Το πρόσφατο διάγγελμα του Ντόναλντ Τραμπ δεν έγινε αντιληπτό ως προαναγγελία αποχώρησης από τον πόλεμο που μαίνεται από τις 28 Φεβρουαρίου. Ακούστηκε ως προσπάθεια διαχείρισης ενός πολέμου που ο Λευκός Οίκος θα ήθελε να κλείσει, αλλά δεν μπορεί να παρουσιάσει ως πραγματικά τελειωμένο. Η φράση περί «δύο έως τριών εβδομάδων» λειτούργησε περισσότερο ως πολιτικό πλαίσιο παρά ως σαφές στρατιωτικό χρονοδιάγραμμα, και αυτό γιατί την ίδια στιγμή η αμερικανική ηγεσία κράτησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων, σκληρότερων πληγμάτων κατά κρίσιμων ιρανικών υποδομών. Με άλλα λόγια, η Ουάσινγκτον αναζητεί έναν τρόπο να πει ότι ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος, χωρίς ωστόσο να πάψει να τον κλιμακώνει.
Αυτή η αντίφαση είναι σήμερα η ουσία της αμερικανικής στρατηγικής. Από τη μία, ο Τραμπ δεν θέλει να φανεί ότι αποχωρεί χωρίς αποτέλεσμα από μια πολεμική εμπλοκή που συνδέθηκε ευθέως με το κύρος του. Από την άλλη, δεν θέλει ούτε να βυθιστεί σε έναν νέο αμερικανικό πόλεμο ανοιχτής διάρκειας στη Μέση Ανατολή, με συνέπειες στο εσωτερικό μέτωπο, στις διεθνείς τιμές ενέργειας και την πολιτική φθορά της προεδρίας του. Ετσι, η Ουάσινγκτον μοιάζει να κινείται σε μια ενδιάμεση ζώνη: αρκετή κλιμάκωση ώστε να μη μοιάζει ότι υποχωρεί, αλλά όχι τόσο καθαρό στρατηγικό βάθος ώστε να πείθει ότι ξέρει ακριβώς πού θέλει να φτάσει.
Χωρίς στρατηγική
Η πιο ακριβής περιγραφή της αμερικανικής γραμμής αυτή τη στιγμή είναι ίσως η εξής: κλιμάκωση χωρίς στρατηγική εξόδου, πίεση χωρίς ξεκάθαρο τέλος. Οι ΗΠΑ δείχνουν διατεθειμένες να συνεχίσουν ή και να εντείνουν τα πλήγματα, να διευρύνουν τις κατηγορίες των στόχων και να ανεβάσουν το κόστος για την Τεχεράνη, χωρίς όμως να ανακοινώνουν μια μεγάλη χερσαία στρατηγική ή ένα μακρόπνοο σχέδιο ανασυγκρότησης της περιοχής. Το σχήμα αυτό είναι γνώριμο στην αμερικανική ιστορία των τελευταίων δεκαετιών. Η διαφορά είναι ότι εδώ συνδυάζεται με εξαιρετικά συμπυκνωμένο πολιτικό χρόνο και με μια αμερικανική ηγεσία που θέλει γρήγορα αποτελέσματα, αλλά αποφεύγει να ορίσει καθαρά ποιο θα είναι το σημείο στο οποίο θα ισχυριστεί ότι «ο στόχος επετεύχθη».
Αν ο πραγματικός στόχος είναι η μόνιμη συντριβή της ιρανικής δυνατότητας να απειλεί την περιοχή, τότε πρόκειται για έναν εξαιρετικά φιλόδοξο σκοπό που δύσκολα μετριέται σε εβδομάδες. Αν ο στόχος είναι η επιβολή ενός ακόμη κύκλου αποτροπής, ώστε η Ουάσινγκτον να μπορέσει να αποχωρήσει υποστηρίζοντας ότι αποκατέστησε την ισορροπία, τότε το εγχείρημα γίνεται πολιτικά πιο εύκολο, αλλά στρατηγικά πιο ασταθές. Διότι μια αποτροπή που δεν βασίζεται σε μόνιμη αρχιτεκτονική ασφαλείας, αλλά σε προσωρινή φθορά του αντιπάλου, έχει ημερομηνία λήξης. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το αμερικανικό πρόβλημα: πώς φεύγεις από έναν πόλεμο χωρίς να αφήνεις πίσω σου το έδαφος έτοιμο για τον επόμενο.
