρησης γίνονται κατά κύριο λόγο τις νυχτερινές ώρες (καμία σύγκριση με το κλάδεμα θάμνων στον Κηφισό στις ώρες αιχμής) και μετά από προειδοποιήσεις και ανακοινώσεις στον Τύπο, ώστε οι χρήστες να έχουν λάβει τα μέτρα τους. Οποιαδήποτε σύγκριση με άλλα τμήματα του εθνικού μας δικτύου, «επώνυμα» των αυτοκινητοδρόμων και ανώνυμα του επαρχιακού μπάχαλου, προφανώς και δεν υφίσταται.
Όχι, δεν είναι όλα καλά και άγια καμωμένα. Το χάος της χιονοθύελλας του 2022 έδειξε με τον πιο ανάγλυφο τρόπο ότι ακόμα και η πιο καλοκουρδισμένη μηχανή, στο βάθος κρύβει έναν πελαγωμένο ημιπιτσιρικά Έλληνα, χωρίς πρόγραμμα και πρωτόκολλα, ο οποίος επιστρατεύει το φιλότιμο και την αυτοθυσία για να σώσει ότι μπορεί. Μόνο που αυτά δεν είναι σχεδόν ποτέ αποτελεσματικά όταν τα πράγματα έχουν ξεφύγει. Να δεχθούμε επίσης ότι ως αρτηρία έχει πλέον κορεστεί, ότι κάποιες ώρες της ημέρας η κυκλοφορία είναι ανυπόφορη. Όμως ακόμα και έτσι μοιάζει με μισελενάτο μενού στρωμένο σε μία επαρχιακή χασαποταβέρνα που την περιβάλλει.
Αν συμφωνήσουμε σε όλα τα παραπάνω (μάλλον δύσκολο να τα καταφέρουμε, το ξέρω…), θα συμφωνήσουμε και στο ότι η Αττική Οδός έχει το δικαίωμα -και προφανώς την υποχρέωση- μία στο τόσο να κλείνει για να προχωρήσει σε πιο σοβαρά έργα συντήρησης. Οφείλουμε επίσης να αποδεχθούμε ότι όσο και αν αυτό μας ξεβολεύει, είναι εκτός από συμβατική υποχρέωση της εταιρείας και μία επίδειξη ευθύνης προς εμάς, στο να συνεχίσει να μας προσφέρει ασφάλεια και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες. Αυτό γίνεται σε όλο τον κόσμο, αυτό πρέπει να γίνει και στην Ελλάδα. Στο τέλος της ημέρας, τι διάβολο πληρώνεις τα διόδια, μόνο για να γκρινιάζεις ότι τα τσεπώνει το «κεφάλαιο»;
Στον «Τιμαίο» του Πλάτωνα, καταγράφεται μία από τις πιο διάσημες φράσεις της αρχαιότητας, από αυτές που μας καθιερώθηκαν να τονίζουν την αυταρέσκειά μας. Επισκεπτόμενος την Αίγυπτο ο Σόλωνας μιλά με έναν Αιγύπτιο ιερέα, ο οποίος του λέει το διάσημο «Έλληνες αεί παίδες εισί», δηλαδή οι Έλληνες είστε πάντα παιδιά. Για την εθνική μας αυτοκολακία, η φράση αυτή μεταφέρεται σε εμάς ως αναγνώριση της έμφυτης νεανικής ορμής μας, της εφευρετικότητας τους γένους, της διαρκούς αναζήτησης. Μια λιγότερο κολακευτική (αλλά μάλλον πιο ακριβής) ερμηνεία είναι ότι ως λαός έχουμε ρηχή μνήμη, συμπεριφερόμαστε και μιλάμε σαν μικρά παιδιά που γρήγορα ξεχνούν. Ως κακομαθημένοι ημιπιτσιρικάδες λοιπόν βλέπουμε τον κόσμο μας να καταρρέει σε τρεις κλειστές λωρίδες και σε μία national geographic περιήγηση στο εξωτικό Ζεφύρι και την ανεξερεύνητη Φυλή.
Ηρεμήστε συμπατριώτες, κατεβάστε τα φυσεκλίκια και σταματήστε τους tiktok θούριους της οργής. Τα έργα θα τελειώσουν, η λαγάνα θα έχει πληρωθεί ασμένως το βάρος της σε χρυσάφι, ο Google χάρτης θα είναι και πάλι βαθύ μαύρο μέχρι εκεί που πιάνει το μάτι σου, θα πληρώσεις και πάλι τα διόδια, θα ξεσπάσεις και πάλι βρίζοντας θεούς και εταιρείες που βλέπεις τα 30λεπτα στα matrix της Αττικής Οδού. Και αναλογίσου ότι με πολύ γοργούς ρυθμούς, με ένα βιαστικό scroll των καιρών μας, μετατρεπόμαστε σε βαριεστημένους μεγαλοπιτσιρικάδες. Και αν ως «αωνίως νεανίες» μπορούσαμε να βρούμε κάποια ψήγματα μιας χαριτωμένης μενταλιτέ, ως μίζεροι μεγαλοπιτσιρικάδες δεν έχουμε καθόλου πλάκα. Μα καθόλου σας λέω.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
Είναι ηλεκτρικό το αυτοκίνητο που πήρε φωτιά στην Εθνική Οδό;
Ανέβα κατηγορία και επελεξε αυτό που θέλεις
Το πρώτο σου πολυτελές αυτοκίνητο σε τιμή που δε φαντάζεσαι
