Σε μια αιφνιδιαστική συνέντευξη τύπου, ο Ντόναλντ Τραμπ ξεσπάθωσε κατά της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου να κρίνει παράνομο ένα μέρος των δασμών που επέβαλε.
Ο Αμερικανός πρόεδρος εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, λέγοντας ότι «ντρέπεται για ορισμένα μέλη του που δεν είχαν το θάρρος να κάνουν ό,τι είναι σωστό για τη χώρα μας», και αποκάλυψε τις εναλλακτικές που θα θέσει σε εφαρμογή για να προστατέψει την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας, όπως υποστήριξε.
«Επέδειξαν αντιπατριωτική στάση και ανυπακοή στο Σύνταγμά μας» είπε στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε, αναφερόμενος στους δικαστές. «Πιστεύω ότι αυτό το Δικαστήριο επηρεάστηκε από ξένα συμφέροντα και ένα πολιτικό κίνημα που είναι πολύ μικρότερο απ’ ό,τι θα πίστευε ο κόσμος», πρόσθεσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ.
Η απόφαση του Δικαστηρίου ελήφθη με ψήφους έξι έναντι τριών. Με το σκεπτικό της πλειοψηφίας τάχθηκαν οι συντηρητικοί δικαστές Τζον Ρόμπερτς, Νιλ Γκόρσατς και Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ (οι δύο τελευταίοι διορίστηκαν από τον Τραμπ στην προηγούμενη θητεία του) και οι τρεις φιλελεύθεροι Σόνια Σοτομαγιόρ, Έλενα Κάγκαν και Κετάντζι Μπράουν Τζάκσον. Την απόφαση καταψήφισαν οι συντηρητικοί Μπρετ Κάβανο, Κλάρενς Τόμας και Σάμιουελ Αλίτο, με τον Τραμπ να επαινεί τον πρώτο από αυτούς (τον οποίο διόρισε ο ίδιος), δηλώνοντας ότι αισθάνεται πολύ υπερήφανος γι’ αυτόν.
Ωστόσο, τα βλέμματα τράβηξε η δήλωση του Τραμπ για έναν παγκόσμιο δασμό.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε σήμερα ότι προτίθεται να υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα για την επιβολή δασμών ύψους 10% σε όλα τα εισαγόμενα προϊόντα, επικαλούμενος το Άρθρο 122 του Εμπορικού Νόμου του 1974, σε τρεις μέρες από τώρα. Στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ τόνισε ότι δεν χρειάζεται την έγκριση του Κογκρέσου για την επιβολή αυτών των δασμών και πρόσθεσε ότι τα έσοδα από αυτούς θα αυξηθούν σημαντικά.
Οι δασμοί αυτοί, που ο ίδιος χαρακτήρισε «παγκόσμιους», θα ισχύσουν για πέντε μήνες και θα προστεθούν στους ήδη υπάρχοντες, ενώ ο πρόεδρος επισήμανε ότι σκοπεύει να ξεκινήσει και «πολλές άλλες έρευνες» σε εμπορικά ζητήματα, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφους εάν η Ουάσιγκτον θα πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε εντός του 2025 από τους δασμούς, απάντησε ότι δεν είναι σαφές εάν θα υπάρξουν αποζημιώσεις, υπέθεσε «πως αυτό θα κριθεί από τα δικαστήρια» και ότι «η κατάληξη θα είναι να βρισκόμαστε στα δικαστήρια για την επόμενη πενταετία».
Ο Τραμπ είπε επίσης ότι όλες οι (εμπορικές) συμφωνίες που έχει κάνει μέχρι τώρα η κυβέρνησή του «ισχύουν», αλλά, «απλώς, θα πρέπει να τις κάνουμε με διαφορετικό τρόπο». Προηγουμένως, ωστόσο, είχε δηλώσει ότι κάποιες από τις συμφωνίες, τις οποίες διαπραγματεύθηκε με βάση τον Νόμο Επειγουσών Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA) του 1977, δεν ισχύουν.
Η αντίδραση σε πολιτικό επίπεδο ήταν έντονη. Ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας και κεντρικός παράγοντας της αντιπολίτευσης, Γκάβιν Νιούσομ, ζήτησε από την κυβέρνηση να εκδώσει άμεσα επιταγές αποζημίωσης σε αμερικανικές οικογένειες και επιχειρήσεις, τονίζοντας ότι οι δασμοί αυτοί αποτέλεσαν έναν παράνομο φόρο που αύξησε τις τιμές και επιβάρυνε τα νοικοκυριά. Ο Νιούσομ υπενθύμισε ότι οι δασμοί είχαν οδηγήσει σε πρόσθετο κόστος 1.700 δολαρίων ανά νοικοκυριό μόνο για το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με έκθεση του Budget Lab του Πανεπιστημίου Γέιλ, και κάλεσε σε επιστροφή κάθε δολαρίου που είχε συλλεχθεί παράνομα, μαζί με τους τόκους.
Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος, Τζέι Ντι Βανς, τοποθετήθηκε με μια ανάρτηση αμέσως μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξης τύπου του Τραμπ και σημείωσε ότι «σήμερα, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το Κογκρέσο, παρά το γεγονός ότι έδωσε στον πρόεδρο τη δυνατότητα να ”ρυθμίζει τις εισαγωγές”, στην πραγματικότητα δεν το εννοούσε. Πρόκειται για παρανομία εκ μέρους του Δικαστηρίου, καθαρά και απλά. Και το μόνο αποτέλεσμα θα είναι να δυσκολέψει τον πρόεδρο να προστατεύσει τις αμερικανικές βιομηχανίες και την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας».
Το «δεξί χέρι» του Τραμπ επισήμανε όμως ότι «ο πρόεδρος διαθέτει ένα ευρύ φάσμα άλλων δασμολογικών εξουσιών και θα τις χρησιμοποιήσει για να υπερασπιστεί τους Αμερικανούς εργαζομένους και να προωθήσει τις εμπορικές προτεραιότητες της κυβέρνησής του».
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ ανέφερε ότι οι υπηρεσίες του υπουργείου του εκτιμούν ότι η χρήση εναλλακτικών νομικών οδών για την επιβολή δασμών θα οδηγήσει σε «ουσιαστικά αμετάβλητα» έσοδα το 2026.
Στο κείμενο της ομιλίας του ενώπιον της Οικονομικής Λέσχης του Ντάλας ο Μπέσεντ δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα επικαλεστεί τα Άρθρα 232 και 301 που επιτρέπουν στον πρόεδρο να επιβάλει δασμούς ή περιορισμούς στις εισαγωγές και τα οποία «έχουν επικυρωθεί χιλιάδες φορές από τα δικαστήρια».
«Οι εκτιμήσεις του υπουργείου δείχνουν ότι η χρήση του Άρθρου 122, σε συνδυασμό με το δυνητικά ενισχυμένο Άρθρο 232 και το Άρθρο 301 (του Νόμου Επέκτασης του Εμπορίου του 1962) θα οδηγήσουν σε ουσιαστικά αμετάβλητα έσοδα από τους δασμούς το 2026», πρόσθεσε.
Το Άρθρο 232 υπενθυμίζεται πως ορίζει ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να λάβει μέτρα περιορίζοντας τις εισαγωγές εφόσον το υπουργείο Εμπορίου κρίνει ότι απειλούν την εθνική ασφάλεια. Με βάση αυτό το άρθρο ο Τραμπ είχε επιβάλει δασμούς στον χάλυβα και το αλουμίνιο σχεδόν σε όλους τους εμπορικούς εταίρους της Ουάσιγκτον, κατά την πρώτη θητεία του.
Ο ίδιος ο Τραμπ, ωστόσο, είχε διατυπώσει προηγουμένως αμφιβολίες για την ισχύ ορισμένων συμφωνιών που είχαν συναφθεί βάσει του Νόμου Επειγουσών Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA) του 1977, ενώ τώρα προτίθεται να επικαλεστεί νέες εμπορικές αρχές για να απαντήσει στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου. Ανάμεσα στις επιλογές της κυβέρνησης, όπως σημειώνει το CNN περιλαμβάνονται οι εξής:
Άρθρο 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974: Επιτρέπει στον πρόεδρο να επιβάλλει δασμούς έως 15% για διάστημα μέχρι 150 ημερών, για την αντιμετώπιση μεγάλων εμπορικών ελλειμμάτων των ΗΠΑ. Ο νόμος αυτός έχει εφαρμοστεί στο παρελθόν για την αντιμετώπιση ισοζυγίων πληρωμών και στοχεύει κυρίως σε χώρες των οποίων οι εισαγωγές υπερβαίνουν σημαντικά τις εξαγωγές τους. Άρθρο 232 του Νόμου για την Επέκταση του Εμπορίου του 1962: Παρέχει στον πρόεδρο τη δυνατότητα επιβολής δασμών για λόγους εθνικής ασφάλειας, με στόχευση συγκεκριμένων τομέων της οικονομίας. Η εφαρμογή απαιτεί προηγούμενη έρευνα από το Υπουργείο Εμπορίου. Άρθρο 301 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974: Επιτρέπει στον Εμπορικό Εκπρόσωπο των ΗΠΑ να διερευνήσει χώρες που παραβιάζουν εμπορικές συμφωνίες ή εφαρμόζουν πρακτικές που επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ, με δυνατότητα επιβολής αντιμέτρων. Άρθρο 338 του Νόμου περί Δασμών του 1930: Παρότι ποτέ δεν έχει χρησιμοποιηθεί, δίνει τη δυνατότητα στον πρόεδρο να επιβάλει δασμούς έως και 50% σε εισαγόμενα προϊόντα χωρών που εμπλέκονται σε διακριτικές εμπορικές πρακτικές. Η χρήση αυτού του μέτρου θα μπορούσε να παραβιάσει τις συμφωνίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και να προκαλέσει έντονες αντιποίνες.