Κλείσιμο
Το ξήλωμα του Ράντι Τζορτζ
Μέσα σε αυτή τη συγκυρία ήρθε η απομάκρυνση του αρχηγού του Αμερικανικού Στρατού, στρατηγού Ράντι Τζορτζ, από τον Πιτ Χέγκσεθ. Η κίνηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη διοικητική μεταβολή. Εγινε εν μέσω πολεμικής εμπλοκής, χωρίς πειστική εξήγηση, και εντάχθηκε σε ένα ευρύτερο μοτίβο αναδιάταξης της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας. Σε τέτοιες συνθήκες το μήνυμα έχει μεγαλύτερη σημασία από το πρόσωπο. Και το μήνυμα είναι ότι η πολιτική ηγεσία του Πενταγώνου θέλει απολύτως ελεγχόμενη, απολύτως ευθυγραμμισμένη αλυσίδα διοίκησης για την επόμενη φάση.
Η πρώτη ανάγνωση αυτής της κίνησης είναι ότι ο Λευκός Οίκος και η νέα ηγεσία του Πενταγώνου θέλουν στρατιωτικούς που όχι μόνο εκτελούν, αλλά συμμερίζονται πλήρως τη στρατηγική της κυβέρνησης. Σε μια στιγμή κατά την οποία οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται γρήγορα και το ρίσκο κλιμάκωσης αυξάνεται, η παρουσία προσώπων που θεωρούνται απολύτως έμπιστα αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Η άνοδος του Κρίστοφερ ΛαΝεβ ως υπηρεσιακού διαδόχου ενισχύει αυτή την αίσθηση: η κυβέρνηση αναζητεί όχι απλώς συνέχεια, αλλά πιστότερη συνέχεια.
Η δεύτερη ανάγνωση είναι πιο ανησυχητική. Οταν μια πολιτική ηγεσία ανασχηματίζει την κορυφή του στρατεύματος εν μέσω πολέμου, δημιουργείται αναπόφευκτα η υποψία ότι η πίστη μετρά περισσότερο από τη θεσμική σταθερότητα. Και αυτό σε περίοδο πολέμου είναι επικίνδυνο. Οχι επειδή οι στρατηγοί πρέπει να λειτουργούν εκτός πολιτικού ελέγχου. Αλλά επειδή η σταθερότητα της διοίκησης, η σαφήνεια στην αλυσίδα εντολών και η αίσθηση ότι οι αποφάσεις δεν υπαγορεύονται αποκλειστικά από πρόσκαιρες πολιτικές ανάγκες είναι στοιχεία κρίσιμα για την επιχειρησιακή ασφάλεια. Επομένως, η απομάκρυνση Τζορτζ δεν λέει μόνο κάτι για τον ίδιο. Λέει πολλά για το πώς αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση Τραμπ τη σχέση πολιτικής εξουσίας και στρατιωτικού μηχανισμού εν ώρα κρίσης.
Το πιθανότερο είναι ότι η κίνηση αυτή συνδέεται με την επόμενη φάση της αμερικανικής εμπλοκής. Η κυβέρνηση θέλει να είναι βέβαιη ότι, αν αποφασίσει πιο επιθετική στάση, δεν θα υπάρξουν εσωτερικές τριβές, διαρροές ή δισταγμοί στην εκτέλεση. Αρα, η απομάκρυνση του αρχηγού του Στρατού μπορεί να διαβαστεί και ως ένδειξη προετοιμασίας για πιο σκληρές αποφάσεις. Ταυτόχρονα, όμως, λειτουργεί και ως δείκτης μιας πιο πολιτικοποιημένης στρατιωτικής δομής. Και αυτό αυξάνει τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών, ιδιαίτερα όταν ο πολιτικός χρόνος πιέζει και το στρατιωτικό αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο.

Το πραγματικό ρήγμα: Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ σε διαφορετικό πολεμικό ορίζοντα – Ποιος έχει κερδίσει τι, ποιες οι βλέψεις τους για το μέλλον του πολέμου
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Σε τέτοιες συνθήκες, οι πόλεμοι γίνονται πιο απρόβλεπτοι. Οχι μόνο επειδή αλλάζει η ισορροπία με τον αντίπαλο, αλλά και επειδή αλλάζει η εσωτερική ισορροπία μέσα στον μηχανισμό που διεξάγει τον πόλεμο.
Ποιος έχει κερδίσει τι
Μια ψυχρή αποτίμηση δείχνει ότι καμία πλευρά δεν μπορεί ακόμη να μιλήσει για ολοκληρωτική επικράτηση. Οι ΗΠΑ έχουν πετύχει βαριά πλήγματα κατά ιρανικών υποδομών, έχουν επιβεβαιώσει ότι διατηρούν την ικανότητα ταχείας και υψηλής έντασης προβολής ισχύος στην περιοχή και έχουν επαναφέρει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία ως κεντρικό παράγοντα της περιφερειακής εξίσωσης. Εχουν επίσης αναγκάσει την Τεχεράνη να πολεμά υπό πίεση, σε συνθήκες υλικής και πολιτικής φθοράς.
