Η επίσκεψη του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόφιλου στην Αθήνα δεν ήταν μια απλή εθιμοτυπική παρουσία. Έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία η Μέση Ανατολή παραμένει σε ανάφλεξη, οι χριστιανικές κοινότητες των Αγίων Τόπων αναζητούν διεθνείς εγγυήσεις και η Ορθοδοξία εξακολουθεί να κινείται σε ένα πεδίο λεπτών, αλλά όχι πάντα αθώων, ισορροπιών.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο κ. Θεόφιλος είχε βρεθεί στον Λευκό Οίκο, όπου συναντήθηκε με τον Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, στο επίκεντρο της συζήτησης τέθηκαν η προστασία της χριστιανικής παρουσίας στους Αγίους Τόπους, η ελευθερία λατρείας, η πρόσβαση στα ιερά προσκυνήματα και η διατήρηση του ιστορικού status quo.
Ωστόσο, πέρα από τις επίσημες δηλώσεις, ενδιαφέρον έχει το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγιναν οι συζητήσεις. Σύμφωνα με ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να θέλει τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων ως πιθανό «μεσολαβητή» ανάμεσα στη Μόσχα και το Κίεβο, στο πλαίσιο των προσπαθειών για κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία. Οι ίδιες πηγές αποδίδουν την ιδέα στο γεγονός ότι ο κ. Θεόφιλος είναι εκκλησιαστική προσωπικότητα με κύρος στον ορθόδοξο κόσμο και με επαφές σε διαφορετικά κέντρα ισχύος. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση ότι Μόσχα και Κίεβο έχουν αποδεχθεί έναν τέτοιο ρόλο.
Η πιθανή αξιοποίηση ενός Ελληνορθόδοξου Πατριάρχη για την επίλυση του ουκρανικού ζητήματος μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, ανορθόδοξη. Δεν είναι όμως ακατανόητη. Ο Θεόφιλος δεν είναι πολιτικός μεσολαβητής με την κλασική έννοια. Είναι, όμως, ένας θρησκευτικός ηγέτης που κινείται σε ένα περιβάλλον όπου η εκκλησιαστική διπλωματία, οι γεωπολιτικές ισορροπίες και οι διεθνείς επαφές συχνά τέμνονται.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων δεν είναι άγνωστος στη Μόσχα. Έχει συναντηθεί στο παρελθόν με τον Πούτιν, παρουσία του Πατριάρχη Μόσχας, ενώ τον Νοέμβριο του 2025 ο Ρώσος πρόεδρος υπέγραψε διάταγμα με το οποίο του απονεμήθηκε το Τάγμα Φιλίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, ήταν ο σταθμός όπου φάνηκε καθαρότερα το διπλό διακύβευμα της επίσκεψης: στήριξη στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, αλλά και διατήρηση των πανορθόδοξων ισορροπιών, ειδικά σε σχέση με το Φανάρι. Στην ελληνική πρωτεύουσα, οι επαφές του Πατριάρχη με την πολιτειακή, κυβερνητική και εκκλησιαστική ηγεσία είχαν ως βασικό άξονα τη θέση του Πατριαρχείου στους Αγίους Τόπους και τον ρόλο του σε μια περιοχή όπου η θρησκευτική παρουσία συνδέεται άμεσα με τη διπλωματία και την ασφάλεια.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έστειλε σαφές μήνυμα στήριξης, τονίζοντας ότι το status quo πρέπει να γίνεται «απολύτως σεβαστό από όλους και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες». Την ίδια ώρα, όμως, αναφέρθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ως «πρωτόθρονη και πρωτεύθυνη Εκκλησία», δίνοντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η ελληνική πλευρά.
Αντίστοιχο μήνυμα ακούστηκε και στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος υποδέχθηκε θερμά τον Πατριάρχη Θεόφιλο και αναγνώρισε τη σημασία της διακονίας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων σε μια περιοχή που δοκιμάζεται από «συγκρούσεις, αβεβαιότητες και ανθρώπινες τραγωδίες».
Η πιο ουσιαστική αναφορά του, όμως, αφορούσε την ενότητα της Ορθοδοξίας. Όπως είπε, «η ενότητα δεν είναι μία θεωρητική έννοια ούτε μία διοικητική αναγκαιότητα. Είναι θεολογική και πνευματική προϋπόθεση για την αυθεντική μαρτυρία του Ευαγγελίου». Στο ίδιο πλαίσιο, υπογράμμισε ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες καλούνται να κινηθούν «εν ομονοία και συμπνοία» με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την «πρωτεύθυνη και πρωτόθρονη Εκκλησία».