Η αντίδραση από την Ευρωπαϊκή Ένωση όταν κοινοποιήθηκε η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν προσεκτική αλλά σταθερή. Ο εκπρόσωπος της Κομισιόν, Όλοφ Γκιλ, δήλωσε ότι η απόφαση αναλύεται με προσοχή και αναμένονται διευκρινίσεις από την αμερικανική κυβέρνηση σχετικά με τα επόμενα βήματα.
Η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα των εμπορικών σχέσεων παραμένουν κρίσιμες για τις επιχειρήσεις και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με την ΕΕ να επιμένει στη διατήρηση χαμηλών δασμών.
Παράλληλα, η Επιτροπή Εμπορικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναμένεται να συζητήσει το θέμα, ενώ ο Γερμανός ευρωβουλευτής Μπερντ Λάνγκε συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση για να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις της απόφασης στον προγραμματισμό των εμπορικών σχέσεων με τις ΗΠΑ.
Οι δασμοί που είχε επιβάλει ο Τραμπ τον περασμένο Απρίλιο στόχευαν θεωρητικά χώρες με τις οποίες οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν εμπορικό έλλειμμα, ως εργαλείο εξισορρόπησης και ενίσχυσης των εσόδων του κράτους.
Ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος, προσπαθώντας να μετριάσει τις επιπτώσεις, προέβλεψε εξαιρέσεις για προϊόντα που δεν μπορούν να παραχθούν στις ΗΠΑ.
Οι δασμοί αυτοί αποτελούσαν επίσης εργαλείο διαπραγμάτευσης για εμπορικές συμφωνίες με βασικούς εταίρους των ΗΠΑ, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Μέσω αυτών των συμφωνιών, οι δασμοί μειώθηκαν μεταξύ 10% και 15% για προϊόντα από τις χώρες που συμμετείχαν, με στόχο την προστασία των αμερικανικών επιχειρήσεων και την ενίσχυση των εσόδων του ομοσπονδιακού κράτους, ιδιαίτερα σε συνάρτηση με τις μειώσεις φόρων που είχε εφαρμόσει η διοίκηση Τραμπ.
Τις τελευταίες ημέρες, η κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσης συμφωνίες με χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως το Βιετνάμ και η Ινδονησία, οι ηγέτες των οποίων επισκέφθηκαν την Ουάσιγκτον για την πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης».
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου αποτελεί σαφές πλήγμα για τον Τραμπ, καθώς θέτει όρια στις προεδρικές εξουσίες στον οικονομικό τομέα, ενώ εγείρει νομικά ζητήματα σχετικά με την επιστροφή των δασμών που επιβλήθηκαν χωρίς έγκριση. Το δικαστήριο, με επικεφαλής τον Τζον Ρόμπερτς, υπογράμμισε ότι οι δασμοί αυτοί δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με την επίκληση μιας οικονομικής έκτακτης ανάγκης και ότι η ισχύς τους βασίζεται σε νόμους που δεν παρέχουν στον πρόεδρο το δικαίωμα άμεσης επιβολής δασμών χωρίς τη συμμετοχή του Κογκρέσου.
Το οικονομικό κόστος των δασμών ήταν σημαντικό. Τα έσοδα από τους δασμούς ανήλθαν σε 130 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι αυξημένες τιμές επηρεάσαν άμεσα τους καταναλωτές, οι οποίοι χρειάστηκε να απορροφήσουν υψηλότερες δαπάνες για προϊόντα καθημερινής χρήσης. Η κυβέρνηση Τραμπ ωστόσο υποστηρίζει ότι οι δασμοί ενίσχυσαν την αμερικανική οικονομία, παρείχαν πρόσθετους πόρους για τη δημόσια χρηματοδότηση και λειτούργησαν ως εργαλείο πίεσης στις εμπορικές διαπραγματεύσεις.
Η τρέχουσα κατάσταση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για νέες νομικές διαδικασίες, καθώς ο Τραμπ προτίθεται να εκμεταλλευτεί άλλα νομικά εργαλεία για να διασφαλίσει την επιβολή δασμών και να προστατεύσει τις συμφωνίες που έχει συνάψει. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι άλλοι εμπορικοί εταίροι παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, αναμένοντας ξεκάθαρες κατευθύνσεις από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, προκειμένου να διασφαλίσουν τη σταθερότητα στις εμπορικές σχέσεις.