Το Ισραήλ έχει κερδίσει ακόμη περισσότερα. Εχει αποδείξει ότι μπορεί να πλήττει βαθιά στην ιρανική επικράτεια, έχει κρατήσει ταυτόχρονα ανοιχτά και άλλα μέτωπα και κυρίως έχει μετατρέψει τη δική του λογική ασφαλείας σε βασικό άξονα της περιφερειακής σύγκρουσης. Με απλά λόγια, δεν αμύνεται απλώς. Επιβάλλει τη δική του γεωγραφία του πολέμου.
Το Ιράν, ωστόσο, έχει καταγράψει ένα δικό του, πολύ ουσιαστικό κέρδος: δεν έχει καταρρεύσει. Παρά το βάθος των πληγμάτων, παραμένει στο παιχνίδι, εξακολουθεί να επιβάλλει στρατηγικό και οικονομικό κόστος, να κρατά ανοιχτό το ενδεχόμενο ευρύτερης αποσταθεροποίησης και να μετατρέπει την περιφερειακή κρίση σε παγκόσμιο πρόβλημα μέσω της ενέργειας και της ναυσιπλοΐας. Για την Τεχεράνη, η επιβίωση υπό τέτοια πίεση είναι ήδη πολιτικό επιχείρημα. Δεν αρκεί για να μιλήσει κανείς για νίκη, αρκεί όμως για να καταστήσει τη «νίκη» των αντιπάλων της ακριβή και αμφισβητήσιμη.
Αυτό είναι το σημερινό παράδοξο. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ υπερέχουν καθαρά στη στρατιωτική ισχύ. Το Ιράν, όμως, διατηρεί την ικανότητα να κάνει αυτή την υπεροχή πολιτικά ασταθή και οικονομικά επώδυνη.
Η ισραηλινή στρατηγική
Εδώ ακριβώς υπάρχει η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ. Οι ΗΠΑ σκέφτονται ήδη πώς θα φύγουν. Το Ισραήλ σκέφτεται τι θα αφήσει πίσω του όταν όλοι οι άλλοι θελήσουν να φύγουν. Αυτό σημαίνει ότι οι δύο σύμμαχοι μπορεί να βαδίζουν ακόμη μαζί, αλλά δεν κοιτούν προς το ίδιο τέλος. Η Ουάσινγκτον ψάχνει το σημείο στο οποίο θα πει ότι πέτυχε τους στόχους της και αποχωρεί. Το Τελ Αβίβ αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως ευκαιρία για έναν πιο βαθύ ανασχεδιασμό της περιφερειακής ασφαλείας.
Γι’ αυτό και το Ισραήλ δεν δείχνει να παρακολουθεί με ιδιαίτερο άγχος τις εσωτερικές αμερικανικές αναταράξεις. Δεν αγνοεί όσα συμβαίνουν στην Ουάσινγκτον, αλλά δεν φαίνεται να υποτάσσει τη δική του στρατηγική σε αυτές. Ενεργεί σαν να θεωρεί ότι ο σημερινός πόλεμος δεν είναι μια παρένθεση, αλλά ένα παράθυρο μέσα από το οποίο μπορεί να παγιώσει νέα δεδομένα – απέναντι σε Ιράν, Χεζμπολάχ, Χαμάς. Η λογική του δεν είναι «πώς επιστρέφουμε στην προηγούμενη κατάσταση». Είναι ακριβώς το αντίθετο: «πώς διασφαλίζουμε ότι η προηγούμενη κατάσταση δεν θα επιστρέψει».
Στο μέτωπο του Λιβάνου αυτή η λογική φαίνεται πιο καθαρά από οπουδήποτε αλλού. Οι κινήσεις του Ισραήλ παραπέμπουν σε προσπάθεια μόνιμης αλλαγής της γεωγραφίας ασφαλείας στον Νότιο Λίβανο. Η ιδέα μιας ζώνης ασφαλείας έως τον ποταμό Λιτάνι, η πίεση σε βασικούς άξονες και γέφυρες, η λογική αποκοπής του Νότου από την υπόλοιπη χώρα και η συζήτηση περί παρατεταμένης παρουσίας δείχνουν ότι η ισραηλινή ηγεσία βλέπει το βόρειο μέτωπο όχι ως προσωρινή εκστρατεία, αλλά ως νέο μόνιμο στρατηγικό χώρο.