Εκεί βρισκόταν και το πραγματικό μήνυμα της Αθήνας. Η Ελλάδα θέλει ένα ισχυρό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, με ρόλο στους Αγίους Τόπους και διεθνή παρουσία. Δεν θέλει, όμως, μια εικόνα εκκλησιαστικής αυτονόμησης που θα μπορούσε να «διαβαστεί» ως μετατόπιση ισορροπιών εις βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Το σημείο αυτό έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, γιατί οι σχέσεις μέσα στην Ορθοδοξία έχουν δοκιμαστεί τα τελευταία χρόνια. Το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, η ρήξη Μόσχας-Φαναρίου και η συνάντηση, «κεκλεισμένων των θυρών», συγκεκριμένων προκαθημένων και αντιπροσωπειών στο Αμμάν το 2020 άφησαν ανοιχτά ερωτήματα για το ποιος συγκαλεί, ποιος συντονίζει και ποιος έχει την ευθύνη στα μεγάλα διορθόδοξα ζητήματα.
Η παρουσία της Μόσχας, οι συμμετοχές επιλεγμένων Εκκλησιών και η παράλληλη παρουσία του μητροπολίτη Ονουφρίου από την Εκκλησία της Ουκρανίας -τότε συνδεδεμένου με τη ρωσική δικαιοδοσία- έδωσαν στη σύναξη χαρακτήρα επίδειξης συσχετισμών. Το Φανάρι αντέδρασε με σαφήνεια, στέλνοντας ένα αυστηρό γράμμα στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόφιλο, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Πάσα παρέκκλισις εκ των παραδεδομένων και αναλογουσών εκάστω των Πρεσβυγενών Πατριαρχών ευθυνών γεννά μόνον κινδύνους διά την Εκκλησίαν…
Μη εντρεπώμεθα να ομολογήσωμεν ότι αι αριθμητικαί υπεροχαί δεν απετέλεσαν ποτέ την πεμπτουσίαν του ορθοδόξου ήθους και ότι το τοιούτον υπάρχει ποιοτικόν, και ουχί ποσοτικόν μέγεθος. Βεβαίως και απασχολεί ημάς πλέον παντός ετέρου το ζήτημα της πανορθοδόξου ενότητος, αλλ᾿ η Εκκλησία δεν είναι αδόμητον και αθεσμοθέτητον σύνολον. Ενότης άνευ υγιούς βιώσεως του Μυστηρίου της Εκκλησίας καταλήγει εις βαθείαν διαίρεσιν εν τοις πράγμασι…», ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Με απλά λόγια: η Ορθοδοξία δεν μπορεί να γίνει πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Η συνάντηση στο Αμμάν, στις 26 Φεβρουαρίου 2020, παρουσιάστηκε τότε ως πρωτοβουλία διαλόγου. Έγινε, όμως, σε μια περίοδο έντονης αντιπαράθεσης γύρω από το ουκρανικό και τον Τόμο Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας και γι’ αυτό πολλοί θεώρησαν -εύλογα- ότι αυτή η κίνηση λειτουργούσε ανταγωνιστικά προς τον θεσμικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου.
Από την πλευρά του, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων φρόντισε να αναδείξει τους δεσμούς με την Εκκλησία της Ελλάδος. Όπως ανέφερε, «η Εκκλησία της Ελλάδος δεν αποτελεί απλώς μίαν αυτοκέφαλον Εκκλησίαν μεταξύ των λοιπών, αλλά μίαν ζωτικήν δύναμιν διά το σύνολον της Ορθοδοξίας». Σε άλλο σημείο, τη χαρακτήρισε «τροφός των Ορθοδόξων Εκκλησιών και Πατριαρχείων», ευχαριστώντας τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο για τη στήριξη προς τον Πανάγιο Τάφο, τα προσκυνήματα και το αραβόφωνο ποίμνιο του Πατριαρχείου.
Το πολιτικό και εκκλησιαστικό μήνυμα των συναντήσεων ήταν σαφές: τα Ιεροσόλυμα ζητούν στήριξη σε μια δύσκολη συγκυρία, η Αθήνα δηλώνει παρούσα, αλλά τοποθετεί αυτή τη στήριξη μέσα στο πλαίσιο της πανορθόδοξης τάξης και της αναγνώρισης του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Με άλλα λόγια, η στήριξη δόθηκε, αλλά όχι χωρίς υποσημειώσεις.
Το παιχνίδι, επομένως, δεν αφορά μόνο τα προσκυνήματα ή τις διμερείς σχέσεις Ελλάδας-Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Αφορά τη θέση των Αγίων Τόπων σε μια ευρύτερη σκακιέρα, όπου συνυπάρχουν η Ουάσιγκτον, η Αθήνα, το Φανάρι, η Μόσχα και οι περιφερειακές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής. Οι Άγιοι Τόποι δεν είναι μόνο τόπος προσκυνήματος. Είναι πεδίο πίστης, διπλωματίας και ισορροπιών. Και σε αυτή τη σκακιέρα, καμία κίνηση δεν είναι αθώα.