Αν αυτή η επιλογή παγιωθεί, οι συνέπειες θα είναι βαρύτατες. Θα σημαίνει ότι ο Λίβανος θα μπει σε μακρά περίοδο ασταθούς ισορροπίας, όπου η τυπική εκεχειρία δεν θα είναι πραγματική επιστροφή στην κανονικότητα. Θα σημαίνει επίσης ότι το Ισραήλ θα επιχειρήσει να κρατήσει τον έλεγχο μιας περιοχής που θεωρεί αναγκαία για τη δική του ασφάλεια. Και αυτό, ιστορικά, δεν οδηγεί σε σταθερή ειρήνη.
Αν οι ΗΠΑ φύγουν…
Το καθοριστικό ερώτημα των επόμενων εβδομάδων είναι τι θα γίνει αν οι ΗΠΑ αποφασίσουν να κλείσουν τη δική τους εμπλοκή στο ιρανικό μέτωπο, όποιο κι αν είναι το αφήγημα που θα συνοδεύσει αυτή την επιλογή. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι το Ισραήλ θα αρκεστεί σε μια αμερικανική διακήρυξη επιτυχίας χωρίς απτό στρατηγικό αντίκρισμα. Η Ιερουσαλήμ θα θελήσει κάτι πιο χειροπιαστό.
Το πρώτο που θα επιδιώξει είναι η κατοχύρωση ελευθερίας δράσης απέναντι στο Ιράν και τους πληρεξούσιούς του. Οχι απλώς ανοχή, αλλά ουσιαστική αμερικανική αποδοχή ότι θα μπορεί να επιστρέφει στρατιωτικά όποτε θεωρεί πως η απειλή ανασυγκροτείται. Το δεύτερο είναι η παγίωση νέων δεδομένων στον Λίβανο, ώστε το βόρειο μέτωπο να μην επανέλθει εκεί όπου βρισκόταν πριν από τη σημερινή φάση του πολέμου. Το τρίτο αφορά τη Γάζα. Εκεί το Ισραήλ είναι πολύ δύσκολο να δεχτεί διευθέτηση που δεν θα συνδέεται με αποστρατιωτικοποίηση της Χαμάς και με πιο αυστηρούς όρους ασφαλείας.
Εδώ προκύπτει και η σύγκριση με το περασμένο καλοκαίρι. Στον 12ήμερο πόλεμο η ισραηλινή ηγεσία μπορούσε να εμφανίσει ως πολιτικό αντάλλαγμα την επακόλουθη δυναμική για την επιστροφή των ομήρων της Χαμάς. Σήμερα ένα αντίστοιχα ορατό αντάλλαγμα δεν διακρίνεται. Γι’ αυτό και το πιθανότερο είναι ότι το Ισραήλ θα αναζητήσει κάτι πιο δομικό και πιο μακρόπνοο: μια νέα πραγματικότητα ασφαλείας που δεν θα εξαρτάται από το αν η Ουάσινγκτον θέλει να μείνει έναν μήνα παραπάνω ή να φύγει νωρίτερα.
Το πραγματικό ρήγμα
Η βαθύτερη αλήθεια είναι ότι οι δύο σύμμαχοι δεν συγκρούονται ακόμη ανοιχτά, αλλά πολεμούν με διαφορετικό ορισμό της νίκης. Για την Ουάσινγκτον, η νίκη θα μπορούσε να είναι μια φάση σκληρών πληγμάτων και μια έξοδος που θα πουληθεί ως επιτυχία. Για το Ισραήλ, η νίκη μοιάζει με αλλαγή του περιβάλλοντος ασφαλείας σε Ιράν, Λίβανο, Γάζα. Και όταν δύο σύμμαχοι μπαίνουν σε πόλεμο με διαφορετικό ορίζοντα εξόδου, το πρόβλημα συνήθως δεν εμφανίζεται στην αρχή, αλλά όταν φτάνει η στιγμή των ανταλλαγμάτων, των ορίων και του ποιος θεωρεί ότι «αρκετά είναι αρκετά». Το διάγγελμα Τραμπ, λοιπόν, δεν έκλεισε τον πόλεμο. Εδειξε απλώς ότι η αμερικανική ηγεσία θα ήθελε να αρχίσει να τον κλείνει. Το Ισραήλ, όμως, δεν δίνει την εντύπωση χώρας που ετοιμάζεται να κλείσει λογαριασμούς. Πιστεύει ότι τώρα ανοίγεται η δυνατότητα να τους ξαναγράψει από την αρχή.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή